Πανορθόδοξη Σύνοδος και ιστορικές πτυχές της παρουσίας της Εκκλησίας στον κόσμο

Loading...


Του Σεβ. Μητροπολίτη Ζιμπάμπουε Σεραφείμ Κυκκώτη (εκπροσώπου του Αλεξανδρινού Προκαθημένου κ. Θεοδώρου Β’ στους Διεθνείς Οργανισμούς)

Είναι γνωστό ότι η Εκκλησία δημιουργήθηκε από τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό με το απολυτρωτικό του έργο και τη σωτηριώδη σταυρική θυσία Του για το ανθρώπινο γένος. Η πραγματικότητα αυτή ολοκληρώθηκε την ημέρα της Πεντηκοστής με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος στους μαθητές του Χριστού και στους συνεργάτες τους. 

Έτσι η ημέρα της Πεντηκοστής θεωρείται η γενέθλιος ημέρα της Εκκλησίας. Την ημέρα αυτή άρχισαν οι Μαθητές του Χριστού να εφαρμόζουν την γνωστή εντολή Του, «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν». Αυτό είναι και το περιεχόμενο του κηρύγματος της εν Χριστώ σωτηρίας μας από τον πρώτο αιώνα μετά Χριστόν μέχρι σήμερα. Μάλιστα η ίδια ομάδα των ανθρώπων εκείνων που δέχθηκε την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, ο στενός δηλαδή κύκλος του Ιησού Χριστού, που αποτέλεσαν και τον πρώτο ανθρώπινο πυρήνα της Εκκλησίας, κλήθηκαν να δώσουν και λύση στο πρώτο πρόβλημα που δημιουργήθηκε με την προδοσία του Ιούδα, όπου με κλήρο αποφάνθησαν ότι «ως έδοξε τω αγίω Πνεύματι και ημίν» στη θέση του Προδότη Ιούδα να εκλεχθεί ο Ματθίας.

Μέσα στην ίδια προοπτική της ποιμαντικής ευθύνης ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος εκλέχθηκε υπεύθυνος της πρώτης τοπικής Εκκλησίας των Ιεροσολύμων, που στο τέλος πλήρωσε με τη ζωή του το κόστος του μίσους των φανατικών Εβραίων που θεωρούσαν την νέα θρησκεία του Ναζωραίου ως προδοσία και έκπτωση από τον Ιουδαϊσμό (όπως κάνουν σήμερα δήθεν «αυστηροί ορθόδοξοι» που βρίζουν δημόσια τους Προκαθημένους μας και τους συκοφαντούν όπως τελευταίως στη Ρομφαία με τα ψευδή δημοσιεύματα για τις εργασίες της Διορθόδοξης Επιτροπής και το απρεπή και κακόβουλον κείμενο κάποιου Καλμούκου που προσπαθεί με αυθάδεια να γελοιοποιήσει τους Ορθόδοξους θεσμούς της Εκκλησίας μας, προσπαθώντας κακόβουλα να θίξει όχι μόνον τον Οικουμενικό μας στη παραμονή των Σεπτων του ονομαστηρίων αλλά και κορυφαίους Ορθόδοξους Αρχιερείς που διακονούν όχι μόνο την Ορθόδοξη Εκκλησία αλλά που διακόνησαν και το σύνολον του Χριστιανικού κόσμου στην Ευρώπη ως επικεφαλής της ΚΕΚ την Συνδιάσκεψη των Ευρωπαϊκών Εκκλησιών).

Με το γνωστό θαύμα της μεταλλαγής του διώκτη των Χριστιανών Σαύλου σε ένθερμο υποστηρικτή του Ευαγγελίου, που έμελλε να καταστεί ο Απόστολος των Εθνών, ο πρωτοκορυφαίος Παύλος, βλέπουμε πάλι την τοπική Εκκλησία διά των ηγετών της να στηρίζει και να ορίζει συνοδούς στον πρώην διώκτη του Χριστιανι-σμού, τόσο για να γίνεται πιστευτός γι’ αυτούς που δεν ήσαν έτοιμοι να τον αποδεχθούν, αλλά για να ελέγχει κι η ίδια η Εκκλησία την όλη κατάσταση μπροστά στις δυναμικές αντιδράσεις των συντηρητικών κύκλων για την απόρριψη του, ότι τάχα ήταν ακόμη ένας πονηρός ελιγμός του διώκτη Σαύλου για να μπορέσει να εντοπίσει τους ηγέτες της και στη συνέχεια με τη βοήθεια του Μεγάλου Συνεδρίου να συντρίψει και να διαλύσει την «νεοαφανή εβραϊκή αίρεση» του Ναζωραίου. Πάντως ο υπεύθυνος συντονισμός της ηγεσίας της Εκκλησίας συνέβαλε στο να γίνουν σωστοί χειρισμοί και στη συνέχεια άρχισαν σταδιακά να δημιουργούνται οι πρώτες τοπικές Εκκλησίες και ο Χριστιανισμός να απλώνεται παντού στον τότε γνωστό κόσμο.

Αν οι πρώτοι διώκτες της Εκκλησίας ήσαν Εβραίοι, Εβραίοι ήσαν και τα πρώτα στελέχη της και μάλιστα ό ίδιος ο Ιησούς Χριστός από ανθρώπινης πλευράς. Ταυτόχρονα όμως την πολεμούσαν την Εκκλησία κι άνθρωποι απ’ όλες τις Εθνικότητες που εθίγοντο τα αμαρτωλά συμφέροντά τους. Παράλληλα όμως κι άνθρωποι απ’ όλες τις Εθνικόητες που είχαν την καλή διάθεση να συγκινηθούν από το κήρυγμα του Ναζωραίου άρχισαν να γίνονται ενεργά μέλη της.

Η Εκκλησία από τις απαρχές της από τοπική έγινε και Οικουμενική, τόσο γεωγραφικά όσο και στο περιεχόμενο της διδασκαλίας της με αναφορά σε πανανθρώπινες αξίες που εξασφάλιζαν την ισότητα των ανθρώπων και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την προστασία του περιβάλλοντος.

Στην αρχή για τα διάφορα προβλήματα που εδημιουργούντο από την παλαιά παράδοση των ανθρώπων και τις νέες αρχές του Χριστιανισμού, έδιναν λύσεις με τις πατρικές τους συμβουλές οι ίδιοι οι Απόστολοι. Αυτό φαίνεται τόσο μέσα από το Βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων όσο κι από τις Επιστολές τους. Όταν όμως είχε προκύψει διαφωνία μεταξύ των ιδίων των Αποστόλων, τότε είχαμε την γνωστή Αποστολική Σύνοδο το 52 μ.Χ. στα Ιεροσόλυμα. Δύο βασικά προβλήματα που κλήθηκε η Σύνοδος αυτή να λύσει ήσαν, αν το κήρυγμα του Ευαγγελίου απευθυνόταν μόνο στους Ιουδαίους ή και στους μη Ιουδαίους, και αν τα Ιουδαϊκά έθιμα της Παλαιάς Διαθήκης ήσαν υποχρεωτικά για όλους τους πιστούς ή μόνο για τους Ιουδαίους, όπως οι διατάξεις του Λευιτικού για τα ακάθαρτα και τα καθαρά φαγητά, την περιτομή κ.τ.λ. Τελικά οι αποφάσεις της Συνόδου αυτής ήσαν σημαντικές για την πορεία της Εκκλησίας, όχι μόνο γιατί προστάτευαν την ενότητα της και την ορθόδοξη διδασκαλία της, αλλά και γιατί εδημιουργείτο και το απαραίτητο και αρμόδιο δομικό όργανο που θα την προστάτευε από χειρότερες μελλοντικές απειλές, ώστε να διασώζει αλώβητη τη σωτηριολογική της πορεία στον κόσμο.

Οι αποφάσεις της Αποστολικής Συνόδου είναι γνωστές από το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων. Το κήρυγμα του Χριστιανισμού είναι οικουμενικό και πανανθρώ-πινο, τα ιουδαϊκά έθιμα δεν έχουν θέση μέσα στην νέα πραγματικότητα της νέας θρησκείας του Ναζωραίου, αλλά αν βοηθούν τους Ιουδαίους που γίνονται χριστιανοί μπορούν να τα τηρούν χωρίς να επιμένουν να τα επιβάλλουν και στους εθνικούς, και εφόσον δεν συγκρούονται με βασικές αρχές της χριστιανικής διδασκαλίας. Δεν ήταν δηλαδή ανάγκη για έναν που δεν ήταν Ιουδαίος, για να γίνει χριστιανός να γίνεται πρώτα Εβραίος, όπως σήμερα για να γίνει ένας ιθαγενής ορθόδοξος, δεν χρειάζεται πρώτα να γίνει Έλληνας ή Σέρβος ή Ρώσος ή Ρουμάνος ή Άραβας ή Ουκρανός ή Βούλγαρος ή Γεωργιανός ή να ενταχθεί σε οποιανδήποτε άλλη εθνικότητα πέρα απ’ αυτή που ήδη έχει.

Όσοι διαφώνησαν με τις αποφάσεις της Αποστολικής Συνόδου έγιναν σχισματικοί και σταδιακά αιρετικοί και απομακρύνθηκαν από το σώμα της Εκκλησίας. Όπως αναφέρει εύστοχα ο γνωστός Καθηγητής της Ορθοδόξου Θεολογίας Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης πρ. Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης κ. Αθανάσιος Γιέφτιτς, «τα στοιχεία αυτά τα αποτελούντα την Σύνοδον, ήτις κρίνει και αφορίζει τον εν λόγω αμαρτωλόν από την εν Κορίνθω Ευχαριστιακή Κοινότητα[1], τα ευρισκόμενα ακόμη σαφέστερον εις την Αποστολικήν Σύνοδον των Ιεροσολύμων. Εις την Σύνοδον αυτήν συνέρχονται οι Απόστολοι και οι Πρεσβύτεροι και, ενώ είναι παρούσα όλη η Εκκλησία, όλοι οι πιστοί, εν τούτοις κρίνουν και αποφασίζουν μόνον οι Απόστολοι και οι Πρεσβύτεροι εν τη δυνάμει και επιστασία του αγίου Πνεύματος[2]. Η κρίνουσα και αποφασίζουσα Σύνοδος αύτη, ή το Συνέδριον, είδομεν ότι εις την εποχήν του Ιγνατίου αποτελείτο από τον Επίσκοπον μετά του Πρεσβυτερίου του. Συν τω χρόνω όμως το επισκοπικόν τούτο τοπικόν συνέδριον αντικαθίσταται διά της Συνόδου του Επισκόπου μετά των γειτονικών Επισκόπων – οι οποίοι αυτόν εχειροτόνησαν – κυρίως δε εις περιπτώσεις καθ’ ας επρόκειτο περί σπουδαιοτέρων θεμάτων, όπως είναι η αλληλοκοινωνία των Εκκλησιών εν τη Ευχαριστία και τη πίστει και ο αφορισμός από την κοινωνίαν των διασπώντων την πίστιν και την ενότητα αυτήν. Η εμφάνισις των αιρέσεων συνέβαλε μεγάλως εις το να περιέλθη πάσα σχεδόν αρμοδιότης (του κρίνειν και αποφασίζειν) περί της εν τη πίστει και τη Ευχαριστία κοινωνίας των Εκκλησιών εις τας χείρας της Συνόδου των Επισκόπων. Μόνον πλέον οι Επίσκοποι, ως προεστώτες των τοπικών εκκλησιαστικών κοινοτήτων και δη των Ευχαριστιακών αυτών συνάξεων, συνήρχοντο εις τας Συνόδους και τούτο όχι μόνον κατά τας νέας επισκοπικάς χειροτονίας, αλλ’ εκάστοτε όταν παρίστατο η ανάγκη της επιβεβαιώσεως ή αποκαταστάσεως της κοινωνίας εν τη πίστει και τη Αποστολική παραδόσει μεταξύ των Εκκλησιών, έναντι των αιρέσεων. Οι συνερχόμενοι τότε εις Σύνοδον εις ένα τόπον – «επί το αυτό» – Επίσκοποι διεπίστουν, ότι, κατά την έκφρασιν του αγίου Ιγνατίου, πάντες «οι κατά τα πέρατα ορισθέντες (Επίσκοποι), εν Ιησού Χριστού γνώμη εισίν»[3], ήτοι ηνωμένοι εν τη αυτή Αποστολική Ορθοδοξία και επομένως εν τη αυτή Ευχαριστιακή κοινωνία. Η Σύνοδος των ήτο έκφρασις της αλληλοαναγνωρίσεως και κοινωνίας και ταυτότητος εν τη πίστει και τη χάριτι του Αγίου Πνεύματος, διά δε τους παραβλάπτοντας και διαστρέφοντας την συμφωνίαν αυτήν της πίστεως και την κοινωνίαν του Αγίου Πνεύματος η Σύνοδος απέβαινε κριτήριον και δικαστήριον, το οποίον αφώριζε και απέκοπτεν αυτούς από την εν τη πίστει και τη Ευχαριστία κοινωνίαν, από την ενότητα δηλαδή των Εκκλησιών.

Η κρίσις των Επισκόπων εν ταις Συνόδοις αφεώρα, ακριβώς εις ό,τι και η κρίσις του περί τον Επίσκοπον συνεδρίου εν τη τοπική Εκκλησία, ήτοι εις την κοινωνίαν εν τη Θεία Ευχαριστία ή τον αφορισμόν και αποκλεισμόν απ’ αυτής, πράγμα το οποίον ήτο πάντοτε ο τελικός σκοπός κάθε Συνόδου και της εν γένει Λειτουργίας του θεσμού των Συνόδων εν τη ζωή της Εκκλησίας. Η λειτουργία λοιπόν του θεσμού των Συνόδων (όπως εξ άλλου και η προέλευσις και η δομή των) δεν δύναται να αποχωρίζεται από την εν τη Ευχαριστία κοινωνίαν και επομένως από την σωτηρίαν των ανθρώπων, εφ’ όσον η κοινωνία εν τω σώματι του Χριστού είναι η πηγή της ζωής και της σωτηρίας του ανθρώπου. Διά τούτο ακριβώς όλαι αι αποφάσεις των Συνόδων, οι όροι, οι κανόνες κ.τ.λ. είχον και έχουν πάντοτε συγκεκριμένας επιπτώσεις επί της εν τη Θ. Ευχαριστία κοινωνίας, κοινωνίας ήτις τελικώς αποτελεί την Εκκλησίαν. Τούτο ήτο το τελικόν έργον αλλά και το τελικόν κριτήριον των Συνόδων και των εργασιών των, δηλαδή η ενότης της Εκκλησίας και η εν αυτή σωτηρία των ανθρώπων»[4].

Οι διωγμοί των Ιουδαίων συνεχίστηκαν με τους διωγμούς των Ρωμαίων που θεωρούσαν την εξάπλωση του Χριστιανισμού ως μια επικίνδυνη απειλή για τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Το νέφος των μαρτύρων της πρώτης Εκκλησίας οδήγησε τη δράση της στις κατακόμβες, από όπου τη λύτρωσε με την παρέμβασή του ο Μέγας Κωνσταντίνος με το Διάταγμα Ανεξιθρησκείας των Μεδιολάνων (σημερινό Μιλάνο) το 313. Οι χειρότεροι διωγμοί των Ρωμαίων ξεκίνησαν το 64 με τον Νέρωνα και με μάρτυρες τους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο. Ακολούθησαν οι διωγμοί του Δομετιανού το 81, του Τραϊανού το 112, του Σεπτιμίου Σεβήρου το 202, του Δεκίου το 249, του Ουλαρενιανού το 258 και του Διοκλητιανού από το 292 και εξής. Στα δύσκολα αυτά χρόνια η Εκκλησία προσπαθούσε να περισώσει ό,τι μπορούσε. Ήταν η εποχή που η επιθυμία των κληρικών της να γίνουν Επίσκοποι ήταν περιορισμένη, γιατί οι Επίσκοποί της ήσαν στο στόχαστρο των αιμοσταγών Ρωμαίων. Να γίνεις Επίσκοπος την εποχή των Ρωμαϊκών διωγμών εσήμαινε θυσία. Ταυτόχρονα το μαρτύριο των Επισκόπων αποτελούσε και μαρτυρία του Χριστού στον κόσμο, που με το αγιασμένο αίμα του μαρτυρίου τους η Εκκλησία θριάμβευε επί της γης.

Εκεί που υπήρχε δυσκολία να δοθεί λύση σε κάποιο πρόβλημα από τον τοπικό Επίσκοπο, είχαμε πλέον το παράδειγμα της Αποστολικής Συνόδου, όπου οι Επίσκοποι μιας περιοχής έκαναν Σύνοδο για να δώσουν τη σωστή λύση, προστατεύοντας την ενότητα της Εκκλησίας και την ορθόδοξη διδασκαλία της. Έτσι καθιερώθηκε ο θεσμός της τοπικής Συνόδου ως αρμοδίου οργάνου για την αντιμετώπιση σοβαρών προβλημάτων που απειλούσαν την ενότητα της Εκκλησίας. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλιζόταν η κοινή ποιμαντική δράση και η ομαλή λειτουργία της Εκκλησίας.

Αυτό που είχε σημασία μέσα από το θεσμό της λειτουργίας της τοπικής Συνόδου δεν ήταν μια προσπάθεια συμβιβασμού διαφορετικών θέσεων για να είναι όλοι μαζί, αλλά μια πρωταρχική και ουσιώδης προσπάθεια να διαφυλαχθεί η αλήθεια της διδασκαλίας της Εκκλησίας για τη σωτηρία του ανθρώπου. Κέντρο της ενότητας της Εκκλησίας ήταν η διαφύλαξη της αυθεντικής αλήθειας της διδασκαλίας της. Βάση λοιπόν της προστασίας της ενότητος της Εκκλησίας ήταν η Αποκάλυψη του Θεού, όπως τη δέχθηκε και τη βίωνε η πρώτη Εκκλησία, η Εκκλησία των Αποστόλων. Έτσι μετά από κάθε τοπική Σύνοδο υπήρχαν κι οι διαφωνούντες που τους αντιμετώπιζαν πλέον ως σχισματικούς και αιρετικούς.

Οι αποφάσεις των Τοπικών Συνόδων αποτέλεσαν προετοιμασία γιά τη σύγκληση Οικουμενικών Συνόδων. Όταν κάποιο δογματικό πρόβλημα δεν μπορούσε να το λύσει η Τοπική Εκκλησία και έπρεπε να δοθεί τελεσίδικη και αμετάκλητη απόφαση, ολόκληρη η Εκκλησία με συμμετοχή όλων των Επισκόπων ή αντιπροσώπευση όλων των τοπικών Εκκλησιών και με τη βοήθεια του Βυζαντινού Αυτοκράτορα προχω-ρούσε στη σύγκληση Οικουμενικής Συνόδου. Οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων είχαν μια κάθετη δέσμευση, με την έννοια ότι ετόνιζαν ή διευκρίνιζαν το περιεχόμενο της πίστεως της Εκκλησίας, όπως αυτό αναφέρεται στη γραπτή και προφορική Παράδοση της Εκκλησίας, δηλαδή στα κείμενα της Αγίας Γραφής, στις αποφάσεις της Αποστολικής και των τοπικών Συνόδων, στα συγγράμματα των εγκρίτων Πατέρων της Εκκλησίας και στην προφορική Παράδοση της Εκκλησίας. Ταυτόχρονα οι αποφάσεις αυτές είχαν και μια οριζόντια αναφορά με την έννοια ότι συμφωνούσε με αυτές η όλη συνείδηση της Εκκλησίας, ότι δηλαδή οι τοπικές Εκκλησίες συμμετείχαν και τις στήριζαν.

Πριν τη σύγκληση μιας τοπικής Συνόδου, προσπαθούσε ο τοπικός Επίσκοπος να δώσει λύση σε κάποια παρεκτροπή εκ της σωστής ερμηνείας της διδασκαλίας της Εκκλησίας, ή τουλάχιστον ελαμβάνοντο υπόψη για το συγκεκριμένο πρόβλημα τα υπάρχοντα κείμενα της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας. Αν όμως το πρόβλημα ξέφευγε από τον έλεγχό του, τότε προσπαθούσε τοπική Σύνοδος με τη συμμετοχή και άλλων Επισκόπων που γειτνίαζαν με την Επισκοπή που ξεκινούσε το πρόβλημα, να δώσουν λύση προστατεύοντας την ανόθευτη ερμηνεία της χριστιανικής διδασκαλίας και της ενότητας της Εκκλησίας.

Όταν όμως και αυτό δεν είχε ευόδωση, τότε γινόταν σύγκληση Οικουμενικής Συνόδου για τελική λύση. Αυτό άρχισε να συμβαίνει με την ολοένα και μεγαλύτερη εξάπλωση της Εκκλησίας, όπως ακριβώς έγινε με τη γνωστή αίρεση του Αρείου, τον Δ΄ αιώνα που απέρριπτε την φυσική θεότητα του Ιησού Χριστού, εκλαμβάνοντας τον Υιόν – Λόγον ως το ανώτατο δημιούργημα του Θεού που χρησιμοποιήθηκε ως μέσον για τη δημιουργία του κόσμου. Έτσι το 325 μ.Χ. είχαμε στη Νίκαια, κοντά στην Κωνσταντινούπολη, τη σύγκληση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου για να λύσει το πρόβλημα, και προέκυψαν τα πρώτα άρθρα του γνωστού Συμβόλου της Πίστεως που χρησιμοποιούν μέχρι σήμερα όλες οι Χριστιανικές Εκκλησίες. Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, ακολουθώντας την Αλεξανδρινή θεολογική επιχειρηματολογία του Μεγάλου Αθανασίου, απάντησε στην αιρετική θέση του Αρείου περί του Ιησού Χριστού ότι «ήν καιρός ότε ουκ ήν» – υπήρχε δηλαδή εποχή που δεν υπήρχε – με τη θέση «ου καιρός, ότε ουκ ήν» – δεν υπήρχε εποχή που δεν υπήρχε ο Λόγος – κι έτσι η Σύνοδος υιοθέτησε για τον Ιησού Χριστό το γνωστό Θεολογικό όρο «Ομοούσιος» («εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν»).

Χαρακτηριστικά στοιχεία της συγκλήσεως Οικουμενικών Συνόδων είναι ότι καθιερώθηκε πλέον ο θεσμός του χριστιανού αυτοκράτορα, ο οποίος σε συνεργασία με τους Επισκόπους της Εκκλησίας συγκαλεί Οικουμενική Σύνοδο, αναλαμβάνοντας και την ευθύνη της φιλοξενίας, αλλά και της εφαρμογής των αποφάσεων της. Οι συμμετέχοντες Επίσκοποι σε μια Οικουμενική Σύνοδο ομολογούν πριν να αρχίσει τις εργασίες της την πίστη τους με τη μορφή της συνοπτικής ομολογίας, έτσι ώστε να διαφυλάσσεται η αρχέγονη πίστη της Εκκλησίας. Ταυτόχρονα όμως διά αυτού του τρόπου προληπτικά αποκλειόταν η συμμετοχή αιρετικών επισκόπων που θα δυσχαίρεναν το έργον της Συνόδου να επανεβαιώνει την αρχέγονη πίστη της.

Ο χαρακτήρας των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων δεν είναι να εισάγουν νέα πίστη, αλλά να επαναλάβουν με συγκεκριμένους διασαφηνιστικούς όρους το μέρος εκείνο της αρχέγονης πίστεως της Εκκλησίας που αμβισβητήθηκε από τους αιρετικούς. Για παράδειγμα, τονίζοντας η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος το τέλειο της θείας και της ανθρωπίνης φύσεως του Χριστού δεν εσήμαινε ότι επίστευε κάτι διαφορετικό κατά τους πρώτους τρεις αιώνες. Έτσι ο όρος «ομοούσιον» διά το πρόσωπο του Υιού επιβεβαίωνε την Αποστολική πίστη της Εκκλησίας που είχε απορρίψει ένα σημαντικό μέλος της ο πρεσβύτερος Άρειος, που όμως ακολουθούσαν και άλλοι και μάλιστα Επίσκοποι που μαζί με τους πιστούς έγιναν γνωστοί στην ιστορία ως Αρειανοί και οπαδοί της Αρειανικής αίρεσης.

Αναφερόμενος στον τρόπο συγκλήσεως και λειτουργίας της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας ο καθηγητής Βλάσιος Φειδάς, μετά από αναλυτική έρευνα καταλήγει στα ακόλουθα συμπεράσματα:

«Α. Το δικαίωμα συγκλήσεως της συνόδου κέκτηται η κανονικώς αρμοδία εκκλησιαστική αυθεντία, ήτοι ο Οικουμενικός Θρόνος, διότι η υπό του αυτοκράτορος σύγκλησις των Οικουμενικών συνόδων κατά την Βυζαντινήν περίοδον υπήρξε πάντοτε περιφερειακόν και όχι ουσιώδες στοιχείον της συνοδικής παραδόσεως.

Β. Ως αίτιον κινητοποιήσεως του συνοδικού συστήματος δέον να θεωρείται ουχί απλώς ‘εύλογος τις αιτία’ εκ του κινδύνου διασπάσεως της ενότητος της Εκκλησίας εν τε τη ορθή πίστει και τη αγάπη.

Γ. Η πρόσκλησις διά την συμμετοχήν εις την σύνοδον δέον να αποσταλή προς τους Επισκόπους μόνον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, διότι μόνον ούτοι αποτελούν και τα οργανικά μέλη της συνόδου κατά την Ορθόδοξον συνοδικήν παράδοσιν.

Δ. Ο αριθμός των μελών της Συνόδου δέον να αντιστοιχή προς τον αριθμόν των Επισκόπων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, διό και πρέπει να προσκληθούν εις την Σύνοδον πάντες οι Επίσκοποι, καν εισέτι δεν δυνηθούν να συμμετάσχουν άπαντες των εργασιών αυτής.

Ε. Η συμμετοχή εις την Σύνοδον κατεγνωσμένων αιρετικών ή σχισματικών Επισκόπων είναι εκκλησιολογικώς αδιανόητος και κανονικώς ανεπίτρεπτος άνευ προγενεστέρας υπ’ αυτών αποκηρύξεως της αιρέσεως ή του σχίσματος και άνευ ειδικής συνοδικής διαδικασίας διά την αποδοχήν αυτών εις εκκλησιαστικήν κοινωνίαν.

ΣΤ. Οι πρεσβύτεροι και διάκονοι δύνανται να μετάσχουν των εργασιών της Συνόδου μόνον ως εκπρόσωποι των δι’ οιουσδήτινας λόγους απόντων οικείων Επισκόπων ή και ως απλοί γραμματείς (νοτάριοι) κατά τας εργασίας της συνόδου. Οι πρεσβύτεροι και διάκονοι δύνανται δι’ ειδικής συνοδικής αποφάσεως να παρακολουθήσουν τας εργασίας της Συνόδου, άνευ όμως του δικαιώματος ομιλίας ή ψήφου κατ’ αυτάς, ενώ ουδόλως αποκλείεται η παρουσία αυτών εις την Σύνοδον εν τη εννοία των προσω-πικών συμβούλων των οικείων Επισκόπων.

Ζ. Η θέσις των λαϊκών εις την Σύνοδον δύναται να προσδιορισθή διά του δικαιώματος αυτών να συμμετέχουν των προσυνοδικών συσκέψεων ή των ειδικών συμβουλίων επί των διαφόρων εκκλησιαστικών ζητημάτων, αλλά κατά τας επισήμους εργασίας της συνόδου δύνανται απλώς να παρίστανται μετ’ ειδικήν σχετικήν συνοδικήν απόφασιν, άνευ όμως του δικαιώματος ομιλίας ή ψήφου κατ’ αυτάς.

Αι θεμελιώδεις αύται κανονικαί αρχαί εφηρμόσθησαν όχι μόνον εις την Α΄ εν Νικαία, αλλά και εις πάσας τας μετ’ αυτήν συγκληθείσας Οικουμενικάς Συνόδους, ει και μετά τινων επουσιωδών τροποποιήσεων, διότι εκφράζουν την αμετακίνητον βάσιν της συνοδικής συνειδήσεως της Εκκλησίας, η οποία δέον να υπόκειται εις πάσαν νέαν ιστορικήν μορφήν κινητοποιήσεως του συνοδικού συστήματος. Η αυθεντικότης της μελλούσης να συγκληθή Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας δύναται να διασφαλισθή μόνον διά της συνοδικής παραδόσεως της Εκκλησίας και διά μόνης της εξωτερικής προσαρμογής αυτών εις τας συγχρόνους ιδιοτύπους συνθήκας διαρθρώσεως και δομής της Ορθοδόξου Εκκλησίας»[5].

Σχετικά με το πρώτο σημείο του κ. Καθηγητού θα πρέπει να τονισθεί ότι το αναφαίρετον αυτό κανονικό δικαίωμα του Οικουμενικού Θρόνου εν ουδεμία περίπτωση εφαρμόζεται χωρίς την προηγούμενη συνεννόηση του Οικουμενικού Πατριάρχου μετά των υπολοίπων Ορθοδόξων Προκαθημένων.

Για διαφορετικούς λόγους είχαμε στη συνέχεια τη σύγκληση Οικουμενικών Συνόδων, της Β΄ το 381 στην Κωνσταντινούπολη για την καταδίκη των Πνευματομάχων και μάλιστα του αρχηγού τους Μακεδονίου, την Γ΄ στην Έφεσο το 431 κατά του Νεστορίου του ανθρωπολάτρου και των οπαδών του, την Δ΄ στη Χαλκηδόνα το 451 κατά του Διοσκόρου του Μονοφυσίτου και των οπαδών του, την Ε΄ στην Κωνσταντινούπολη το 553 κατά των Ωριγενιστών, την Στ΄ πάλι στην Κωνσταντινούπολη το 681 κατά των Μονοθελητών, την εν Τρούλλω Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο το 691 ως συμπλήρωμα της προηγούμενης και την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο το 787 στη Νίκαια κατά των Εικονομάχων[6]. Με αυτήν συνδέεται και η Σύνοδος αναστηλώσεως των αγίων εικόνων στην Κωνσταντινούπολη το 843. Σημαντική θεωρείται και η επί Πατριάρχου Φωτίου Μεγάλη Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως το 879, καθώς και η Σύνοδος των Ανατολικών Πατριαρχείων στα Ιεροσόλυμα το 1443, όπου αποκηρύσσεται η ψευδοένωση των Εκκλησιών διά της Συνόδου της Φλωρεντίας του 1439.

Ο π. Γεώργιος Μεταλληνός αναφερόμενος στη προσφορά της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην υπόθεση της Παιδείας σε μια εποχή, που κατά τον εθνικό μας ποιητή «όλα τα ’σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά», τονίζει ότι αποτελεί «σπουδαίο ορόσημο η απόφαση της Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, επί Ιερεμία Β΄ του Τρανού το 1553, να φροντίζουν οι Ορθόδοξοι Μητροπολίτες για την ίδρυση σχολείων και την υποστήριξη γενικά της παιδείας στις επαρχίες τους. Είναι η πρώτη επίσημη πράξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας για την ανάπτυξη σχολικής παιδείας. Ο 7ος κανόνας της Συνόδου ορίζει ρητά ‘‘ώρισεν η αγία Σύνοδος έκαστον επίσκοπον εν τη εαυτού παροικία φροντίδα και δαπάνην την δυναμένην ποιείν, ώστε τα θεία και ιερά γράμματα δύνασθαι διδάσκεσθαι, βοηθείν δε κατά δύναμιν τοις εθέλουσι διδάσκειν και τοις μαθείν προαιρουμένοις, εάν των επιτηδείων χρείαν έχουσι»[7].

Τέλος πρέπει να αναφερθεί ότι η διοίκηση της Εκκλησίας, εκτός της περιπτώσεως των Ιεροσολύμων, όπου ήταν το κέντρο της δράσεως του Ιησού Χριστού, εν πολλοίς στηρίχθηκε στο υφιστάμενο πολιτικό διοικητικό σύστημα της εποχής, όπου στα μεγάλα πολιτικά κέντρα είχαμε και τη δημιουργία των ανάλογων εκκλησιαστικών κέντρων, όπως η Αλεξάνδρεια, η Αντιόχεια, η Ρώμη και μετά η Κωνσταντινούπολη. Έτσι οι μητέρες πόλεις έγιναν και Εκκλησιαστικές Μητροπόλεις. Μάλιστα λόγω των διωγμών και της εκδιώξεως των Εβραίων από τα Ιεροσόλυμα, και φυσικά και των χριστιανών, αφού στην πλειοψηφία τους οι χριστιανοί των Ιεροσολύμων ήσαν Εβραίοι, η πρώτη Εκκλησία των Ιεροσολύμων σχεδόν διαλύθηκε από ανθρώπινης πλευράς. Την ίδια ώρα όμως άρχισε να οργανώνεται και να λειτουργεί ως ηγέτιδα Εκκλησία η Τοπική Εκκλησία της Αλεξάνδρειας. Σ’ αυτό συνέτεινε πολύ τόσο η λειτουργία της γνωστής περίφημης Κατηχητικής Σχολής της Αλεξάνδρειας του Πάνταινου, του Κλήμεντος και του Ωριγένους, όσο και το γεγονός ότι η Αλεξάνδρεια με την περίφημη Αλεξανδρινή Βιβλιοθήκη της είχε ήδη καταστεί το πνευματικό κέντρο των επιστημών και του παγκόσμιου πολιτισμού ως αποκορύφωμα της ακμής των ελληνιστικών χρόνων που θεαματικά συνέβαλε τα μέγιστα ο Μέγας Αλέξανδρος και οι διάδοχοι του.

Έτσι, Εκκλησιαστικοί άνδρες της Αλεξανδρινής Εκκλησίας πρωτοστατούσαν στην αντιμετώπιση ερμηνευτικών προβλημάτων της Εκκλησίας, όχι μόνο στην περιοχή τους, αλλά παγκόσμια στο τότε γνωστό κόσμο που είχε εξαπλωθεί ο Χριστιανισμός. Τους καλούσαν Επίσκοποι τοπικών εκκλησιών να δώσουν λύσεις στις προσπάθειες παρερμηνείας των κειμένων της Αγίας Γραφής. Αυτό συνέβη ιδιαίτερα με τον Ωριγένη. Κατά τον ίδιο τρόπο ο Επίσκοπος Αλεξανδρείας κατέστη κατά κάποιο τρόπο ο εκφραστής της συνείδησης της Εκκλησίας για σοβαρά θέματα που απασχολούσαν ολόκληρη την Εκκλησία. Αυτό το διαπιστώνουμε με τις γνωστές εγκύκλιες επιστολές του Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, όπως εκείνες του Μεγάλου Αθανασίου, που καθορίζεται με σαφήνεια ο Κανών της Καινής Διαθήκης, η ημέρα του εορτασμού του Πάσχα κι άλλα συναφή θέματα σχετικά με τη διαφύλαξη του περιεχομένου της διδασκαλίας της Εκκλησίας. Έτσι θα λέγαμε ότι η Εκκλησία της Αλεξάνδρειας συνέβαλε τα μέγιστα στη δογματική θεμελίωση του Χριστιανισμού και της Θεολογίας μέσα στον κόσμο, ως επίσης και στην οργάνωση του Μοναχισμού σε Ανατολή και Δύση.

Σταδιακά με την ενδυνάμωση και άλλων πολιτικών κέντρων είχαμε ταυτόχρονα και την αναβάθμισή τους σε εκκλησιαστικά κέντρα. Έτσι, με τη δημιουργία της τοπικής Εκκλησίας της Ρώμης στην πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας απόκτησε μια θέση τιμής όπως εκείνη που απελάμβανε ήδη η Αλεξάνδρεια. Αυτό ιστορικά ερμηνεύεται ότι η Αλεξάνδρεια δεν σταμάτησε με την θεολογική της Παράδοση να δίνει την ορολογία της στην έκφραση της Ορθόδοξης πίστεως της Εκκλησίας, όπως συνέβη με την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας το 325 με το γνωστό Αθανασιανό όρο «ομοούσιος» για το πρόσωπο του Υιού. Στη συνέχεια, με τη μετακίνηση της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας στην Ανατολή, τη Νέα Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη, απεδόθησαν κατά τον Δ΄ αιώνα ίσα δικαιώματα τιμής που είχε η Παλαιά Ρώμη και στη Νέα. βαθμιαία η ενίσχυση των δύο νέων ισχυρών πολιτικών κέντρων, της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης, οδήγησε σιωπηρά στον υποβιβασμό της Αλεξάνδρειας από την πρωταρχική θέση τιμής που απολάμβανε στον Παγκόσμιο Χριστιανικό κόσμο.

Τελικά δημιουργήθηκε ο γνωστός θεσμός της Πενταρχίας με δικαιοδοσία να ρυθμίζει όλα τα εκκλησιαστικά προβλήματα της Εκκλησίας, όταν ξέφευγαν της δυνατότητας λύσης από τις τοπικές Εκκλησίες, με τη γνωστή ιεράρχηση που ισχύει μέχρι σήμερα, εκτός φυσικά της Ρώμης που έχει εκπέσει με το σχίσμα του 1054.

Έτσι, μέχρι τη δημιουργία νέων Πατριαρχείων και αυτοκεφάλων Εκκλησιών, ίσχυε ο θεσμός της Πενταρχίας με τις Εκκλησίες της Παλαιάς Ρώμης, της Νέας Ρώμης (Κωνσταντινουπόλεως), Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων[8].

Με τον τρόπο αυτό η Αλεξάνδρεια από πρώτη βρέθηκε τρίτη λόγω του ότι η Ρώμη και η Κωνσταντινούπολη, όπως αναφέραμε, κατέστησαν ισχυρότερα πολιτικά κέντρα. Κοντά στις Εκκλησίες αυτές λειτουργούσε και η Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου, το Αυτοκέφαλο της οποίας επικυρώθηκε τελεσίδικα και αμετάκλητα με τον 8ον κανόνα της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου το 431 στην Έφεσο.

Όπως προείπαμε, με το Σχίσμα του 1054 είχε εκπέσει η Εκκλησία της Ρώμης και στη συνέχεια εξ αυτής το ΙΣΤ΄ αιώνα οι Λουθηρανοί, που διαμαρτύρονταν για τις γνωστές εκτροπές του Βατικανού με χειρότερη την υιοθέτηση των συγχωροχαρτιών, ως επίσης κι οι άλλες όμοιες ομάδες[9] και στη συνέχεια και οι Αγγλικανοί[10].

Το 1589 είχαμε την ίδρυση του Πατριαρχείου της Ρωσίας, την κατάργηση του το 1721 και την ανασύστασή του το 1917. Το 1850 την κανονική ανακήρυξη του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος[11], το 1879 την ανακήρυξη του Αυτο-κεφάλου της Εκκλησίας της Σερβίας και το 1920 την ανύψωση της σε Πατριαρχείο· το 1885 την ανακήρυξη του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ρουμανίας και το 1925 την ανακήρυξη της σε Πατριαρχείο· το 1924 είχαμε την ανακήρυξη του Αυτοκεφά-λου της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Πολωνίας· το 1937 την ίδρυση του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Αλβανίας· το 1945 την ανακήρυξη του Πατριαρχείου της Βουλγαρίας, το 1990 την ίδρυση του Πατριαρχείου της Γεωργίας και το 1998 την ανακήρυξη του Αυτοκεφάλου της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Τσεχίας και της Σλοβακίας.

Στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν από την τελευταία Οικουμενική Σύνοδο μέχρι τη σύγχρονη εποχή, τα πρεσβυγενή Πατριαρχεία μαζί με την Εκκλησία της Κύπρου επιλαμβάνονταν εκτάκτως των διαφόρων προβλημάτων που αντιμέτωπιζε η Εκκλησία, χωρίς να λειτουργεί ένας μόνιμος θεσμός. Μάλιστα σε μερικές περιπτώσεις όταν υπήρχαν ιδιάζοντα τοπικά προβλήματα ανάλογα με την ακμή τους είχαμε μια, θα λέγαμε, επέμβαση είτε του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως είτε του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, για να δώσουν λύσεις σε προβλήματα τοπικών Εκκλησιών ανάλογα με το κύρος των προσωπικοτήτων των Προκαθημένων των δύο Εκκλησιών[12].

Γενικά, μετά την τελευταία Οικουμενική Σύνοδο του 787 η Εκκλησία ακολουθούσε τη δική της πορεία σε τοπικό επίπεδο έχοντας ως θεματοφύλακα πορείας την κοινή πίστη της, όπως αυτή εκφραζόταν μέσα από την Αγία Γραφή, τα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας και των αποφάσεων των Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων. Πάντοτε όμως υπήρχαν προβλήματα και μάλιστα μεγάλα, όπως οι έριδες επί του Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά τον ΙΔ΄ αιώνα. Η Εκκλησία συνέχιζε συνοδικώς να δίνει τις απαραίτητες λύσεις για την προστασία της διδασκαλίας της και ενότητας της.

Ακόμη, οι επιστολές που αντάλλασαν οι Προκαθήμενοι των Πρεσβυγενών Πατριαρχείων με την ευκαιρία της εκλογής τους και των μεγάλων εορτών του Πάσχα, των Χριστουγέννων και του νέου ενιαυτού, στάθηκαν μια ακόμη αφορμή για να βιώνουν την κοινή πίστη της Εκκλησίας, αλλά και για να θίγουν σοβαρά προβλήματα που απειλούσαν την ενότητα της Εκκλησίας.

Τα δύσκολα χρόνια που έζησε η Ορθόδοξη Εκκλησία μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως έδωσαν την εντύπωση μιας φαινομενικής παρακμής στους μη Ορθοδόξους. Δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τον αγώνα της για επιβίωση των μελών της με αποτέλεσμα όπως τονίζει ο Καθηγητής Νίκος Ματσούκας, «οι γνώμες των ετεροδόξων, ρωμαιοκαθολικών και προτεσταντών, για την Ορθόδοξη Εκκλησία σ’ όλο αυτό και το μεταγενέστερο διάστημα είναι ποικίλες και αντιφατικές σε ορισμένες περιπτώσεις. Από επιδράσεις της Ρωμαιοκαθολικής θεολογίας, η οποία σε μερικά σημεία ήταν δυσμενής για την Ορθόδοξη Εκκλησία, και από κακή εκτίμηση των πραγμάτων από την πλευρά των προτεσταντών, η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρήθηκε σε ορισμένους κύκλους στατική, απολιθωμένη, συντηρητική και μ’ ένα πολύπλοκο λατρευτικό τύπο, και συνάμα με εξελληνισμένη δογματική διδασκαλία. Χώρια από το γεγονός ότι κατά περιόδους μεγάλες η Ορθοδοξία δέκτηκε σκληρές προσηλυτιστικές επιθέσεις σ’ όλο το χώρο της Ανατολής»[13].

Μια σημαντική προσπάθεια για συνένωση των Ορθοδόξων λαών από πολιτικής πλευράς για κοινή δράση και αγώνα για απελευθέρωση μπορεί να χαρακτηρισθεί η ιστορική πρωτοβουλία της Φιλικής Εταιρείας κατά το ΙΘ΄ αιώνα στο χώρο των Βαλκανίων όπου, «αρχομένου του 19ου αιώνα η κατάστασις των υπό την Τουρκίαν χριστιανικών λαών ήτο αφόρητος εκ πάσης επόψεως… ενισχύετο σφοδρώς ο πόθος της απελευθερώσεως, όν υπέθαλψαν και οι ιδέαι της μεγάλης Γαλλικής Επαναστάσεως. Την πρωτοβουλίαν της προπαρασκευής του αγώνος μετά τον Ρήγαν Φερραίον (+1798), όστις διά των θουρίων και των εκκλήσεων αυτού εκάλει τους Έλληνας, Σέρβους, Βουλγάρους, Ρουμάνους, ως αδελφούς, εις τον κοινόν αγώνα της απελευθερώσεως, ανέλαβεν η ‘Φιλική Εταιρεία’, εξ ολίγων μεν απαρτισθείσα κατ’ αρχάς αλλά μυήσασα εν βραχεί χρονικώ διαστήματι πάντας σχεδόν τους εξέχοντας Έλληνας, εν οις ήσαν Πατριάρχαι, Αρχιερείς και άλλοι κληρικοί”.[14]

Έτσι, στο ξέσπασμα της Ελληνικής Επαναστάσεως κορυφαίοι Ιεράρχες της Ορθο-δοξίας, όπως ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός και πολλοί άλλοι σφαγιάσθησαν από τους φανατικούς μουσουλμάνους Τούρκους με την κατηγορία ότι ήσαν υπεύθυνοι για το μεγάλο ξεσηκωμό, αλλά και για να μεταδώσουν το φόβο οι τύρρανοι άπιστοι κατακτητές στον απλό λαό.

Άλλωστε στα δύσκολα χρόνια που προηγήθησαν, εκεί που κατάφεραν να κυβερ-νούν οι άπιστοι μουσουλμάνοι, ελπίδα και στήριγμα των απροστάτευτων ορθοδόξων πληθυσμών στάθηκε η Εκκλησία η οποία λειτουργούσε κι ως εθναρχούσα Εκκλησία. Αυτό σήμαινε ότι η Εκκλησία είχε την ευθύνη για τη διατήρηση της θρησκευτικής και εθνικής ταυτότητος των μελών της, κάτι που συμβαίνει σήμερα στο χώρο της διασποράς. Ταυτόχρονα η Εκκλησία έπρεπε να αναπληρώσει και το κράτος προνοίας και κοινωνικής προσφοράς, αφού εκεί που κυριάρχησαν οι άπιστοι υπήρχε τυραννία, εκμετάλλευση, κακοποίηση, βαρειά φορολογία και άδικη πολιτική, όπου οι κρατού-ντες εισέπρατταν χωρίς να δίνουν τίποτα καλό. Έτσι, η Εκκλησία έγινε η μάνα των ορφανών και των χηρών, των ασθενών και των αδικημένων και των διωγμένων.

Η Ορθοδοξία έγινε η ζωή των ανθρώπων. Με τη δημιουργία ελεύθερων δημοκρα-τικών κρατών η συμβολή της Ορθοδοξίας στα καθημερινά προβλήματα του λαού συνεχίστηκε με την συνεργασία Εκκλησίας – Πολιτείας, χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπήρχαν και προβλήματα, όταν οι φορείς αυτών δεν ήσαν προετοιμασμένοι για τη συνεργασία αυτή.

Έστω κι αν η σχέση Εκκλησίας – Πολιτείας, λίγο πολύ θεσμοθετήθηκε με την θεολογία των Μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας, του αγίου Αθανασίου και του αγίου Βασιλείου, την τελική της μορφή πήρε επί Ιουστινιανού στο χώρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με την αρχή της «συναλληλίας».

Σε τοπικό επίπεδο η Ορθοδοξία έκανε ζωντανή τη παρουσία της με το ποιμαντικό της έργο στο χώρο της ενορίας και της κοινότητας και σε εθνικό επίπεδο με την λειτουργία του θεσμού της Συνόδου. Σε παγκόσμιο επίπεδο, μέσα στη σύγχυση και τις πολιτικές ανατατάξεις, ελάχιστη ήταν η παρουσία της και πολύ περισσότερο η συμβολή της στο πολιτικό γίγνεσθαι, αφού η ανθρωπότητα διά της πολιτικής της ηγεσίας, είχε επιλέξει ως μέσον λύσεως των διαφορών της την πολεμική σύρραξη. Η Εκκλησία απλώς προσπαθούσε ως θεατής της οδύνης και του πόνου των αποτελε-σμάτων των απάνθρωπων πολέμων να περιθάλψει τους τραυματισμένους και τους διωγμένους.

 

[1] Α΄. Κορινθ. 5, 3 – 5

[2] ‘‘έδοξε τω Αγίω Πνεύματι και ημίν’’, Πράξ. 15,28.

[3] Εφεσ. 3, 2.

[4] Αθανασίου Γιέφτιτς, Παράδοσις και ανανέωσις εν τω θεσμώ των Οικουμενικών Συνόδων, στον Τόμο «Συνοδικά» Ι, έκδοση Ορθοδόξου Κέντρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Σαμπεζύ της Γενεύης, 1976, σελ. 76 – 77.

 

[5] Βλ. Φειδά, Η Α΄. Οικουμενική Σύνοδος – Προβλήματα περί την σύγκλησιν, την συγκρότησιν και την λειτουργία της Συνόδου, στον Τόμο «Συνοδικά» Ι, Γενεύη, 1976, σελ. 226 – 227.

[6] Βλέπε Κανόνιον, Εγκόλπιον Ημερολόγιον, Παράρτημα Εκκλ/κού Φάρου Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής, σελ. 142 – 143, Αλεξάνδρεια, 1980.

[7] Μεταλληνού Γεωργ., Παρεμβάσεις, Ιστορικές & Θεολογικές, σελ.75, Αθήνα,1998.

[8] Βλέπε Φειδά Βλασίου, Ο θεσμός της Πενταρχίας των Πατριαρχών, Αθήνα, 1977.

[9] Από τη μετάφραση του αγγλικού ρήματος protest = διαμαρτύρομαι, οι ομάδες αυτές είναι γνωστές στην ιστορία του Χριστιανισμού ως Προτεστάντες ή Διαμαρτυρόμενοι.

[10] Ενώ οι πρώτοι άρχισαν να λειτουργούν ως ξεχωριστές χριστιανικές ομάδες που ξεκίνησαν από το λαό, οι Αγγλικανοί έφυγαν από τη Ρώμη με απόφαση του Βασιλιά τους. Γι’ αυτό μέχρι σήμερα στήν Αγγλικανική Εκκλησία υπάρχουν τρείς τάσεις: η υψηλή Εκκλησία που λίγο-πολύ συνδέεται με τη Ρωμαιοκαθολική παράδοση, η Χαμηλή, που συγγενεύει με τους Προτεστάντες και η Φιλελεύθερη που σχετίζεται με το Φεμινισμό και την δήθεν απελευθέρωση από παραδοσιακούς τύπους λατρείας.

[11] Είναι γνωστό ότι είχε προηγηθεί πραξικοπηματικά, αντικανονικά και αυθαίρετα η ανακήρυξη του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος το 1833, βάσει τη εκκλησιαστικής πολιτικής των Βαυαρών και του Φαρμακίδη, που θεωρούσαν κακώς το Οικουμενικό Πατριαρχείο σαν το Βατικανό της Ανατολής και την υπαγωγή της Εκκλησίας της Ελλάδος στο Οικουμενικό Πατριαρχείο σαν συνέχεα υπαγωγής στο δυνάστη τύραννό της, την Τουρκία. Πέραν της αντικανονικότητας, είχαμε και μια πράξη αγνωμοσύνης και έλλειψης ιστορικής μνήμης, γιατί την ορθόδοξη και ελλη-νική της ταυτότητα η Ελλάδα την διαφύλαξε με τις θυσίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

[12] Βλέπε περισσ. Πετρογιάννη Κων., Μελέτιος Πηγάς και Λατίνοι, Ηράκλειο, 1997.

[13] Ματσούκα Νικ., Οικουμ. Κίνηση, Ιστορία-Θεολογία, Θεσσ/νίκη, 1986, σελ.128.

[14] Παπαδοπούλου Χρυσοστόμου, Η Ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία, Αθήνα, 1954, σ.183. 



Ετικέτες