Πανορθόδοξη Σύνοδος και Γενική Ορθόδοξος Προσύνοδος, 1931

Loading...


Του Σεβ. Μητροπολίτη Ζιμπάμπουε Σεραφείμ Κυκκώτη

 

Ο μακαριστός Οικουμενικός Πατριάρχης Φώτιος απέστειλε το Φεβρουάριο του 1931 επίσημη επιστολή προς τους Μακαριωτάτους Προκαθημένους των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών για σύγκληση Γενικής Ορθοδόξου Προσυνόδου. Συγκεκριμένα σε επιστολή του προς τον τότε Αρχιεπίσκοπο Κύπρου μακαριστό Κύριλλο Γ΄ αναφέρει τα ακόλουθα:

«Μετά την αποστολήν προς τας αδελφάς Εκκλησίας κατά τον μήνα Οκτώβριον του παραληλυθότος έτους των εκτυπωθέντων Πρακτικών της συνελθούσης εν Αγίω Όρει Προκαταρτικής Διορθοδόξου Επιτροπής, την λήψιν δε ήδη και απαντήσεων παρά πασών σχεδόν των αδελφών Εκκλησιών, χωρούντες ασμένως περαιτέρω εν τη οφειλε-τική μερίμνη και ενεργεία υπέρ της αισίας συν Θεώ πραγματοποιήσεως της συγκλή-σεως και της Προσυνόδου, κατά τα κοινή εν Αγίω Όρει αποφασισθέντα, προέβημεν, συσκεψάμενοι μετά της περί ημάς Αγίας και Ιεράς Συνόδου, εις την εξής περί της Συνόδου απόφασιν.

Υπόψη δηλονούν έχοντες την πολλήν διευκόλυνσιν, ήτις κατά την γενικήν εκτίμησιν προήλθεν εκ της εκτυπώσεως και διαμονής μια εκάστη των αδελφών Εκκλησιών των Πρακτικών της Προκαταρτικής Επιτροπής ως προς το έργον της ιδιαιτέρας υφ’ εκά-στης Εκκλησίας μελέτης των υπό της Επιτροπής ορισθέντων θεμάτων της Προσυνόδου, και επαρκές ένεκα τούτου διάστημα χρόνου προς άνετον πάσαις ταις αδελφαίς Εκκλη-σίαις παρασκευήν ευρίσκοντες το χρονικόν διάστημα ενός και ημίσεως το πολύ έτους, έγνωμεν και ωρίσαμεν τελικώς ως χρόνον της συγκλήσεως της Γενικής Ορθοδόξου Προσυνόδου την Κυριακή της Αγίας Πεντηκοστής του έτους 1932, 19 Ιουνίου 1932, αφειμένου ούτω ακαθορίστου εισέτι μόνου του σημείου του τόπου της συγκλήσεως της Προσυνόδου, καθορισθησομένου ακολούθως εν καιρώ»[1].

 

Φαίνεται ότι ορατές δυσκολίες για την κοινή συνάντηση των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών οδήγησαν τον τότε Οικουμενικό Πατριάρχη Φώτιο να ακυρώσει ή μάλλον να αναβάλει την Γενική Ορθόδοξη Προσύνοδο. Για ακόμη μια φορά διαφάνηκε ότι χωρίς την κατάλληλη προετοιμασία μεταξύ των Ορθοδόξων Προκαθημένων ουδείς μπορεί να εγγυηθεί την επιτυχία οποιασδήποτε σημαντικής Διορθόδοξης Συνάντησης και μάλιστα Γενικής Ορθόδοξης Προσυνόδου.

Δεν αποκλείεται η αποτυχία αυτή να οδήγησε μετά από πέντε χρόνια το 1936 στην οργάνωση του Α΄ Πανορθόδοξου Θεολογικού Συνεδρίου, που «συνήλθεν εν Αθήναις τη πρωτοβουλία της Θεολογικής Σχολής Αθηνών. Την όλην οργάνωσιν του Συνεδρίου και την δημοσίευσιν των πρακτικών είχεν αναλάβει και έφερεν εις πέρας ο καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος. Λόγω των πολιτικών συνθηκών, του Συνεδρίου εκείνου δεν είχον μετάσχει αι Θεολογικαί Σχολαί της Εκκλησίας της Ρωσίας»[2].

Το ρήγμα ανάμεσα στην ορθόδοξη ενότητα ήταν ήδη ορατό, όχι ως προς την κοινή πίστη της Οικουμενικής Ορθοδοξίας, αλλά ως προς το θέμα της διοικήσεως και της κανονικής ευθύνης του συντονισμού των Ορθοδόξων.

 

 

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ ΡΩΣΙΑΣ ΝΑ ΣΥΓΚΑΛΕΣΕΙ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ, 1947

 

Το 1947 ο μακαριστός Πατριάρχης Ρωσίας Αλέξιος προσεκάλεσε δι’ εγκυκλίου επιστολής του τους Αρχηγούς των Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών σε Πανορθόδοξο Συνέδριον, συγκαλούμενον υπ’ Αυτού στη Μόσχα με τον ακόλουθο κατάλογο ζητημάτων:

1. Σχέση του Βατικανού προς την Ορθοδοξία κατά τα τελευταία τριάκοντα έτη

2. Η Ορθόδοξος Εκκλησία και η Οικουμενική Κίνησις

3. Η δυνατότης της αναγνωρίσεως των Αγγλικανικών χειροτονιών υπό της Ορθοδόξου Εκκλησίας

4. Η Αρμενογρηγοριανή Εκκλησία, η Συροϊακωβιτική Εκκλησία, η Αιθιοπική Εκκλησία, η Συροχαλδαϊκή Εκκλησία και σχέσις αυτών προς την Ορθόδοξον Εκκλησίαν.

5. Κανονικά ζητήματα της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, περί του Ρωσικού σχίσματος, περί του ημερολογίου, περί παραδοχής των εκπεσόντων κληρικών και άλλα.

 

Ο τότε Αρχιεπίσκοπος Κύπρου μακαριστός Λεόντιος εκφράζοντας την κανονική τάξη των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών απάντησε στον Προκαθήμενον της Ρωσικής Εκκλησίας τονίζοντας του ότι «λυπούμεθα, ότι συμφώνως τη κανονική τάξει, δηλούμεν, ότι δεν αποδεχόμεθα την γενομένην πρόσκλησιν εις Πανορθόδοξον Συνέδριον. Τοιαύτην αρμοδιότητα έχει μόνον το Οικουμενικόν Πατριαρχείον Κωνσταντινουπόλεως, ως Πρώτον εν τη Ορθοδόξω Ανατολική Εκκλησία»[3].

Παρομοία ήταν κι η στάση κι άλλων Ορθοδόξων Προκαθημένων.

 

ΠΡΟΘΕΣΗ ΣΥΓΚΛΗΣΕΩΣ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΟ 1952.

Εκφράζοντας την αγωνία και την ευαισθησία πολλών Ορθοδόξων πιστών για καλύτερη παρουσία και συνεργασία των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, και μάλιστα για σύγκληση Πανορθοδόξου Συνόδου στο γνωστό εκκλησιαστικό όργανο της Εκκλησίας της Κύπρου «Απόστολος Βαρνάβας» του 1951 διαβάζουμε το ακόλουθο εύστοχο σχόλιο:

«Η σύγκλησις Πανορθοδόξου Συνόδου είναι αναγκαιοτάτη. Πλείστα όσα Πανορθοδόξου ενδιαφέροντος ζητήματα αναμένουν από δεκάδων ετών την εξέτασιν αυτών και λύσιν. Είναι διά τούτο αξία ολοθύμου επικροτήσεως και υποστηρίξεως η πρωτοβουλία της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Αθηναγόρου προς σύγκλησιν Πανορθοδόξου Συνόδου κατά το προσεχές έτος 1952. Το γεγονός δ’ ότι η Α.Θ.Π. αποστέλλει Επιτροπήν προς τας Ορθοδόξους Αυτοκεφάλους Εκκλησίας προς συζήτησιν ζητημάτων σχετικών προς την Πανορθόδοξον Σύνοδον, υπό την Προεδρίαν Ιεράρχου επιλέκτου, του Μητροπολίτου Σάρδεων κ. Μαξίμου, μαρτυρεί την απόφασιν Αυτής, όπως πραγματοποιηθή η σύγκλησις της Συνόδου.

Ευχόμεθα εξ όλης ψυχής, ίνα, επερχομένης πλήρους συμφωνίας μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών, συνέλθη η Πανορθόδοξος Σύνοδος, η οποία θα σημειώση εποχήν εν τη ιστορία της κατ’ Ανατολάς Ορθοδόξου Εκκλησίας, θα αποτελέση αφετηρίαν προόδου δι’ αυτήν και ακμής»[4].

 

Το νέο αξιόλογο στοιχείο στη παραπάνω αναφορά είναι ότι συνειδητοποιήθηκε εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου η αναγκαιότητα της κατάλληλης προετοιμασίας με τις προσωπικές επαφές μετά των υπολοίπων Ορθοδόξων Εκκλησιών για την επιτυχία της οργάνωσης οποιασδήποτε Διορθόδοξης συνάντησης. Τελικά οδηγηθήκαμε στις Πανορθόδοξες Διασκέψεις που ξεκίνησαν τη δεκαετία του 1960 στη Ρόδο για τις οποίες θα γίνει αναφορά στη συνέχεια, μέσα στα πλαίσια παρουσιάσεως αξιόλογων ιστορικών κειμένων που μας βοηθούν να κατανοήσουμε τη μεγάλη σημασία της Πανορθόδοξης Συνόδου, αλλά πολύ περισσότερο για να συνεχίσουμε όλοι μας να προσευχώμαστε για την ορατή ενότητα των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, για τη συνεργασία τους και την επιτυχία των εργασιών της Πανορθοδόξου Συνόδου. (Βλέπε περισσότερα στο Βιβλίο του Σεραφείμ Κυκκώτη, Ενότητα και Μαρτυρία της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο σύγχονο κόσμο, Αθήνα, 2005, εκδόσεις Νεκτάριος Παναγόπουλος, σελ. 63 – 87).



Ετικέτες