Οι σχέσεις της Εκκλησίας και του κράτους στην πραγματική διάστασή τους

Loading...


 Άρθρο του Σεβ. Μητροπολίτη Δημητριάδος κ. Ιγνατίου στην Εφημερίδα ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ 

Οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη των συζητήσεων στην Ελληνική κοινωνία εδώ και αρκετές δεκαετίες. Οι ραγδαίες όμως εξελίξεις, τόσο στην πατρίδα μας, όσο και στην παγκόσμια κοινότητα, τις επαναφέρουν στο προσκήνιο με τρόπο εμφαντικό.

    Υπάρχουν πολλές αφορμές, όπως ο πολιτικός γάμος, η καύση των νεκρών ή ο θρησκευτικός βουλευτικός όρκος, οι οποίες οδηγούν σε αντιπαραθέσεις, χωρίς όμως, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, να προκύπτει μια σοβαρή συζήτηση, όσον αφορά χρόνιες παρεξηγήσεις, αλλά και υπαρκτά προβλήματα. Έτσι, η κοινή γνώμη εισπράττει μόνον μια εικόνα συγκρουσιακή, που οδηγεί στο λαθεμένο συμπέρασμα, πως όλη η συζήτηση έχει να κάνει αποκλειστικά με την διατήρηση κάθε είδους κεκτημένων εκ μέρους της Εκκλησίας. Εκεί μάλιστα, που ιδιαιτέρως αναδεικνύεται αυτή η αντιπαράθεση, είναι το πεδίο της σχέσης, συχνά και της αντίφασης, μεταξύ κανόνων της Εκκλησίας και νόμων της Πολιτείας.

    Ο εξωτερικός παρατηρητής ίσως και να απορήσει με την αδυναμία να συμφωνηθεί κάτι φαινομενικά αυτονόητο: Η Εκκλησία έχει τους κανόνες της, που δεν αποτελούν τίποτε περισσότερο από την πρακτική εφαρμογή της διδασκαλίας της. Η Πολιτεία έχει τους δημοκρατικά ψηφισμένους νόμους της, οι οποίοι ρυθμίζουν τη σχέση των πολιτών, λαμβάνοντας βέβαια υπ΄ όψιν την πολυπολιτισμικότητα της σύγχρονης κοινωνίας, αλλά και τα δεδομένα ενός παγκόσμιου νομικού πολιτισμού. Εκκλησία και Κράτος λοιπόν παρουσιάζονται ως απολύτως διακριτοί χώροι, άρα αυτονόητη και σχετικά εύκολη παρουσιάζεται η ανάγκη για πλήρη αυτονομία των δύο να διαμορφώνουν τις δικές τους νομικές διατάξεις.

    Την κατάσταση όμως, τουλάχιστον στην πατρίδα μας, περιπλέκει ένα γεγονός: Συχνά, συμπατριώτες μας διχάζονται μεταξύ Εκκλησιαστικής κανονικότητας ως συνεπείς πιστοί και πολιτικής νομιμότητας ως νομοταγείς πολίτες. Καθώς, λοιπόν, επιδιώκουν την πιστή τήρηση των κανόνων που διέπουν την λειτουργία και των δύο θεσμών, καταλήγουν να βιώνουν εσωτερικές συγκρούσεις και διλήμματα, τα οποία αγγίζουν θεμελιώδεις αξίες της προσωπικής τους ζωής. Τα διλήμματα αυτά οξύνονται στις μέρες μας, καθώς η κρατική νομοθεσία φαίνεται να απομακρύνεται όλο και περισσότερο από χριστιανικές αξίες και ανάλογους ηθικούς κανόνες. Η διάσταση αυτή, χωρίς αμφιβολία, επιταχύνει την επανεξέταση και τον επαναπροσδιορισμό της θέσης της Εκκλησίας στη δημόσια σφαίρα.

    Είναι σαφές, πως οι νέες συνθήκες μπορεί να οδηγήσουν Εκκλησία και Πολιτεία σε μια ριζική αποξένωση, μπορεί όμως και να τις οδηγήσουν σε ένα βαθύ αναστοχασμό, με συνέπεια ένα νηφάλιο διάλογο μεταξύ τους, μακριά από αγκυλώσεις και προκαταλήψεις του παρελθόντος. Η αλήθεια είναι πως, αυτά τα κατάλοιπα έχουν εμποδίσει για δεκαετίες την ειλικρινή και καλοπροαίρετη επικοινωνία και έχουν ορθώσει στεγανά. Είναι όμως καιρός, ένας παραγωγικός διάλογος να βασιστεί σε σύγχρονα δεδομένα, εντοπίζοντας τα διαχρονικά στοιχεία, που έχει να παρουσιάσει η πλούσια και σημαντική ιστορία του κάθε θεσμού.

    Έτσι, η μεν Πολιτεία καλείται να σεβαστεί μακραίωνες πνευματικές και πολιτιστικές παρακαταθήκες, που συνεχίζουν να αναδεικνύουν την ιδιοπροσωπία του λαού μας και να νοηματοδοτούν τον βίο μεγάλης πλειοψηφίας των Ελλήνων πολιτών. Η δε Εκκλησία, μέσω, κατ΄ αρχάς, εσωτερικών διεργασιών και στη συνέχεια ενός καλοπροαίρετου διαλόγου με την πολιτεία, καλείται να αναλύσει τις νέες συνθήκες και να ενισχύσει το κύρος της στην Ελληνική κοινωνία, εμπλουτίζοντας τα νομικά της επιχειρήματα με πρωτοβουλίες συστηματικής και αναβαθμισμένης ποιμαντικής μέριμνας και πνευματικής καλλιέργειας του Ελληνικού λαού. Με άλλα λόγια, και οι δύο θεσμοί οφείλουν να θέσουν σε προτεραιότητα το ανθρώπινο πρόσωπο, τον σημερινό ¨Έλληνα και τη σημερινήΕλληνίδα, τις ανάγκες, τις αγωνίες και τη δίψα τους για νόημα και αξίες ζωής, αφήνοντας πίσω τους πρακτικές περιχαράκωσης και συγκρούσεων.

    Την ανάγκη αυτή θέλησε να ικανοποιήσει η Εταιρεία Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου και ιδιαίτερα ο πρόεδρός της, καθηγητής κ. Ιωάννης Κονιδάρης, σε συνεργασία με την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος και το Δικηγορικό Σύλλογο Βόλου, μέσω του τριήμερου Συνεδρίου που διοργάνωσαν στο Βόλο, από 13 έως 15 Φεβρουαρίου 2015, με θέμα «Κανόνες της Εκκλησίας και Νόμοι της Πολιτείας». Με τον τρόπο αυτό δόθηκε μια σημαντική ευκαιρία σε ορισμένους από τους πλέον σημαντικούς και έγκριτους εργάτες της επιστήμης του Κανονικού Δικαίου αλλά και τους εκκλησιαστικολόγους του Δικαίου της Πολιτείας, να προβληματιστούν σε ορισμένες από τις πιο σημαντικές πτυχές της σχέσης μεταξύ κανόνων της Εκκλησίας και νόμων της Πολιτείας. Ίσως να χρειαστούν αρκετές τέτοιες συναντήσεις, πριν οδηγηθούμε σε οριστικά συμπεράσματα και αποφάσεις. Η σημασία όμως αυτού του Συνεδρίου, αλλά και άλλων παρόμοιων, που ευχόμαστε να ακολουθήσουν, είναι η ενίσχυση πνεύματος διαλόγου και επικοινωνίας, βασισμένου στην επιστημονική γνώση, την Ελληνική πολιτιστική και πνευματική παράδοση, κυρίως όμως τις ανάγκες και τις αναζητήσεις της Ελληνικής κοινωνίας, που περιμένει λύσεις, αλλά και πρότυπα, στην δύσκολη πορεία της προς την έξοδο από τους χαλεπούς καιρούς.



Ετικέτες