Οι Πατέρες και η εποχή μας

Loading...


Ομιλία του σεβ. Μητροπολίτου Αλεξ/πόλεως Ανθίμου στις 16 Οκτωβρίου 2012 στο Βόλο στην Ιερατική Σύναξη της Ι.Μ.Δ.

Σεβασμιώτατε, άγιε Δημητριάδος, σας ευχαριστώ για την Πρόσκληση, που φανερώνει την εμπιστοσύνη που μου έχετε να ομιλήσω στους ιερείς σας.

Δεν θα δεχόμουν την Πρόσκληση αν ήταν να μιλήσω σε λαϊκούς.

Επειδή στους ιερείς προτίθεμαι να μιλήσω με άλλη γλώσσα, όχι διδακτικά και εποικοδομητικά, αλλά απλά και ειλικρινά, όπως μιλάμε μέσα στο σπίτι μας, για οικογενειακά μας θέματα.

Αγαπητοί Πατέρες και αδελφοί,

Είμαστε ιερείς της Εκκλησίας και με όση συναίσθηση κι αν προσήλθαμε στην ιερωσύνη, έχουμε πια τη χάρη και την εμπειρία του φανερωμένου Μυστηρίου.

Η χάρη είναι δεδομένο μέγεθος, σταθερό.

Η εμπειρία αποκτάται και καλλιεργείται. Έχει δυναμική.

Για μας, η εμπειρία της ποιμαντικής μας είναι ψυχικός πόνος, αμφιβολία και αγανάκτηση, επειδή ο Θεός σιωπά στις εκκλήσεις μας, «ξοδεύει μπλε για να μην τον βλέπουμε». Είμαστε υπηρέτες ενός αναπόδεικτου μυστηρίου, που ενδεχομένως να μας καταστήσει αναπολόγητους οφειλέτες. Είμαστε όμως, περισσότερο προνομιούχοι  από τους λαϊκούς αδελφούς μας. Η ζωή μας κυλά μέσα σε ομορφιά, σε τέχνες, σε λουλούδια, σε άμφια, με μουσική, με λατρευτική τάξη, με κοινωνική αναγνώριση, που μας καθιστούν αυθεντίες, σε μικρό ή σε μεγαλύτερο κύκλο, τον καθένα.

Απαραίτητη εξάρτυσή μας πρέπει να είναι:

1. Η Αγία Γραφή.

Άραγε πόσο τη διαβάσαμε; πόσο προβληματιζόμαστε πάνω στα ιερά της κείμενα;

Στους αιώνες που προηγήθηκαν, έχουν γίνει ατέρμονες συζητήσεις περί της θεοπνευστίας της. Έχει άπειρες φορές αμφισβητηθεί η αλήθεια της. Όμως, δεν μπορεί να καταχωνιαστεί σε κάποιο αραχνιασμένο ράφι βιβλιοθήκης, επειδή ακριβώς είναι πάντα επίκαιρη.

Στην εποχή μας, κάποιοι την ειδωλοποιούν.

Κάποιοι την παίρνουν παραμάσχαλα και πηγαίνουν μ’αυτήν να κάνουν ιεραποστολή.

Αυτές οι τακτικές είναι λαθεμένες, επειδή «δεν έκανε η Γραφή την Εκκλησία, αλλά η Εκκλησία έκανε τη Γραφή» (Κοζάνης Διονύσιος Ψαριανός).

Η παραχάραξή της και οι παρερμηνείες της, γέννησαν αιρέσεις και πλάνες, μέχρι και εγκλήματα, επειδή εμπνέει την ελευθερία της βουλήσεως του χριστιανού.

2. Η Ιερά Παράδοση.

Μοιάζει να είναι κάτι ιερό, στατικό κι απαρασάλευτο.

Όμως, ένας σύγχρονός μας λέει ότι: «παράδοση είναι ό,τι παραδίνουμε» (Διον. Σαββόπουλος).

Η Παράδοση έχει επάνω της «σκουριά και λάσπη». Η σκουριά οφείλεται στους φίλους της, η λάσπη στους εχθρούς της.

Όλα αυτά, είναι ριγμένα στις πλάτες μας σαν χρυσοποίκιλτος μανδύας ή σαν το χιτώνα που δώρησε η Δηϊάνειρα στο μυθικό Ηρακλή.

Αυτές τις δυό βασικές εξαρτύσεις μας, την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, διαχειρίζονται οι Πατέρες μας.

Εμείς όμως σήμερα, εδώ, προβληματιζόμαστε αρχικά για αυτούς τους ίδιους, τους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας. Ας μην ξεχνάμε ότι τους γιορτάζουμε τρεις φορές το χρόνο:

την έβδομη Κυριακή μετά το Πάσχα, τους Πατέρες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, όπου διαβάζεται η περικοπή από την αρχιερατική προσευχή του Κυρίου (Ιω. ιζ’).
την Κυριακή από 13 – 19 Ιουλίου, τους Πατέρες της Β’, Γ’, Δ’, Ε’ και ΣΤ’ Οικουμενικής Συνόδου. Διαβάζεται η περικοπή από την επί του Όρους ομιλία (Ματθ. ε’).
την Κυριακή από 11 – 17 Οκτωβρίου, τους Πατέρες της Ζ’ Οικουμενικής. Διαβάζεται η παραβολή του σπορέως (Δ’ Λουκά).
Ποιά, λοιπόν, είναι η θέση των Αγίων Πατέρων μας στη σημερινή Εκκλησία;

Αυτό το ερώτημα δεν απαιτεί λογική απάντηση αλλά εμπειρική, γι’ αυτό απευθύνω αυτήν την ερώτηση μόνο σε ιερείς, όχι σε λαϊκούς.

Μιά απάντηση που «αναπαύει», που «βολεύει» είναι ότι οι Πατέρες είναι «είδωλα».

Στα κηρύγματα πολλοί από μας, λένε: «…οι Πατέρες της Εκκλησίας λένε αυτό ή εκείνο….».  Και διερωτώμαι: -Ποιοί, Πατέρες, τα λένε; -υπάρχουν παραπομπές; -όλοι οι Πατέρες τα λένε; -σε κάθε εποχή; -σε κάθε τόπο;

Ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν στο βιβλίο του «Ημερολόγιο» (σελ. 212) γράφει απορημένος «γι’ αυτήν την αναγωγή όλων των πραγμάτων της Ορθοδοξίας στους Πατέρες και στην πνευματικότητα. Τους μετατρέψαμε σε ένα είδος καρικατούρας, τους κάναμε είδωλα, πανάκεια, θεραπεία όλων των κακών…».

Ποιό είναι το σωστό; Να τιμάμε τους Πατέρες μας για την οσιακή βιοτή τους, για το σταθερό τους φρόνημα ή για το μαρτύριό τους, να τους προσκυνούμε, να τους δοξάζουμε, να αντλούμε από το παράδειγμά τους, να τους αντιγράφουμε, να επικαλούμαστε τον φωτισμό τους, πάντοτε.

Όμως, σε ό,τι αφορά στα κείμενά τους, χρειάζεται προσοχή και σύνεση.

Επειδή λίγοι από μας τα μελέτησαν συστηματικά, τα σύγκριναν μεταξύ τους και τα ανέλυσαν, όμως όλοι ανεξαιρέτως τα παπαγαλίζουμε, τα μεταχειριζόμαστε αποσπασματικά χωρίς συνάφεια, διανθίζουμε το λόγο μας και τα γραπτά μας με σκόρπιες φράσεις τους, οπότε υπάρχει ο κίνδυνος να εμφανίσουμε τους αγίους συγγραφείς τους αλληλοσυγκρουόμενους ή παλλινωδούντες.

Πάντως αυτή η ειδωλοποίηση των Πατέρων και των κειμένων τους αναπαύει συνειδήσεις, βολεύει, όσους δεν θέλουν να βασανιστούν πάνω στο θέμα.

Μιά άλλη απάντηση είναι πιο δύσκολη και επικίνδυνη:

Είναι αυτή που λέει ότι οι Πατέρες μας δείχνουν τον τρόπο, τον δρόμο, την ευθύνη για το πώς πρέπει εμείς να προβληματιζόμαστε για τα ζητήματα του καιρού μας.

Σε όσα οι Πατέρες δίνουν απαντήσεις, τις αποδεχόμαστε με σεβασμό κι έχουμε πολλές πτυχές της κατά Χριστόν ζωής για τις οποίες οι Πατέρες μας διδάσκουν σωστά, άριστα, θεόπνευστα, ως χειρουργοί της ψυχής.

Όμως, στα διφορούμενα; στα επίκαιρα ποιμαντικά προβλήματα;

Ο ιερεύς με το πετραχείλι στο λαιμό πρέπει να απαντήσει, να δώσει διέξοδο, λύση.

«-Πάτερ, να δώσω τα όργανα του παιδιού μου;

-να λάβω μόσχευμα;

-να υιοθετήσω παιδί;

-να κάνω εξωσωματική;

-να προτιμήσω αυτή ή την άλλη μορφή ερωτικής και συζυγικής σχέσεως»; κλπ.

Σε τέτοιες και σε παρόμοιες ερωτήσεις, τόσο η Γραφή και η Παράδοση, όσο και οι Πατέρες μας: σιωπούν!

Αλήθεια, πόσες φορές υπήρξαν που δεν είχαμε τί ν’ απαντήσουμε!

Τα επιχειρήματά μας αποδείχτηκαν αδύναμα! Η προσευχή μας έμεινε αναπάντητη! Το θαύμα δεν έγινε! Μας αποστόμωσαν! Μας απέρριψαν!

Είναι τότε, που νιώθουμε την ποιμαντική μας αναποτελεσματική, όπως ένιωσαν οι Απόστολοι κάτω από το Θαβώρ: στριμωγμένοι από τους Φαρισαίους, αδύναμοι να θεραπαύσουν το άρρωστο παιδί, αποτυχημένοι!

Αυτά όμως είναι ερωτήματα που καίνε και περιμένουν απάντηση, οι άνθρωποί μας κι ο σύγχρονος κόσμος.

Το να δώσουμε χρήματα σε κάποιους, το να λειτουργήσουμε ένα συσσίτιο, είναι το εύκολο (κι αυτό να δούμε μέχρι πότε).

Όμως, το να πούμε απλά «κάνετε υπομονή…» μας φαίνεται μοιρολατρικό και λίγο.

«Πάντως ο καλύτερος ιεροκήρυκας, της δικής μας εποχής, είν’ αυτός που απευθύνει το κήρυγμα του στον ίδιο του τον εαυτό, στη δική του απελπισία και ολιγοπιστία, στη δική του χλιαρή καρδιά» (Σμέμαν).

Ο 21ος αιώνας δεν διαφέρει από τον 1ο, τον 5ο, τον 10ο και τον 15ο αιώνα. Διαφέρουν τα αιτήματα των Χριστιανών μας, που:

ή πνίγονται στη μοναξιά τους
ή θάβονται στην δραστηριότητά τους
ή χάνονται στην απεραντοσύνη του Θεού.
Συνηθίζουμε να λέμε: «ο Θεός είναι μεγάλος» μά, είναι εύκολο να μας απαντήσουν: «ναι, είναι πολύ μεγάλος και πολύ μακριά για να ασχοληθεί με εμένα»!

Γι’ αυτό, χρειάζεται να αναστηθεί η ανθρωπολογία που χάθηκε κάτω από την απολυτοποίηση της θεολογίας.

Το θαύμα που έχει ανάγκη σήμερα ο κόσμος, δεν είναι η ανάσταση του Θεού (ένας Θεός βεβαίως μπορεί να αναστηθεί!), είναι η ανάσταση του ανθρώπου.

Οπότε, η θεολογία οφείλει να είναι πάντοτε σε ευέλικτη πορεία σχηματισμού,

ελεύθερου από δογματισμούς, και
χωρίς απολυτοποιήσεις,
να δίνει λόγο «παντὶ τῷ αἰτοῦντι»,
να γίνεται «τοῖς πᾶσι τὰ πάντα».
Βέβαια, στη βάση, στην αφετηρία αυτού του σχηματισμού, πρέπει να στέκεται ακλόνητος πάντοτε ο σαρκωμένος λόγος του Θεού.

Όλα μπορούν να διαφοροποιηθούν, όμως, αυτή η βάση, όχι!

Είπα: «όλα να διαφοροποιηθούν»; μήπως αυτό είναι βλασφημία; μήπως έτσι θίγεται η θεοπνευστία;

Οπωσδήποτε όχι! η θεοπνευστία, όπως εξηγεί ο καθηγ. Χρυσ. Σταμούλης, δεν υπήρξε ποτέ ως μαγική τελετουργία. Οπότε, με σταθερή τη βάση της πίστεως (το σαρκωμένο Λόγο του Θεού) εκείνο που χρειάζεται, κυρίως, είναι μια δυναμική, προσωπική, άκρως υποκειμενική διαδικασία, ώστε να προσλάβουμε και να οικειωθούμε τις ενέργειες του Θεού.

Δεν θέλω να πω τίποτε περισσότερο από αυτό που κάνετε όλοι σας, ως εξομολόγοι, όταν διαχειρίζεσθε την οικονομία στους κανόνες, όταν βάζετε επιτίμια για να «οικονομήσετε» ψυχές.

Άρα, η θεοπνευστία δεν είναι μιά πράξη που καταργεί τον άνθρωπο, αλλά διαδικασία που επιδιώκει να αναδείξει την εσώτερη αλήθεια του, που ίσως κι ο ίδιος να μη τη γνωρίζει ή να μην αντέχει να την δει κατάματα.

Αν στη διαχείρηση των ψυχών που κάνουμε, «οικονομούμε» ακόμα και την Αγ. Γραφή, τότε τί γίνεται με τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων;

Προσέξτε! Ο Χριστός είπε ότι θα μας δώσει το Άγιο Πνεύμα, το οποίο θα μας οδηγήσει «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν». Δεν είπε ότι θα μας δώσει τις Οικουμενικές Συνόδους!

Το καινούργιο που πρόσφατα ακούγεται περί του «αλαθήτου» των Οικουμενικών Συνόδων δεν περιλαμβάνεται στην Αγία Γραφή.

Ο π. Ιω Ρωμανίδης γράφει: Η Σύνοδος δεν φτιάχνει Πατέρες, αλλά αποτελείται από Πατέρες. Αν αυτοί, δεν είναι θεόπνευστοι, τότε ούτε και η Σύνοδος είναι».

Δεν λέει ότι οι Σύνοδοι δεν είναι θεόπνευστες, λέει ότι «τα όρια της γλώσσας μας δεν είναι τα όρια της αλήθειας μας».

Ας μη δεσμεύουμε το Άγιο Πνεύμα μέσα σε χρονικά και σε γεωγραφικά όρια.

Οι Πατέρες δεν φιλοσοφούσαν, αλλά απαντούσαν σε ερωτήσεις, έλυναν προβλήματα:

Όχι προβλήματα βιοποριστικά, αλλά σωτηριολογικά.

Συγκεντρώνονταν για να λύσουν συγκεκριμένα προβλήματα που δίχαζαν τη σωτηριολογική σκέψη και κλόνιζαν την «κατά Χριστόν» πορεία του λαού του Θεού.

Αποσαφήνιζαν με σύμβολα, με όρους και με αποφάσεις, την βιωμένη από τους Χριστιανούς δογματική διδασκαλία, προκειμένου να την προστατεύσουν από αιρετικές αποκλίσεις και διαβρώσεις.

Στην Εκκλησία, αλάθητη ήταν μόνο η ζωή του «ενός, κοινού, αγίου, καθολικού και αποστολικού» σώματος και τίποτ’ άλλο.

Είναι το ίδιο που κάνετε κι εσείς σε κάθε ιερατική σας σύναξη, όπου αγωνιάτε για την πορεία της Ενορίας σας και της Μητροπόλεως σας.

(Ακούμε αυτές τις ημέρες ότι σε μια γειτονική σας Μητρόπολη συζητείται αν πρέπει να γίνεται δεκτός ως ανάδοχος και παράνυμφος, όποιος τελεί σε πολιτικό γάμο. Ή αν ενδείκνυται να τελούνται στους Ναούς μας γάμος γονέων και βάπτιση των παιδιών τους, συνεχόμενα, την ίδια ημέρα. Ανεξάρτητα από την άποψη στην οποία θα κατασταλάξουμε ως Εκκλησία, η συζήτηση ήδη φανερώνει τον ποιμαντικό προβληματισμό μας).

Σε παρόμοια ζητήματα, αλλά κυρίως στην εξομολόγηση, αφουγκράζεσθε την χαλάρωση του φρονήματος των πιστών και αποφασίζετε να λάβετε μέτρα. Άραγε, είναι σωστά; είναι λαθεμένα; Μόνο ο Θεός ξέρει, μα, εσείς πρέπει να τα πάρετε.

Ως πατέρες της εποχής μας θα «σηκώσετε στις πλάτες σας» αυτήν την ευθύνη. Και θα την ακουμπήσετε μόνο στα πόδια του Χριστού. 

Έλεγε κάποιος παλιότερα: «όταν ήταν να χειροτονηθείς, πάτερ μου, δεν ήξερες ότι είναι καλύτερα να είσαι πρόβατο, παρά τσομπάνης;»

Μα, τόσο απλά γίνονταν, όσα έγιναν στις Οικουμενικές Συνόδους;

Ναι! μόνο που εκεί νοιάζονταν και για την ενότητα της σύνολης Εκκλησίας αλλά και τη συνοχή της Αυτοκρατορίας.

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος (Λόγος στα Θεοφάνεια ΛΘ΄ 11), γράφει:

«οὐδὲν γὰρ περὶ τῶν ὀνομάτων ζυγομαχήσομεν ἕως ἂν πρὸς τὴν αὐτὴν ἔννοιαν αἱ συλλαβαὶ φέρωσι» (δεν πρόκειται να φιλονικήσουμε για τα ονόματα, όταν οι λέξεις έχουν την ίδια σημασία), «οὐδὲ γὰρ ἐν ρήμασιν ἡμῖν ἡ εὐσέβεια ἀλλ’ ἐν πράγμασιν».

Δηλ. όποιος έχει ευσεβή διάνοια μπορεί να εκφράζει την αλήθεια των πραγμάτων ακόμα και με «άγραφες λέξεις», ενώ κάποιος που έχει διεφθαρμένο νου, αδυνατεί να αποκαλύψει την αλήθεια ακόμα κι όταν χρησιμοποιεί ορολογία των Γραφών.

Λοιπόν, κλείνω αυτήν την παράγραφο χωρίς να στοχεύω στη θεοπνευστία ή στη συνοδικότητα ή στο «αλάθητό» τους, αλλά, επειδή ανησυχώ που πολλοί θεολόγοι στον καιρό μας, χρησιμοποιούν τη θεοπνευστία και τη συνοδικότητα, επειδή θέλουν το καράβι της Εκκλησίας να μένει αγκυροβολημένο στο παρελθόν.

Πρακτική που βολεύει τους άτολμους απέναντι στην πρόκληση της ζωής.

Βολεύει και κάποιους πονηρούς που η μόνη τους αλήθεια και αναφορά είναι η εξουσιαστικότητα και η δύναμη.

Όμως, εσείς αδελφοί και πατέρες, με το πετραχείλι στο λαιμό, ξέρετε ότι οι άνθρωποι σήμερα, δεν ζητούν «την εξουσίαν του Πατρός αλλά την καρδίαν του Πατρός».

Ένας ψευδο-γέροντας είναι φοβερά επικίνδυνος, και υπάρχουν τόσοι πολλοί σήμερα, συνήθως γεμάτοι δίψα για εξουσία.

Όμως εμείς, δεν μπορούμε να αρνηθούμε το παρόν ή να απουσιάσουμε απ’ αυτό.

Αντλούμε από το παρελθόν από τη Γραφή, από τους αγίους Πατέρες μας και από την ιερά μας Παράδοση, για να ποτίσουμε τον κήπο μας σήμερα.

Κι όταν το νερό δεν είν’ αρκετό, τότε τον ποτίζουμε με τον ιδρώτα της αγωνίας μας, δηλ. «οικονομούμε» τα πράγματα.

Το παρελθόν το έχουμε μέσα μας και το αξιοποιούμε για να νοηματοδοτήσουμε το παρόν.

Η αυτοκρατορία πέρασε, μπορεί ν’ ανθίσει και να φέρει κι άλλο, όμως, θα είναι  αλλιώτικο, δεν θα είναι το ίδιο, δεν πρέπει να είναι το ίδιο.

Μερικοί ζουν με τη νοσταλγία μιας άλλης εποχής, ωραίας! μα, άλλης.

Και όταν αυτός ο νόστος απορρίπτει τα πράγματα του παρόντος, τότε απορρίπτει και την αλήθεια του παρελθόντος.

Και καταλήγει ένας νόστος για το νόστο, μια αυτοϊκανοποίηση, ένας αυτοερωτισμός

μια μετάθεση, μια παραμόρφωση.

Νοσταλγούμε όταν δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς.

Νοσταλγούμε για να νοσταλγούμε, όταν δεν ζούμε, επιμένει ο καθηγ. Σταμούλης.

Μια παρόμοια «θεολογία» δεν είναι ποιμαντική. Ίσως να είναι ακαδημαϊκή γνώση, ίσως! πάντως ποιμαντική και ανάπαυση συνειδήσεων, δεν είναι.

Οπότε σε μας, που είμαστε με το πετραχήλι στο λαιμό, δεν είναι χρήσιμη.

Όλοι μας διακηρύσσουμε συνέχεια πως «χωρίς Χριστό δεν μπορούμε να είμαστε ευτυχισμένοι» έτσι δεν είναι;

Όμως, γιατί συναντάμε στους Ναούς μας, και ανθρώπους δυστυχισμένους με το Θεό; Τι φταίει;

Φταίει το ότι ο σύγχρονος άνθρωπος δεν αντέχει ολοκληρωτικά τον εαυτό του. Και η Ορθοδοξία αν συμβιβαστεί με αυτήν την κατάσταση θα μοιάζει με στρουθοκάμηλο που κρύβει το κεφάλι της στην άμμο για να μη βλέπει την πραγματικότητα.

Μια τέτοια στρουθοκαμηλίστικη ειδωλολατρική θεολογία, αν γίνει ποιμαντική, τότε θα είναι μια ποιμαντική που θα καίγεται χωρίς να φλέγεται ή καλύτερα: θα καίγεται επειδή ακριβώς δεν θα φλέγεται.

Σήμερα στην πατρίδα μας, οι μισοί χριστιανοί μας ζουν με τις αναμνήσεις του παρελθόντος και οι άλλοι μισοί με την προσδοκία του μέλλοντος.

Στους πρώτους ανήκουν οι ηλικιωμένοι, που το μυαλό τους γυρνάει στις Σμύρνες και στ΄ Αϊβαλιά.

Στους δεύτερους οι νέοι, που ζουν με την ελπίδα να φτάσουν κάποτε στη σύνταξη κι επειδή τώρα με την κρίση, η εργασία -οπότε και η σύνταξη- δεν είναι εξασφαλισμένα,

γι’ αυτό: ασχολούνται με τα έσχατα κάνοντας άλμα φυγής από το παρόν. Πετούν απ’ ευθείας από το παρελθόν στο μέλλον.

Αλήθεια; να σας ρωτήσω κάτι: αυτή η μανιώδης επιστροφή στο παρελθόν δεν σας θυμίζει τη γυναίκα του Λωτ; σιωπηλή, ανώνυμη, σύζυγος βιβλικού προσώπου, που στο τέλος το εγκατέλειψε για να δει πίσω (καθηγ. Σταμούλης).

Ήταν η γλυκύτητα της ανυπακοής; ήταν η ενσάρκωση του αντι-παραδείγματος; ήταν η άρνηση της συμπόρευσης; ήταν μια πηγή που στέρεψε;

Όσο κι αν την αισθανόμαστε οικεία, όσο κι αν την συμπαθούμε, ήταν το παράδειγμα μιας γυναίκας που προτίμησε το νεκρό παρελθόν από την αλήθεια του παρόντος.

Όμως, ο σημερινός άνθρωπος δεν ζητά, δεν έχει την ανάγκη της επιστροφής. Έχει ανάγκη να ζήσει «την σήμερον».

Γι’  αυτό έρχεται στο πετραχήλι μας, επειδή ψυχανεμίζεται ότι εμείς μπορούμε να τον οδηγήσουμε μπροστά. Κι όποιος βλέπει μπροστά, δεν επιτρέπει ούτε στον εαυτό του, ούτε στο διπλανό του να διαλυθεί στο παρόν.

Όποιος έρχεται στο πετραχήλι μας δεν ζητάει να τον βάλουμε στη μηχανή του χρόνου για να τον ξαποστείλουμε πίσω.

Έρχεται επειδή:

ψάχνει στήριγμα, ζητεί παράδειγμα, θέλει εμπειρία,
θέλει φως στο σκοτάδι που τον τύλιξε,
θέλει ελπίδα ανάστασης στο Γολγοθά που ανεβαίνει,
θέλει ένα καθημερινό θαύμα.
Πού μπορεί να τα βρει όλα αυτά;  Όχι στο παρελθόν, αλλά στη σημερινή, καθημερινή λειτουργική πράξη και ζωή.

Αυτός που έρχεται στο πετραχήλι μας, δεν έρχεται για να του ανοίξουμε το Πηδάλιο, τις αποφάσεις των Συνόδων και την Αγία Γραφή (ίσως και να τα γνωρίζει), έρχεται επειδή φοβάται το άσπρο-μαύρο (που επικρατεί στη Δύση και είναι η αυγουστίνεια άποψη του Ακινάτη που γέννησε το Βατικανό, το οποίο γέννησε τη Δύση), έρχεται επειδή ελπίζει στο γκρι-μπεζ (αυτό είναι το Ορθόδοξο).

Θέλει το «περίπου». Το «περίπου» είναι πρόταση ζωής, το «ακριβώς» είναι νεύρωση, οδηγεί στο φασισμό.

Στην Ορθοδοξία: «και οι δυο αντιφρονούντες έχουν δίκιο», την επομένη των εκλογών όλοι είναι νικητές, και δέκα εκατομμύρια Έλληνες είναι πρόεδροι.

Η Δύση δεν δέχθηκε με ταπείνωση το «περίπου» και τελικά έχασε το Θεό, που έψαχνε στο «ακριβώς».

Εξ’ άλλου στο Ευαγγέλιο φαίνεται ξεκάθαρα, αυτοί που αγαπούν το Θεό είναι οι άγιοι και οι αμαρτωλοί. Οι «απόλυτοι», οι σκληροί, οι φρυκτωροί της θρησκείας, γίνονται τόσο απάνθρωποι, που στο τέλος δεν αγαπούν το Χριστό, οπότε μπορούν να τον σταυρώσουν κιόλας.

Αγαπητοί μου Πατέρες,

Αυτή είναι η ευθύνη μας. Να διαχειριστούμε τη Γραφή και την πατερική εμπειρία των αγίων μας, προκειμένου να ξαναδημιουργήσουμε: 

α. την προσδοκία της βασιλείας του Θεού, και

β. την επιθυμία της ζωής, όχι απλά της μεταθανάτιας, αλλά της ζωής πριν το θάνατο.

Η δύναμη και η αγιότητα της πατερικής ζωής και γραμματείας, μας διδάσκουν:

πώς, πόσο, με ποιό τρόπο, με ποιά μέθοδο και τακτική θα διαχειριστούμε, εμείς, τα αδιέξοδα των «μικρών αδελφών» του Κυρίου μας.

Θα χρειαστεί να ξε-βολευτούμε από τον ψευτόκοσμο μας. Από την όμορφη ρομαντικότητα του παρελθόντος που είναι γύρω μας και μέσα μας.

Κάποτε, για να «οικονομήσουμε» τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, θα χρειαστεί να πολεμήσουμε την Παράδοσή μας. Και τη δύναμη για να την πολεμήσουμε θα μας την δώσει πάλι η Παράδοσή μας (Τσαρούχης).

Είπα: «να ξε-βολευτούμε;»  Ναι!

Αν αγαπάμε τον εαυτό μας, η μεταστροφή μας είναι δύσκολη. Αν μας αναπαύει το βόλεμα και είμαστε ικανοποιημένοι από τον εαυτό μας, τότε δεν κουνάμε ούτε το δαχτυλάκι μας για να βοηθήσουμε, μην τυχόν χαλάσει το καλό μας όνομα, μη τυχόν μας σχολιάσει δυσμενώς η εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος».

«Αχ! πόσο λίγο κάτω από το δέρμα μας κρύβεται το γνήσιο μίσος!» (Σμέμαν)

Όμως ο σύγχρονος άνθρωπος κουράστηκε από το μίσος, θέλει αγάπη, χαρά. Άραγε, γιατί, μερικές φορές, η ευσέβεια γίνεται μικρόψυχη και η προσευχή εγωκεντρική;

Όμως, χωρίς χαρά, η ευσέβεια και η προσευχή δεν έχουν χάρη!

Ο Θεός θα συγχωρέσει τα πάντα εκτός από την έλλειψη της χαράς, το ότι ξεχνάμε πώς εκείνος δημιούργησε και έσωσε τον κόσμο. Όπου δεν υπάρχει χαρά, ο Χριστιανισμός γίνεται βασανιστήριο. Είπε κάποιος, ότι αυτός ο κόσμος «έχει πλάκα». Ωστόσο είναι κατηφής, επειδή η χαρά (που διαφέρει από αυτό που ονομάζουμε «πλάκα»), προέρχεται μόνο από το Θεό, άνωθεν. Όχι μόνο η χαρά της σωτηρίας αλλά η σωτηρία ως χαρά.

Όλος αυτός ο τρόμος, ο φόβος κι ο πανικός που περιβάλλουν την πίστη μας, τελικά  δημιουργούν προβλήματα. Κι έπειτα έρχονται να τα λύσουν αυτοί που τα έσπειραν.

Μα, ο Θεός, όταν δημιουργούσε τον κόσμο δεν έθετε, ούτε έλυνε προβλήματα.

Δημιούργησε ό,τι απεκάλεσε «καλό λίαν».

Ενώ, λοιπόν, ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, ήρθε ο διάβολος και τον μεταμόρφωσε σε πρόβλημα.

Και τώρα, μια λεγεώνα ειδικών προσπαθούν να το λύσουν. Γι’ αυτό ο κόσμος μας έχει τέτοια κατήφεια και τόσο σκοτάδι.

Εμείς, οι ιερείς, δεν είμαστε για να αντιγράφουμε, είμαστε για να δημιουργούμε, δεν είμαστε μουσείο, είμαστε εργαστήρι.

Κάποιος είπε: «δημιούργησε και θα πεθάνεις εκτελεσμένος σαν εγκληματίας, αντίγραψε και θα ζήσεις ευτυχισμένος σαν ανόητος» (Μπαλζάκ).

Τελικά, ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να θυμάται τον Παράδεισο.

Κι εμείς τον φορτώνουμε με όρους βαρύγδουπους όπως «πνευματικότητα» και «εκκλησιαστικότητα».

Πάλι ο π. Αλέξ. Σμέμαν, γράφει:

«Πολύ συχνά, οι άνθρωποι που γνωρίζω να αναζητούν πνευματικότητα, είναι στενόμυαλοι, αδιάλλακτοι, ανιαροί, άχαροι και αρκετά συχνά κατηγορούν τους άλλους πως δεν είναι αρκετά πνευματικοί. Κέντρο της συνείδησης τους είναι οι ίδιοι και όχι ο Χριστός. Κανείς δεν ανθίζει κοντά τους. Ακριβώς το αντίθετο, μαραζώνει».

Να σας πω δυό λόγια για ένα άλλο μέγεθος που μπορεί να εκτροχιάσει την ποιμαντική μας. Είναι η έννοια της Ορθοδοξίας!

Λοιπόν, Ορθοδοξία χωρίς Εκκλησία δεν σημαίνει τίποτε. Μπορεί μάλιστα να καταντήσει ένα ιδεολόγημα, άγευστο πίστεως, αλιβάνιστο, ακοινώνητο, ίσως και επικίνδυνο!

Εδώ υπάρχει η τεράστια δική μας ευθύνη.

Ο Ορθόδοξος κόσμος έχει πάψει, σε μεγάλο βαθμό, να ενδιαφέρεται για τα δόγματα και το περιεχόμενο της πίστεως.

Στους ανθρώπους, σήμερα, δεν αρέσει να είναι πιστοί στην Εκκλησία, θέλουν η Εκκλησία να είναι πιστή σ’ αυτούς, να ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους.

Ήθελα να ‘ξερα: ποιος εφεύρε την ιδέα πως η πίστη αποτελεί λύση των καθημερινών προβλημάτων; Η πίστη πάντοτε είναι μεταφορά σε μιά άλλη διάσταση, σ’ ένα άλλο επίπεδο και γι’ αυτό φέρνει τον εκμηδενισμό των προβλημάτων, όχι τη λύση τους.

Για τους πρώτους χριστιανούς, το σώμα του Χριστού βρισκόταν επάνω στην Αγία Τράπεζα, επειδή Αυτός ήταν ανάμεσά τους.

Για τους σύγχρονους χριστιανούς, ο Χριστός βρίσκεται εδώ, επειδή το σώμα του, είναι επάνω στην Αγία Τράπεζα.

Σήμερα, «μοιάζουμε να είμαστε μια πληθώρα αρχών, νόμων και κανόνων.

-Μα! υπάρχει Θεός! Δεν χρειάζονται οι αρχές, μου αρκεί ο Θεός. Αν δεν υπάρχει, ε! τότε, ούτε οι αρχές μας σώζουν».

Στην εξομολόγηση βλέπουμε καθαρά, πόσο εύκολα συντρίβονται οι αρχές, από τη μοναδική εμπειρία κάθε ζωής.

Φοβόμαστε αυτήν την ευθύνη, δεν θέλουμε να την επωμισθούμε. Γυρεύουμε άλλοθι προκειμένου να αποποιηθούμε το δικό μας πατερικό λόγο, την πατερική στάση, την ποιμαντική ευθύνη. Και τότε, καταφεύγουμε στις συνταγές:  «-Παιδί μου, τί να κάνουμε; αυτό λένε οι άγιοι Πατέρες…»

Όχι! δεν περιφρονούμε τους Πατέρες, όμως, ούτε τους εκμεταλλευόμαστε.

Τους αξιοποιούμε. Τους τροποποιούμε. Τους προσαρμόζουμε. Δεν απορρίπτουμε τίποτε από όσα είπαν. Αυτό που σήμερα φαίνεται άκαιρο ή άχρηστο, ίσως αύριο ή μεθαύριο να είναι επίκαιρο.

Δεν είναι είδωλα οι Πατέρες, δεν είναι θέσφατα, είναι εργαλεία, είναι εμπειρία.

Διδασκόμαστε από την αγιοσύνη τους δηλ. από τις πτώσεις τους και από τη μετάνοιά τους.

Αντλούμε από την ρωμαλαία τακτική τους, από την δυναμική εκκλησιαστική διαδικασία τους, και συνεχίζουμε το ρόλο τους.

Η Εκκλησία που ανέδειξε εκείνους ως Πατέρες της, αναδεικνύει κι εμάς ως Πατέρες της, γεμάτους αγωνία για το ποίμνιό μας, με χαρά, με χάρη Θεού, με πρωτοτυπία, με ταλέντο, με ευελιξία, δηλ. με αγάπη.

Να σηκωθούμε από την μικρή και άνετη γωνιά μας, να στρωθούμε στην προσευχή, στη λατρεία, στη μελέτη της Αγ. Γραφής και των Πατέρων, να καλλιεργήσουμε την αγάπη μεταξύ μας να αφήσουμε «το ξεκούκισμα του κομποσχοινιού στη διάρκεια ενός εκκλησιαστικού κουτσομπολιού»(Σμέμαν), να κλειστούμε στους Ναούς για λατρεία, να ξανοιχτούμε στην κοινωνία για ιεραποστολή.

Αν δουλέψουμε έτσι, η Εκκλησία, η Ορθοδοξία, εμείς οι Πατέρες, τότε θα προβληματιστούμε και θα κατανοήσουμε γιατί η πίστη σήμερα μειώνεται ενώ, δυστυχώς, η θρησκεία ενισχύεται.

Καιρός είναι να ασχοληθούμε μ’ αυτό το δεδομένο και να μη δραπετεύουμε από την ευθύνη μας γι’ αυτό.

Σεβασμιώτατε αδελφέ,

Έχω την υποψία, κι αυτήν σας καταθέτω σήμερα, ότι η προσκόλληση στο παρελθόν, η στείρα παπαγαλία των πατερικών χωρίων, η φλυαρία περί Ορθοδοξίας έξω από την Εκκλησία και χωρίς πίστη, η αρτηριοσκληρωτική εμμονή στην αυτοκρατορία και στα σύμβολά της, οι βαρύγδουποι όροι και οι ακαταλαβίστικες έννοιες, δεν είναι η Πατερική μεθοδολογία, ούτε η Πατερική ποιμαντική που μας χρειάζεται σήμερα, στα νοσοκομεία, στις φυλακές, στα σχολεία, στα κοιμητήρια.

Νομίζω ότι χρειάζεται να ταπεινωθούμε. Να διακηρύξουμε την ήττα της Ορθοδοξίας στον τόπο μας. Δεν θα μας βλάψει η αλήθεια. Αντίθετα, θα μας ελευθερώσει από την σκλαβιά των ψευδαισθήσεων.

Αυτή πρέπει να είναι η πατερική ποιμαντική μεθοδολογία του σήμερα, της δικής μας εποχής.

Αυτή είναι ευθύνη μας, η αποστολή μας, η δόξα μας, η τιμή μας, η δουλειά μας.

Είναι εύκολο αυτό;

Τα πάντα μπορεί να είναι δυνατά σε μας, όταν είναι αληθινά.

Σας ευχαριστώ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αλ. Σμέμαν, «Το ημερολόγιό μου».
Χρυσ. Σταμούλη, «Έρως και θάνατος».
Χρυσ. Σταμούλη, «Η γυναίκα του Λώτ και η σύγχρονη θεολογία».



Ετικέτες