Νίκη της αλήθειας κατά της πλάνης

Loading...


Του Σεβ. Μητροπολίτου Κηφισίας, Αμαρουσίου και Ωρωπού κ. Κυρίλλου

H τιμή και η προσκύνηση των ιερών εικόνων είναι ουσιαστικώτατο χαρακτηριστικό της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ο Θεσμός των ιερών εικόνων εκφράζει ουσιαστικά και παραστατικά τον Θείο και ανθρώπινο, τον εγκόσμιο και συνάμα υπερκόσμιο χαρακτήρα της υποστάσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας, γι’ αυτό και συνιστά το πλέον βασικό εξωτερικό γνώρισμα αυτής.

Γι’ αυτό ακριβώς και η επέτειος της αναστηλώσεως των ιερών εικόνων με τη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το 843 μ.Χ. επί της Αυγούστας Θεοδώρας, ονομάζεται εορτή της Ορθοδοξίας, νίκη της αλήθειας κατά της πλάνης, και πανηγυρίζεται μεγαλοπρεπώς την πρώτη Κυριακή των νηστειών της Μ. Τεσσαρακοστής, τη γνωστή σε όλους Κυριακή της Ορθοδοξίας. Ο Χριστιανισμός υπό την επίδραση του Ιουδαισμού και των διατάξεων της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίες απαγορεύουν την εξοικόνιση του Θείου (ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα, όσα εν τω ουρανώ άνω και όσα εν τη γη κάτω, και όσα εν τοις ύδασιν υπό κάτω της γης˙ ου προσκυνήσεις αυτοίς, ότι εγώ ειμί Κύριος ο Θεός σου, Θεός ζηλωτής), περιορίσθηκε μόνο σε απλά σύμβολα και παραστάσεις σαν αυτές που συναντάμε στις κατακόμβες, στις σαρκοφάγους: τον ιχθύ, την άγκυρα, τον αμνό και διάφορες άλλες παραστάσεις.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει ότι: «Ιουδαίοις μεν ούν διά το της ειδωλολατρείας ευόλισθον…ο νόμος παιδαγωγός εις Χριστόν γέγονεν». Έτσι αντιλαμβάνεται την απαγόρευση κατασκευής εικόνων ειδώλων. «Όταν δε ίδης διά σε γενόμενον άνθρωπον τον ασώματον, τότε ποιήσεις της ανθρωπίνης μορφής το εκτύπωμα. Όταν ορατός ο αόρατος γένηται, τότε εικονήσεις το του οραθέντος ομοίωμα». Οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν εικόνες του Χριστού, ήταν αιρετικοί, οι Γνωστικοί, και τις προσκυνούσαν μαζί με εικόνες των φιλοσόφων Πυθαγόρα, Πλάτωνα. Παρά το γεγονός αυτό η Εκκλησία ήδη είχε αρχίσει από τον γ΄ αιώνα στην ιδέα εξεικονίσεως του προσώπου του Κυρίου.

Πρώτος ο Μέγας Βασίλειος (378 μ.Χ.) χαρακτηρίζει την περί εικόνων παράδοση της Εκκλησίας ως «Αποστολική», και σε επιστολή του προς τον διώκτη του Χριστιανισμού αυτοκράτορα Ιουλιανό τον Παραβάτη ονομάζει τις εικόνες (χαρακτήρες) των αγίων αποστόλων, προφητών, γι’ αυτό λέγει τις «τιμώ και προσκυνώ, κατ’ εξαίρετον τούτων παραδεδομένων εκ των αγίων αποστόλων και ουκ απαγορευομένων, αλλ’ εν πάσαις εκκλησίαις ημών τούτων ανιστορουμένων». Είναι λοιπόν σαφές ότι οι εικόνες την εποχή του Μ. Βασιλείου υπήρχαν όχι μόνο στους ναούς αλλά και σε σπίτια πολλών χριστιανών.

Ο διδακτικός χαρακτήρας των εικόνων τονίσθηκε επίσης και κατά τον ε΄ αιώνα από τον άγιο Νείλο τον Ασκητή, ο οποίος θεωρούσε ως αναγκαία την εξεικόνιση παραστάσεων από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη στους ναούς: «όπως αν οι μη ειδότες γράμματα, μηδέ δυνάμενοι τας θείας αναγινώσκειν γραφάς, τη θεωρία της ζωγραφίας μνήμην τε λαμβάνωσιν της των γνησίως τω αληθινώ Θεώ δεδουλευκότων ανδραγαθίας και προς άμιλλαν διεγείρωνται των ευκλεών και αοιδίμων αριστευμάτων, δι’ ων της γης τον  ουρανόν αντηλλάξατο, των βλεπομένων τα  μη ορώμενα προτιμήσαντες».

Με την επίλυση του δογματικού ζητήματος της ενώσεως των δύο εν Χριστώ φύσεων θεμελιώθηκε σαφέστερα η θεολογία των ιερών εικόνων και η προβολή της δυνατότητος ακτινοβολίας του θείου επί των δημιουργημάτων. Η ενανθρώπιση του Ιησού Χριστού καθιστούσε δυνατή τη θεώρηση καθιερωμένων υλικών αντικειμένων ως συμβόλων, τα οποία ανακλούσαν τη θεία δύναμη. Η θεολογική λοιπόν και η παιδαγωγική ερμηνεία της ιερής εικόνας ευνόησαν την πλήρη σύνδεσή της με την χριστιανική ευσέβεια, παρά την πολεμική των αιρετικών.

Πολέμιοι των ιερών εικόνων ήταν όλοι εκείνοι οι οποίοι δεν ακολούθησαν την εκκλησιαστική ερμηνεία του μυστηρίου της εν Χριστώ Θείας Οικονομίας, ειδικότερα δε στο Χριστολογικό δόγμα, και τέτοιοι εικονομάχοι υπήρξαν οι εκπρόσωποι των μεγάλων αιρέσεων (Αρειανισμός, Νεστοριανισμός, Μονοφυσιτισμός). Τα αίτια των εικονομαχικών ερίδων που συντάραξαν την Εκκλησία και την αυτοκρατορία για 116 χρόνια (727 – 843 μ.Χ.) είναι ποικίλα, κοινωνικά, ταξικά και αφορούσαν τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας. Από τότε που οι Αυτοκράτορες χωρίς τις προϋποθέσεις άρχισαν να θεολογούν (Βασιλεύς ειμί και ιερεύς), άρχισαν τα πράγματα να περιπλέκονται, θέλησαν να απομακρύνουν τους πιστούς από τις εικόνες με βίαιο τρόπο˙ και απέτυχαν γιατί προσέβαλαν την παράδοση της Εκκλησίας, για να περιορίσουν την υπερβολή της λαικής ευσέβειας. Βασανίστηκαν και διώχθηκαν πολλοί κατά την περίοδο της εικονομαχίας κυρίως μοναχοί, υπερασπιστές της τιμητικής προσκυνήσεως των ιερών εικόνων.

Μεγάλος υπέρμαχος των ιερών εικόνων αναδείχθηκε ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός που με τους περίφημους λόγους του ανέπτυξε την ορθόδοξη θέση και θεολογία περί της εικόνας και αποδοκίμασε οποιαδήποτε αναλογία εικόνας και ειδώλων. Υπεστήριξε με έμφαση ότι: α) οι εικόνες δεν τιμώνται οι ίδιες, όπως συμβαίνει με τα είδωλα, αλλά η τιμή προς αυτές ανάγεται στο πρωτότυπο, β) ότι το εικονιζόμενο πρόσωπο είναι υπαρκτό και όχι ανύπαρκτο. Με την έννοια αυτή κάθε υπαρκτό η ορατό είναι δυνατόν να παρασταθεί και εικονικώς, γι’ αυτό και ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος έγινε ορατός κατά την ενανθρώπισή του, είναι δυνατόν να περιγραφεί όπως οράθηκε, δηλαδή κατά την ενσώματη παρουσία του στη γη και όχι κατά την αόρατη ουσία του, κατά την υπόσταση του ενανθρωπήσαντος Λόγου και όχι κατά την θεία φύση Του.
Η τιμή των αγίων από τους πιστούς αναφέρεται τελικώς κατά τρόπο αναγωγικό στον ίδιο τον τριαδικό Θεό, αφού με τις εικόνες και τους αγίους «τω Θεώ προσάγω την προσκύνησιν και την  τιμήν, δι’ ον και τους αυτού φίλους σέβω».

Ένεκα, λοιπόν, της μυστικής αυτής σχέσεως εικόνος και πρωτοτύπου αφ’ ενός μεν η τιμή της εικόνος μεταβαίνει επί το πρωτότυπον, αφ’ ετέρου δε η ίδια εικόνα καθίσταται θαυματουργική από τη δύναμη του εικονιζομένου προσώπου. Αλλού δε αναφέρει: «Ώσπερ γαρ εν όλω τω κόσμω εγγράφως εκηρύχθη το  Ευαγγέλιον ούτως εν όλω τω κόσμω αγράφως παρεδόθη το εικονίζειν Χριστόν σεσαρκωμένον Θεόν και  τους Αγίους, ώσπερ και προσκυνείν τον σταυρόν, και  κατά Ανατολάς εστώτας προσεύχεσθαι». «Πού γαρ είπεν ο Χριστός, ίνα προσκυνώμεν κατ’ Ανατολάς, ή σταυρόν ή ευγγέλιον; ή μεταλαμβάνειν το άγιον αυτού σώμα και αίμα νήστεις; ή στεφανούν ανδρόγυνα; αλλά τις χρεία; και  ημείς ως παρελάβομεν εκ των Αγίων Πατέρων, ούτως πιστεύομεν, ότι εκ του Θεού αυτά εδιδάχθησαν».

Η σιωπή των έξι πρώτων Οικουμενικών Συνόδων περί της τιμής και προσκυνήσεως των ιερών εικόνων, οφείλεται στο ότι όλοι ανεγνώριζαν την πράξη ενός γενικού εκκλησιαστικού θεσμού με αποστολική προέλευση. Μόνον η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος δια του 82ου Κανόνος όρισε να αντικατασταθεί ο μέχρι τότε απεικονιζόμενος αμνός επί του σταυρού, με την απεικόνιση ολόσωμου του θνήσκοντος Ιησού Χριστού.
Την οριστική λύση στο ζήτημα της τιμής και προσκυνήσεως των ιερών εικόνων έδωσε η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος το 787 μ.Χ. με τον Όρο της: «Ορίζομεν συν ακριβεία πάση και  εμμελεία παραπλησίως τω τύπω του τιμίου και  ζωοποιού σταυρού ανατίθεσθαι τας σεπτάς και  αγίας εικόνας, τας εκ χρωμάτων και  ψηφίδος και  ετέρας ύλης επιτηδείως εχούσης εν ταίς αγίαις του Θεού Εκκλησίαις, εν ιεροίς σκεύεσι και εσθήσι, τοίχοις τε και σανίσιν, της τε του Κυρίου και Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εικόνος, και της αχράντου δεσποίνης ημών της αγίας Θεοτόκου, τιμίων τε αγγέλων, και πάντων των αγίων και οσίων ανδρών. Η γαρ της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει και ο προσκυνών την  εικόνα, προσκυνεί εν αυτή του εγγραφομένου την υπόστασιν. Ούτω γαρ κρατύνεται η των αγίων πατέρων ημών διδασκαλία, είτουν παράδοσις της Καθολικής Εκκλησίας».

Η μεγάλη θρησκευτική αξία των ιερών εικόνων και η θέση που τους δόθηκε από την Οικουμενική Σύνοδο στην καθημερινή ζωή των πιστών, στους ιερούς ναούς και τα σπίτια, εκφράζει τον θρίαμβο της ορθοδόξου πίστεως για όλα τα εικονιζόμενα πρόσωπα και υπαγορεύει την προς αυτά τιμή και προσκύνηση.
Η τιμή και η προσκύνησις είναι έννοιες συνάλληλες και εκφράζουν την ευλαβή διάθεση των πιστών έναντι των εικονιζομένων προσώπων. Η τιμή εκφράζει περισσότερο το αίσθημα της ευλαβείας, η δε προσκύνησις την έμπρακτη εκδήλωση της διαθέσεως αυτής. Ο ασπασμός με τα χείλη παρέχει στους ευλαβείς χριστιανούς το συναίσθημα της ἐν Χριστῷ συγγενείας και της οικειότητος δηλαδή της ισοπολιτείας προς τους Αγίους του Θεού, η προσκύνηση εκφράζει την αναγνώριση της υπεροχής της αγιότητος των εικονιζομένων. Η μεσιτεία όλων των αγίων είναι πραγματική και ουσιαστική έκφραση της ενότητος του μυστικού σώματος της Εκκλησίας του Χριστού, και της ἐν τῇ ἀγάπῃ του Θεου κοινωνίας των Αγίων Αυτού μετά των επί της γης αγωνιζομένων πιστών κατά των δυνάμεων του κακού. Αυτή την μεσιτεία και τις πρεσβείες των Αγίων που απευθύνονται προς το έλεος και την χάριν του Θεού επιζητούν οι πιστοί με την τιμητική προσκύνηση των αγίων εικόνων. Γι’ αυτό και ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός γράφει: «Ο μη προσκυνών εχθρός εστι του Χριστού και της Αγίας Θεοτόκου και των Αγίων, εκδικητής δε του διαβόλου και των δαιμόνων, έργω επιδεικνύμενος την λύπην, ότι οι άγιοι του Θεού τιμώνται και δοξάζονται, ο δε διάβολος καταισχύνεται. Η γαρ εικών θριάμβωσίς εστι και φανέρωσις και στηλογραφία εις μνήμην της νίκης των αριστευσάντων και της αισχύνης των ηττηθέντων και καταβληθέντων».

Κατά την λιτάνευση των ιερών εικόνων απαγγέλουμε ένα απόσπασμα από το Συνοδικό Όρο της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου που μας λέει ποιά είναι η ορθόδοξη πίστη μας και πως πρέπει να τιμούμε τον Κύριό μας, την Παναγία και τους Αγίους με εικονίσματα. Το κείμενο αυτό δείχνει ότι η πίστη της Εκκλησίας δεν είναι θεωρητική αλλά εμπειρική. Οι Απόστολοι δεν σκέφθηκαν, ούτε επινόησαν ιδέες για τον Θεό· Τον έζησαν, Τον πίστεψαν, Τον κήρυξαν. Πίστη δεν σημαίνει αφηρημένη σκέψη, αλλά εμπιστοσύνη και αυτοπαράδοση. Γι’ αυτό το Συνοδικό κείμενο ομιλεί για ναούς, θείες λειτουργίες, εικόνες, προσκύνηση, λατρεία που αποτελούν τη βίωση της πίστεως. Συνεπώς η ορθόδοξη πίστη είναι η εμπειρία και η έκφραση της εκκλησιαστικής ζωής, όπως μας την παρέδωσαν οι Προφήτες (προαναγγελία), οι Απόστολοι (ως αυτόπται του Χριστού), οι Πατέρες (ως κοινωνοί της Χάριτος τουΧριστού), οι Άγιοι (ως ενσαρκωτές και ομολογητές της πίστεως του Χριστού).

Όλα αυτά περί της πίστεώς μας δεν πρέπει να τα κρατήσομε ως ιδέες, οφείλομε να τα ενεργοποιήσωμε μέσα στη θεία λατρεία, τη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Αυτός είναι ο σημερινός θρίαμβος της Ορθοδοξίας που πρέπει να συνοδεύεται και από ορθοπραξία, γι’ αυτό η Εκκλησία δεν ενδιαφέρεται για την «ορθοδοξία» του μυαλού μας, ούτε για την ορθοπραξία των δημοσίων σχέσεών μας, αφού και τα δύο συνιστούν μειοδοσία. Δεν επιδιώκει να μας καταστήσει ούτε δογματιστές ούτε ηθικιστές. Αλλά να μας αναγάγει στην οντολογική γνώση και τη χαρισματική μίμηση του Χριστού. Τόσο η πίστη όσο και το ήθος και η ηθική του αληθινού ορθοδόξου χριστιανού, κατά τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, είναι καταστάσεις εμπειρικές και όχι αποσπάσματα της ανθρωπίνης υπάρξεως.

Ορθοδοξία σημαίνει, λοιπόν, επανακάλυψη της παναξίας του Χριστού, επαναβίωση της κοινής εκκλησιαστικής παραδόσεως, την οποία «ἀρχιτεκτονεῖ τό πνεῦμα τό ἅγιον».

Σε μια εποχή βαθειά εικονοκλαστική, εποχή νεοειδωλολατρείας, αμφισβητήσεως των παραδοσιακών θρησκειών και εξαπλώσεως παραθρησκειών που εμπορεύονται την δίψα του ανθρώπου για θρησκευτικές εμπειρίες και μεταφυσικά διέξοδα, η Ορθόδοξη Ανατολική Παράδοση προβάλλει το θησαυρό της˙ για να αναβαπτίσει την αλλοτριωμένη θρησκευτικότητα του σημερινού ανθρώπου. Ας φυλάξουμε τούτο το θησαυρό «ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν» μέσα στα οστράκινα εύθραυστα σκεύη, όπως η καρδιά μας. Είναι ο μόνος θησαυρός που μπορεί να δώσει πνοή στον άκαρδο σημερινό πολιτισμό μας.



Ετικέτες