ΚΥΠΡΟΣ 1974 -2014 Σαράντα χρόνια σκλαβιάς και κατοχής

Loading...


Τού Μητροπολίτου Πατρών κ.κ. Χρυσοστόμου
 

«Σκοτώστε μας και γράψετε κι’ εμάς τον σκοτωμόν μας.Μα τούτοι ούλ’ οι σκοτωμοί, εν ούλοι για κακόν σας».

   (Βασίλης Μιχαηλίδης)

Σαράντα χρόνια πέρασαν από την 20η Ιουλίου 1974, την θλιβερή ημέρα που το βάρβαρο πόδι του «Αττίλα» πάτησε τα αγιασμένα χώματα της Κύπρου και αιματοκύλησε το όμορφοΕλληνικό νησί, εξαιτίας των υποχθονίων σχεδίων των μισελλήνων ξένων δυνάμεων, αλλά και των λαθών των ημετέρων, όπως είναι η διχόνοια, που πάντοτε ωδήγησε το Έθνος μας σε οδυνηρές περιπέτειες.

            Έσφαξαν, κρέμασαν, βίασαν, σκότωσαν με όποιο άλλο τρόπο, και ωδήγησαν στην σκλαβιά τους αδελφούς μας Κυπρίους του βορείου τμήματος της νήσου. Έκαναν πρόσφυγες τους σεμνούς και τίμιους αδελφούς μας, που επί αιώνες κατοικούσαν το πανέμορφο νησί. Απολογισμός… 200.000 πρόσφυγες, 4.000 νεκροί, 1619 αγνοούμενοι.
            Ρήμαξαν τις Εκκλησιές και ξεθεμέλιωσαν Προσκυνήματα, έκαψαν Μοναστήρια και μετέτρεψαν Αγιάσματα, σε σταύλους, αποθήκες, κέντρα διασκεδάσεως και αμαρτίας, ακόμη και σε δημόσια ουρητήρια.
            Σαράντα χρόνια μετά, παραμένει σκλαβωμένο το ωραιότερο μέρος της μεγαλονήσου Κύπρου και ουδεμία δικαίωση επήλθε για τα φοβερά εγκλήματα, τα οποία έλαβαν χώρα εις βάρος των Ελλήνων Κυπρίων Ορθοδόξων Χριστιανών, και δη εις βάρος του αμάχου πληθυσμού των ηλικιωμένων, των γυναικών και των μικρών παιδιών. Όλα διεπράχθησαν με αισχίστης μορφής βαρβαρότητα, τη ανοχή των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες εκώφευσαν, ή μάλλον υπέθαλψαν το μεγίστης αισχύνης, για την ανθρωπότητα ολόκληρη, φρικώδες έγκλημα που συνετελέσθη στο νησί του Αποστόλου Βαρνάβα.
           

Φρικωδέστερο όλων είναι το έγκλημα των αγνοουμένων, οι οποίοι ωδηγήθηκαν σε τόπους αγνώστους, χωρίς ποτέ να πληροφορηθή κάποιος για την τύχη τους. Έφυγαν οι γονείς τους με τον αβάσταχτο πόνο και καϋμό, κρατώντας στο στήθος τους την φωτογραφία των παιδιών τους. Ζούν ακόμη με την αγωνία οι γυναίκες, τα παιδιά τους και τα αδέλφια τους.
            

Σαράντα χρόνια μετά την Τουρκική εισβολή, φέρομε στο νού μας, τους ήρωες του Απελευθερωτικού Αγώνος του 1955-1959. Νοερά βρισκόμαστε μαζί με τους Κυπρίους αδελφούς μας στο βουνό του Μαχαιρά και δάκρυ τιμής προσφέρομε στον σταυραετό της λευτεριάς, τον λεβεντόψυχο, τον «ως χρυσόν εν χωνευτηρίω» δοκιμασθέντα, τον ηλιοπρόσωπο, τον μάρτυρα Γρηγόρη Αυξεντίου, και ακούμε την μάνα του ήρωα να λέγη στο παιδί της:

«Ξύπνα Γληόρη μου να δης που κόντεψεν η νίκη…»
Καί με την περηφάνεια ηρωίδος μάνας Ελληνίδος, να καυχάται για τον λεβέντη γυιό της:
«Χαλάλιν της πατρίδος μου ο γυιός μου, η ζωή του,
τζι’ αφού εν παραδόθηκεν
τζι’ έμεινεν τζιαί σκοτώθηκεν,
ας έσιη την ευτζιήν μου».
           

Σαράντα χρόνια μετά την τραγωδία του 1974, προσκυνούμε στα «Φυλακισμένα Μνήματα» τα άγια χώματα, που κλείνουν μέσα τους τα ιερά και περήφανα κόκκαλα των παλληκαριών της Ε.Ο.Κ.Α., που αγωνίστηκαν ενάντια στην Αγγλική τυραννία, και τους βλέπομε με της ψυχής μας τα μάτια, με πρώτο το παλληκάρι με το αγέρωχο παράστημα, τον ήρωα μαθητή, τον ολίγα μεν έτη ζήσαντα, την δε Κύπρον και τον κόσμον όλον, ηρωισμώ πλουτήσαντα, τον Παλληκαρίδη δηλαδή, τον δεκαοχτάχρονο Ευαγόρα… τους βλέπομε λοιπόν,

«Να χαιρετούν τον ήλιο και την ξαστεριά,
να χαιρετούν την άνοιξη και την ελευτεριά,
μέσα από της αγχόνης το βαρύ σχοινί,
μέσα από του θανάτου την καταπακτή».

Καί παρακάτω, βαδίζοντας στα χνάρια εκείνων, αναπαύονται ήσυχα, γαλήνια, με μια κραυγαλέα σιωπή, τα παλληκάρια που έπεσαν το 1974, υψώνοντας στην Μακεδονίτισσα τύμβο αγάπης για την Πατρίδα και στήνοντας τρόπαια προσφοράς και θυσίας για την λευτεριά της Κύπρου.
            Παρηγοριά μας του Κύπριου ποιητή τα λόγια:
«Ήτουν βουλή ’που τον Θεόν για να γενή κι’ εγίνην…
Σκοτώστε μας και γράψετε κι’ εμάς τον σκοτωμόν μας.
Μα τούτοι ούλ’ οι σκοτωμοί, εν ούλοι για κακόν σας».
           

Σαράντα χρόνια μετά, με πόνο ψυχής και δάκρυα στα μάτια, ασπαζόμαστε τις πλάκες των μαρτυρικών τάφων και μνημείων, τους σταυρούς, τα ικριώματα και τις αγχόνες των πολλών και δόξη ηγλαισμένων, των ευκλεών ηρώων της Κύπρου μας, μεταξύ των οποίων σήμερον χαίρονται πολλά Πατρινόπουλα και Αχαιών αγωνιστών πληθύς. Τούς τάφους αυτών γονυπετείς προσκυνούμε και τους αγωνιστάς μακαρίζομε. Κατασπαζόμεθα τα ηρωικά παιδιά μας, τον υπολοχαγό Νικόλα Κατούντα, τον ηρωικό δεκανέα Χρίστο Γρίβα, τον Χρίστο Γκαβό, τον Κωνσταντίνο Αντωνόπουλο, τον Γιώργη Μαρτζάκλη, τον Αλέξη Χριστόπουλο και όσους άλλους, που τα αδέλφια τους στην Πάτρα, περήφανα τους κλαίνε ή τους καρτερούν με πόνο, επαναλαμβάνοντας με σεμνή υπερηφάνεια:
«Πάντοτε να τον καρτερής εκείνον που σού λείπει».
         

  Από τον Ναό του Αποστόλου Ανδρέου των Πατρών και ενώπιον της αγίας του Κάρας και του Σταυρού του Μαρτυρίου του, εμείς οι Πατρινοί του σήμερα, διαβεβαιούμε τους αδελφούς μας Κυπρίους, ότι ο ίδιος παλμός υπάρχει στις καρδιές μας με εκείνον που δονούσε τις καρδιές των νέων, που το 1955 ξεχύθηκαν στους δρόμους της Αχαικής πρωτευούσης σαν ένα ποτάμι λευτεριάς, διατρανώνοντας την Ελληνικότητα της Κύπρου και την απόφασή τους να θυσιασθούν για την ελευθερία της.
            Ποιός μπορεί να λησμονήση τις παλλαικές συγκεντρώσεις, με επικεφαλής την ηγεσία της τοπικής μας Εκκλησίας και πρωτοπόρα τα νειάτα των Πατρών, που με εθνικό παλμό και σφρίγος αγωνιστικό έδωσαν μαρτυρία υπέρ των δικαίων της Κύπρου μας;

Τον παρελθόντα Οκτώβριο, κατόπιν αιτήματος του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Κύπρου κ. Χρυσοστόμου, συνωδεύσαμε την χαριτόβρυτο Κάρα του Αγίου Ανδρέου στην Κύπρο, όπου πλήθη Λαού, με επικεφαλής την Εκκλησιαστική και Πολιτική Ηγεσία, υπεδέχθησαν τον Πρωτόκλητο Απόστολο του Κυρίου.
            Εκεί μας εδόθη η ευκαιρία, να διακηρύξωμε την διαρκή υποστήριξη του Πατραικού Λαού προς τους Κυπρίους αδελφούς μας, την αγάπη μας για την Κύπρο και την συμπαράστασή μας στον ιερό αγώνα για την επανένωσή της και την απελευθέρωση του σκλαβωμένου τμήματός της.
            Μας εδόθη επίσης η ευκαιρία να περπατήσωμε στον κατεχόμενο και αιματοβαμμένο τόπο, να δούμε τις ρημαγμένες Εκκλησιές και τα κατεστραμμένα Ιερά Θυσιαστήρια. Να προσκυνήσωμε, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του Τούρκου κατακτητή, στο σκλαβωμένο Μοναστήρι του Πρωτοκλήτου των Αποστόλων, στην μαρτυρική «Χερσόνησο των Αγίων», στην Καρπασία, και να συνομιλήσωμε με τον ήρωα Παπα-Ζαχαρία και τους εναπομείναντες εγκλωβισμένους, που αρνούνται πεισματικά να εγκαταλείψουν τον δικό τους αγιασμένο τόπο. Αλήθεια, τους θαυμάζει κανείς, γιατί δεν ανταλλάσσουν το σέβας τους στα ιερά και τα όσια και την αγάπη τους στην Πατρίδα αντί πινακίου φακής.
            Εμείς σήμερα από την Πάτρα, διακηρύττομε ότι αποτελεί εντροπή για τον κόσμο (δεν θα είπω τον πολιτισμένο) η μη επίλυση του χρονίζοντος, ως μη ώφελεν, προβλήματος της Κύπρου, που προβάλλει ως επικίνδυνο μελάνωμα στο σώμα της ανθρωπότητος.
           

Δεν ήτο ποτέ δυνατόν να φαντασθή κανείς, ότι ενώ έχομε περάσει στην δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνος, θα εφαρμόζωνται ακόμη τακτικές αδικίας και βαρβαρότητος εις βάρος ενός πολιτισμένου Λαού, ο οποίος εις ουδέν έπταισεν, ώστε να υφίσταται μυρίας ταλαιπωρίας και πολυώδυνα βάσανα.

 Αδελφοί μας Κύπριοι, όσοι κοσμείτε με την ωραία παρουσία σας την πόλη του Πρωτοκλήτου, και οι εν τη μαρτυρική Κύπρω ζώντες και πεισματικώς και ελληνοπρεπώς αγωνιζόμενοι για τα δίκαια της Πατρίδος σας, της Κύπρου μας, και όσοι εις όποιο μέρος της γης ευρίσκεσθε, μας συγκινείτε με την προσήλωσή σας στα άγια του Γένους μας και της ενδόξου Φυλής μας.
            Ο αγώνας σας θα επιφέρη καρπούς, αφού ποτίζετε με συνέπεια το δένδρο που ευσκιόφυλλο θα δροσίση τα παιδιά σας, στα οποία παραδίδετε την ιερά παρακαταθήκη και σκυτάλη των ιερών αγώνων. Θαυμάζομε την γεμάτη ηρωισμό καρδιά σας και ενώνομε τα δάκρυά μας και τις προσευχές μας με τα δικά σας πονεμένα δάκρυα και τις θερμές προς τον Θεόν ευχές και λιτές σας, για την λευτεριά της κατεχομένης Κύπρου, για την δικαία επίλυση του Κυπριακού ζητήματος.
            Στο διάβα των αιώνων το Γένος μας πολλά υπέστη, όμως ποτέ δεν ελύγισε. Αυτή η αλήθεια έγινε τραγούδι και απάντηση στους βαρβάρους, που κατά καιρούς ηθέλησαν να συλήσουν τα όσια και ιερά μας:

«Την Ρωμηοσύνη μην την κλαίς,
εκεί που πάει να σκύψη,
με το σουγιά στο κόκκαλο,
με το λουρί στο σβέρκο,
να τη πετιέται από ’ξαρχής
κι’ αντριεύει και θεριεύει
και καμακώνει το θεριό
με το καμάκι του ήλιου». (Γιάννης Ρίτσος)

Εξ άλλου είναι νωπή και θα παραμένη πάντοτε επίκαιρη η φωνή του αοιδίμου εθνομάρτυρος Αρχιεπισκόπου Κυπριανού (†1821), που έρχεται από το βάθος του χρόνου, ποιητικά διασκευασμένη από τον ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη:

«Η Ρωμηοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου.
Κανένας δεν ευρέθηκε για να την ιξιλείψη.
Κανένας γιατί σιέπει την που τάψη ο Θεός μου.
Η Ρωμηοσύνη εν να χαθή όντας ο κόσμος λείψη.
Σφάξε μας ούλους κι’ ας γενή το γαίμαν μας αυλάκιν,
κάμε τον κόσμον μακελλειόν και τους Ρωμηούς τραούλλια,
αμμά ’ξερε πως ίλαντρον όντας κοπή καβάκιν
τριγύρω του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια.
Το ’νιν αντάν να τρω’ την γην, τρώει την γην θαρκέται,
μα πάντα κείνον τρώεται και κείνον καταλυέται».



Ετικέτες