Η εκκλησία και η κοινωνία στην σύγχρονη Ελλάδα και οι μεγάλες προκλήσεις

Loading...


του Μητροπολίτη Κίτρους κ. Γεωργίου

(από το Σαββατιάτικο ένθετο της Δημοκρατίας για την Ορθοδοξία)

Προκειμένου η εκκλησιαστική διακονία και η θεολογική μαρτυρία να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των καιρών, εναπόκειται σε όλους όσοι υπηρετούμε στον τομέα αυτό να επαναπροσδιορίσουμε τους στόχους και τις προτεραιότητες του μέλλοντος.
Οπωσδήποτε οι Θεολογικές Σχολές και οι Ανώτατες Εκκλησιαστικές Ακαδημίες θεραπεύουν και καλλιεργούν την Ορθόδοξη Θεολογία βασισμένη στον αποκαλυφθέντα λόγο του Θεού, ερμηνευμένο ιστορικά και αποτυπωμένο συστηματικά. 

Διατηρούν τον ομολογιακό τους χαρακτήρα όχι επειδή θεωρούν την Ορθοδοξία ως μία από τις πολλές υπάρχουσες ομολογίες, αλλά γιατί αποδέχονται τον δεσμό τους με την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας και εκλαμβάνουν τη Θεολογία ως εκκλησιαστικό χάρισμα. Η Θεολογία τελικά γίνεται «πέρασμα» στην κοινωνία. Ξεφεύγει, δηλαδή, από τον κακώς εννοούμενο χαρακτηρισμό της ως «ακαδημαϊκής» ενασχόλησης, δηλαδή ως μιας ενασχόλησης απόμακρης από την πραγματικότητα της ζωής. Επιχειρεί ο λόγος της να είναι έμπρακτος και η πράξη της λόγια.

Στη σύγχρονη Ελλάδα είναι σήμερα πλέον κατανοητό ότι η πορεία και αποστολή της Ορθοδοξίας πρέπει να είναι αποστολή προσφοράς δια μέσου όλων των καταστάσεων και αντιθέσεων, δια δόξης και ατιμίας, δια δυσφημίας και ευφημίας. Η Εκκλησία καλείται να διακονήσει τον σύγχρονο άνθρωπο άλλοτε ως αγνοούμενη και άλλοτε ως γνωστή, ως θανατούμενη και ιδού ζώσα, ως πτωχή άλλους πλουτίζουσα, ως μηδέν έχουσα και τα πάντα κατέχουσα. (βλ. Επιστολή Β Κορινθίους 6,8-10). Ναι. Προσφορά και διακονία και θυσία είναι και σήμερα η πορεία και η αποστολή της Ορθόδοξης Εκκλησίας σήμερα.
Την εκπλήρωση της παραπάνω προσφοράς και διακονίας πρέπει να την πραγματοποιούμε έχοντας πάντοτε επαφή προς το κοινό αίσθημα των πιστών και τα γενικότερα αιτήματα των καιρών.

Όλοι εμείς, κληρικοί και θεολόγοι, επιφορτισμένοι με τον σταυρό και την ευθύνη της Εκκλησίας, έχουμε το βαρύ καθήκον αλλά και το προνόμιο να τελειοποιήσουμε τη γνώση μας και να σοφίσουμε τη μωρία μας με τη Σοφία του Χριστού. Με άλλα λόγια:
να μη μωράνουμε με την προσωπική μας μωρία τη γνώση και τη Σοφία του Χριστού, (βλ. Επιστολή Α Κορινθίους 1, 19).
Να μην παραμείνουμε κλεισμένοι στα κρυσφύγετά μας η οχυρωμένοι στα νοητικά οχυρά μας,
να μην ασχολούμαστε με λέξεις χωρίς πνοή, ακατανόητες στον κοινό νου.

Στη σύγχρονη Ελλάδα όσοι διακονούμε στον χώρο της Εκκλησίας και της Θεολογίας έχουμε κατανοήσει απόλυτα ότι η εποχή του εφησυχασμού για την Ορθόδοξη Εκκλησία παρήλθε ανεπιστρεπτί. Δεν υπάρχει πλεόν ασφάλεια για την Εκκλησία, όταν παραμένει απομονωμένη μέσα στη λαμπρότητα, στην αυταρέσκεια και στον ναρκισισμό της. Ούτε στην οχύρωσή της πίσω από συνταγματικά πολιτειακά προνόμια και ευεργετικές νομοθεσίες. Σήμερα κανείς πλέον δεν πείθεται από την απλή ιερατική αυθεντία, κανένα άνθρωπο δεν φοβίζουν πια κατάρες η αφορισμοί. Η αμάθεια του λαού, που μέχρι χθες ήταν σύμμαχος του εφησυχασμού της Εκκλησίας, έχει πλέον εκλείψει.

Σε απόλυτη, λοιπόν, επαφή προς το δημόσιο αίσθημα, προς την αγωνία του κόσμου και με βαθύτατη υπευθυνότητα καλούμαστε να επιλέξουμε τη θετική οδό της πνευματικής ανανεώσεως, της οικοδομής των πιστών, της διαφυλάξεως του θησαυρού της Ορθοδοξίας, της ακαδημαϊκής συνεργασίας, της κοινωνικής προσφοράς και της διακονίας κάθε ανθρώπου καλής θελήσεως.
 



Ετικέτες