Ζιμπάμπουε Σεραφείμ: «Άσωτος» είναι ο άνθρωπος που ζει έκλυτη κι αμαρτωλή ζωή

Loading...


Κυριακή του Ασώτου 

Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ζιμπάμπουε και Αγκόλας, Σεραφείμ Κυκκώτη 

Στη σημερινή Ευαγγελική Περικοπή έχουμε την Παραβολή του Άσωτου υιού.

«Άσωτος» είναι ο άνθρωπος που ζει έκλυτη κι αμαρτωλή ζωή. Είναι ο διεφθαρμένος, ο αμαρτωλός, ο ακόλαστος, αυτός που σπαταλά χρήματα για να ζήσει μιά έκλυτη κι αμαρτωλή ζωή, αυτός που φέρνει συμφορά στον εαυτόν του, στην οικογένεια του και στην ευρύτερη κοινωνία.

Τελικά ο «άσωτος» είναι αυτός που σου δίνει την εντύπωση ότι δεν έχει ελπίδα σωτηρίας, αυτός που βρίσκεται στο τέλος σε απελπισία και απόγνωση.
Έτσι με βάση το περιεχόμενο της ζωής του άσωτου ανθρώπου θα μπορούσαμε να πούμε ότι «ασωτία» είναι μια μορφή ακολασίας που εκφράζεται ως ροπή και και υπερβολική στροφή προς τις υλικές απολαύσεις, η έκλυτη κι αμαρτωλή ζωή που την συνοδεύει η σπατάλη, την ώρα μάλιστα που άλλοι πεινούν και άρρωστοι πεθαίνουν αβοήθητοι και εγκαταλελειμμένοι.
Πολλές φορές συμβαίνει να έχουμε όλα τα καλά και τ’ αγαθά του κόσμου και πάλι να μη είμαστε ευχαριστημένοι. Ο άσωτος υιός της σημερινής Ευαγγελικής Περικοπής αποτελεί μια τέτοια περίπτωση. Τα είχε όλα. Κι όμως τίποτα δεν στάθηκε στο τέλος ικανό να τον κρατήσει κοντά στον Πατέρα του. Έτσι μια μέρα, αφού ζήτησε το μερίδιο της περιουσίας που του αναλογούσε άφησε το σπίτι του και «απεδήμησεν εις χώραν μακράν».

Στο πρόσωπο του άσωτου νεώτερου γιού αναγνωρίζουμε τον άνθρωπο εκείνο που με την αμαρτία απομακρύνεται από την επικοινωνία του με τον Θεό. Η παρουσία του Θεού ενοχλεί και πιέζει τον άσωτον άνθρωπον. Νομίζει ότι ο Θεός του κάνει τη ζωή μονότονη και κουραστική. Γι’ αυτό και προσπαθεί να βγάλει από την σκέψη του τον Θεόν εξορίζοντας τόν από την καρδιά του. Ο άσωτος άνθρωπος δεν θέλει να εξαρτάται από κανένα.. Έχει μια δική του αντίληψη για την ελευθερία. Νομίζει ότι ελευθερία σημαίνει ασυδοσία, να κάνει δηλαδή ό,τι θέλει. Δεν καταλαμβαίνει ότι το νόημα της ελευθερίας είναι να κάνεις σωστές επιλογές με κριτήριον το κοινόν καλόν και το κοινόν συμφέρον. Ο άσωτος άνθρωπος λεισμονεί ότι η πραγματική ελευθερία συνδέεται με το δεσμό της αγάπης. Γι’ αυτό και δεν εμπιστεύεται τον εαυτό του ούτε στον Θεόν, ούτε στην οικογένεια του. Έχει εμπιστοσύνη μόνο στις δικές του δυνάμεις και στα δημιουργήματα κι όχι στο Δημιουργό τους, δηλαδή στο Θεό. Η αυτονομία κι η αυτάρκεια του αυτή που εκφράζει και τη χειρότερη μορφή αλαζονείας, είναι και η πηγή κάθε αμαρτίας.

Κι όταν όμως ακόμη αποφασίζουμε να βγάλουμε τον Θεό από τη ζωή μας, ο Θεός δεν αρνείται να μας προσφέρει όλα τα θεία Του δώρα. Γι’ αυτό κι η πραγματική μετάνοια του αμαρτωλού τον οδηγεί πάντοτε στην εν Χριστώ σωτηρία του.

Ο άσωτος υιός επιλέγει μια νέα υπαρξιακή προοπτική που τον οδηγεί στην στέρηση και στην μοναξιά. Στο τέλος μακρυά από την αγάπη προς την οικογένεια του γίνεται και άσημος. Όλα αλλάζουν όταν αρχίζει να συναισθάνεται την προσωπική του ενοχή. Στην αρχή συνειδητοποιεί την αποτυχία της επιλογής του τρόπου της ζωής του που έγινε με την απόφασή του να σταματήσει να εμπιστεύεται τον πατέρα του. Στην συνέχεια παραδέχεται την αποτυχία της επιλογής του να ακολουθήσει αυτή την νέα υπαρξιακή προοπτική και να ζήσει μακρυά από την οικογένεια του. Η παραδοχή του αυτή έχει μεγάλη σημασία γιατί είναι δυνατό να φθάσει κανείς μέχρι το σημείο της συνειδητοποιήσεως ότι κάπου έχει κάνει λάθος, αλλά ο εγωϊσμός του να μη τον αφήνει να προχωρήσει στην παραδοχή της ενοχής του.

Έτσι προχωρεί στην αναγνώριση και αποδοχή της προσωπικής του ενοχής για την αποτυχία της υπαρξιακής του προοπτικής να απομακρυνθεί από τον πατέρα του. Παραδέχεται δηλαδή την ενοχή του και την ομολογεί ανεπιφύλακτα. Δεν προσπαθεί να βρεί δικαιολογίες για τις αμαρτωλές πράξεις του και για τη προσωπική του ενοχή. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί η ανεπιφύλακτη αποδοχή της προσωπικής του ενοχής χωρίς δικαιολογίες λειτουργεί στο βάθος της ανθρώπινης προσωπικότητας ως κάθαρση, που καθιστά δυνατή μια νέα επιλογή. Είναι η στροφή του προς την μετάνοια που εκδηλώνεται με την επιλογή μιας νέας υπαρξιακής προοπτικής.

Η επιλογή αυτή θεμελιώνεται στη παραδοχή της αναξιότητάς του. Γι’ αυτό και ζητεί να γίνει ισότιμος με ένα υπηρέτη του πατέρα του. Η μετάνοια του άσωτου υιού δεν βιώνεται απλώς ως αλλαγή φρονήματος, αλλά περισσότερο ως θυσία. Η μετάνοια έχει ένα κόστος που οφείλεται στα λάθη του παρελθόντος. Ο άσωτος υιός μετανοεί πραγματικά γιατί δεν ζητά  να γίνει πάλι υιός αλλά δούλος, επειδή ακριβώς η πλήρης συναίσθηση της ενοχής του τον κάνει ταπεινό. Ζητά το ελάχιστον, δεν ζητά το μέγιστον.
Η μετάνοια ως αυτοθυσία είναι η μόνη λύση για να αντιμετωπίσουμε οποιοδήποτε πρόβλημα που το δημιουργήσαμε οι ίδιοι με τα λάθη μας.
Ο άσωτος γύρισε στο σπίτι του πατέρα του όταν «ήλθε εις εαυτόν», επειδή είχε καλές κι άριστες αναμνήσεις από το σπίτι του. Θυμήθηκε στην ερημιά του όλη την στοργή, την αγάπη και τις θυσίες του καλού πατέρα και ξαναγύρισε να τις ξαναζήσει. Αν είχε κακές αναμνήσεις από το σπίτι του ποτέ δεν θα γύριζε. Θα έμενε στην καταστροφή της ερημιάς του. Όσοι έχουν την ευθύνη της δημιουργίας περιβάλλοντος, είτε στην οικογένεια, είτε στην κοινωνία, είτε στην Εκκλησία, είτε στο Σχολείο πρέπει να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή γιατί όπως λέει ο Απόστολος Παύλος «ομιλίαι κακαί φθείρουσιν ήθη χρηστά».

Το περιβάλλον που δημιουργούμε πρέπει να έχει τέτοια μορφή που να κάνει και τον άσωτον της εποχής μας μόλις «έλθη εις εαυτόν», να το θυμάται και να ξαναγυρίζει πάλι στο σπίτι του για να βρει στοργή. Αυτό είναι και το βαθύτερο νόημα της παραβολής του Ασώτου που είναι γνωστή και ως παραβολή του στοργικού πατέρα. Όπου υπάρχουν στοργικοί γονείς οι άσωτοι ξαναγυρίζουν.



Ετικέτες