Επιστολή Μητρ. Κυθήρων προς Πατρ. Γεωργίας: Μόνος λόγος συμμετοχής στην Πανορθόδοξη η καταδική του Οικουμενισμού

Loading...


Επιστολή προς τον Πατριάρχη Γεωργίας Ηλία απέστειλε με αντικείμενο την Πανορθόδοξη Σύνοδο ο Μητροπολίτης Κυθήρων Σεραφείμ. 

Αναλυτικά: 

Εν Κυθήροις τη 3η Μαίου 2016

Θερμή Προσυνοδική έκκλησις
προς Ορθοδόξους Προκαθημένους

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΩΤΑΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΜΕΤΣΧΕΤΗΣ ΚΑΙ ΤΥΦΛΙΔΟΣ ΚΑΙ ΚΑΘΟΛΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΝ ΠΑΣΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ (ΙΒΗΡΙΑΣ) κ.κ. ΗΛΙΑΝ Β΄
 

Μακαριώτατε,

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

Ταπεινώς και ευσεβάστως εκφράζουμε τον βαθύτατο θαυμασμό,
πούμάς προκαλεί το πνευματικό Σας έργο στον ομόδοξο και αδελφό Γεωργιανό λαό, ο οποίος πέρασε δύσκολα χρόνια επί κομμουνισμού και σήμερα δοκιμάζεται από τον κίνδυνο τήςεκκοσμικεύσεως. Ιδιαιτέρως επιθυμούμε να εκφράσουμε την χαρά μας και τις ευχαριστήριεςπροσρήσεις μας προς Εσάς, επειδή το Σεπτό Πατριαρχείο της Γεωργίας απέρριψε κάθε αντικανονικό συμβιβασμό με τον ετερόδοξο κόσμο. Αισθανόμαστε ασφαλείς εξαιτίας της παρουσίας της Μακαριότητός Σας στον Ορθόδοξο κόσμο. Εσείς, Μακαριώτατε, ομολογείτε την Ορθόδοξη Πίστι, υπερασπίζεσθε την Ορθοδοξία και δεν λησμονήσατε τους φοβερούς όρκους, που εδώσατε κατά τη χειροτονία Σας ως Επίσκοπος, δηλαδή να διαφυλάσσετε και να διατηρείτε ακέραιη την πίστι των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας.

Σε μια εποχή ταραχής και συγχύσεως η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Ορθόδοξη Εκκλησία μας κινδυνεύει να εισέλθη σε μεγάλη δοκιμασία και περιπέτεια εν όψει της συγκλήσεως της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου», η οποία θα συνέλθη τον προσεχή Ιούνιο στην Κρήτη. Βεβαίως, οι μόνοι λόγοι, που θα δικαιολογούσαν την σύγκλησι αυτής της Συνόδου, δεν είναι άλλοι παρά μόνο α) η καταδίκη της συγκρητιστικής παναιρέσεως του Οικουμενισμού, όπως την αποκαλούσε ο Άγιος Ιουστίνος ο Πόποβιτς, β) η αποτροπη της παρουσίας των Ορθοδόξων Τοπικών Εκκλησιών στο λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών» (Π.Σ.Ε.) και γ) η καταδίκη της μεταπατερικής και αντιπατερικής «νέας εκκλησιολογίας», η οποία απορρίπτει τα χαρισματικά, δογματικά και και κανονικά όρια της Εκκλησίας.
Δυστυχώς, όμως, αυτή η Σύνοδος, αντί να ασχοληθή με τα ανωτέρω καίριας σημασίας θέματα, λαμβάνοντας καταδικαστική απόφασι, φαίνεται να νομιμοποιή και αποδέχεται την παναίρεσι του Οικουμενισμού και την σχετικοποίησι στην Εκκλησία και να προβάλλη το λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» και την συμμετοχή της Μιάς και Μόνης Εκκλησίας σ’αυτόν τον αντορθόδοξο οργανισμό, με βάσι τον διάλογο επί ίσοις όροις με τις Προτεσταντικές αιρέσεις, για να δώσει δήθεν την καλή μαρτυρία ενώπιον αυτών. Αλλά, μετά από ένα ολόκληρο αιώνα Διαλόγων, δεν υπάρχει κανένα αποτέλεσμα και καμμία καρποφορία, ακριβώς επειδή η Αλήθεια φαλκιδεύεται και αποσιωπάται από τους ορθοδόξους εκπροσώπους στις συνεδριάσεις των οικουμενιστικών αυτών οργανισμών και χρησιμοποιείται μία γλώσσα με διπλή έννοια και ασαφής, δήθεν διπλωματική, η οποία δεν ανήκει στο πνεύμα του Ευαγγελίου του Χριστού.

Απεναντίας, η Ορθόδοξη Εκκλησία ζημιώνεται και θα ζημιωθή πάρα πολύ εξαιτίας της συμμετοχής της στο λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» (Π.Σ.Ε.). Στο όνομα του Οικουμενισμού, πολλοί ετερόδοξοι, οι οποίοι θέλουν να επιστρέψουν στην Ορθοδοξία, δεν εισέρχονται στην Εκκλησία με το εισαγωγικό και άκρως απαραίτητο Μυστήριο του Αγίου Βαπτίσματος, ιδιαίτερα στη Δύσι. Με τον τρόπο, όμως, αυτό εμποδίζεται η διάδοσις της αληθινής Πίστεως και κλείονται οι πύλες της Βασιλείας των Ουρανών για όσους επιθυμούν να έλθουν στην Αλήθεια.

Πολλές προτεσταντικές ομάδες του λεγομένου «Π.Σ.Ε.» θεωρούν την Ορθόδοξη Εκκλησία ως «μία κατώτερη εκκλησία, διότι δεν ευλογεί τους γάμους των ομοφυλόφιλων και δεν δέχεται την χειροτονία των γυναικών», σύμφωνα με τους ισχυρισμούς ενός προτεστάντου καθηγητού θεολογίας, που ήταν παρών στην 10η Γενική Συνέλευσι του λεγομένου «Π.Σ.Ε.» στο Πουσάν της Κορέας τον Νοέμβριο του 2013.

Στις 23 Μαρτίου 2016 συνδιοργανώσαμε στον Πειραιά, στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, σε συνεργασία με τις Ιερές Μητροπόλεις Πειραιώς, Γλυφάδας και Γόρτυνος, και με τη συμμετοχή τού Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου, επιστημονική και θεολογική ημερίδα με θέμα : «Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος».

Στην ημερίδα αυτή ανεγνώσθη μήνυμα του εκπροσώπου του Σεπτού Πατριαρχείου Βουλγαρίας, Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λόβετς κ. Γαβριήλ, και ωμίλησαν ο εκπρόσωπος της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Κιέβου και πάσης Ουκρανίας Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μπαντσέν κ. Λογγίνος, οι Σεβασμιώτατοι Μητροπολίτες 1.Πειραιώς κ. Σεραφείμ, 2.Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος, 3.Γλυφάδας κ. Παύλος, 4.Γόρτυνος κ.Ιερεμίας και η ελαχιστότητά μου, ο ελλογιμώτατος Καθηγητής της Δογματικής της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης, ο ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αιδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Μεταλληνός, ο ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης,Αιδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης, ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης π. Αθανάσιος Αναστασίου, Προηγούμενος της Ιεράς Μονής Μεγάλου Μετεώρου, και πολλές άλλες σύγχρονες προσωπικότητες της Ορθοδοξίας, Κληρικοί και Λαικοί.

Το συμπέρασμα της ημερίδος ήταν ότι η εν λόγω Σύνοδος έχει μια σειρά σοβαρών προβλημάτων, όχι μόνον όσον αφορά στα προπαρασκευαστικά κείμενα, αλλά και στον κανονισμό διοργανώσεώς της.

Πως είναι δυνατόν σ’ αυτή την Σύνοδο να μην συμμετέχουν όλοι οι Επίσκοποι της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά μόνο 24 εκ μέρους κάθε Τοπικής Εκκλησίας; Γιατί λείπει η δυναμική παρουσία Ιερέων, Ιερομονάχων, Ιεροδιακόνων, Μοναχών, θεολόγων και λαικών; Πως είναι δυνατόν να εκφρασθή και ψηφισθή η Αλήθεια από μια μειονότητα Επισκόπων, η οποία δεν εκπροσωπεί καθ’ ολοκληρίαν το Πλήρωμα της Εκκλησίας; Πως είναι δυνατόν να μην ληφθούν υπ’ όψιν οι Επίσκοποι και οι Τοπικές Εκκλησίες, οι οποίες εκφράζουν αντιρρήσεις στα κείμενα, με το πρόσχημα ότι αποτελούν δήθεν μειοψηφία; Πως είναι δυνατόν από εκκλησιολογικής και κανονικής πλευράς εκάστη Τοπική Όρθόδοξος Εκκλησία να έχη μία ψήφο, και όχι ο κάθε Επίσκοπος να έχη την ψήφο του, και να επιβάλλεται εκ προοιμίου εις όλα τα θέματα ελίων το Καταστατικό διοργανώσεως της Συνόδου, επειδή είναι αντισυνοδικό. Πως είναι δυνατόν να αναγκασθούν οι Τοπικές Εκκλησίες να αποδεχθούν την απαράδεκτη παρουσία τους στους Οικουμενικούς Διαλόγους και στους ετεροδόξους οργανισμούς («Π.Σ.Ε.» κλπ.); Ποιος είναι ο σκοπός της παρουσίας των ετεροδόξων παρατηρητών πίσω από τους Μακ. Προκαθημένους στην έναρξι και το τέλος της Συνόδου, ενώ σε ωρισμένους από τους αποκλειομένους να συμμετάσχουν Ορθοδόξους Επισκόπους, που ενδεχομένως θα ήθελαν να παρευρεθούν στην «Αγία και Μεγάλη Σύνοδο», έστω και ως παρατηρητές, δεν θα τους παρείχετο, προφανώς, αυτό το δικαίωμα και η δυνατότητα;

Αυτή η Σύνοδος θέλει να αυτοαποκληθή ως ο «αρμόδιος και έσχατος κριτής περί των θεμάτων της πίστεως». Έτσι, όμως, απ’τη μια θεωρεί τον εαυτό της αλάθητο, χωρίς να σέβεται τα πατερικά κριτήρια και χωρίς να είναι συνέχεια των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων και της διδασκαλίας των Αγίων Πατέρων, ενώ από την άλλη, διευκρινίζεται ότι η Σύνοδος δήθεν δεν θα ασχοληθή με τα δόγματα, με θέματα πίστεως.

Επίσης, η Σύνοδος αυτή δεν ονομάζεται «οικουμενική», όπως θα ήταν φυσιολογικό για μια Σύνοδο της καθόλου Εκκλησίας, πράγμα που θα αναδείκνυε την ορθόδοξη αυτοσυνειδησία, ότι δηλαδή η Εκκλησία του Χριστού είναι μόνον η Ορθόδοξη Εκκλησία, η Μία και Μοναδική. Δεν θα αναγνωρίση, ούτε καν θα συζητήση για τις Οικουμενικές Συνόδους επί Φωτίου του Μεγάλου (την Η’ Οικουμενική Σύνοδο) και επί Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (την Θ΄ Οικουμενική Σύνοδο), οι οποίες αναθεμάτισαν τις παπικές αιρέσεις του Filioque και της κτιστής χάριτος-ενεργείας. Μόνο εάν γίνονταν τα ανωτέρω η Σύνοδος θα αναδεικνυόταν ως «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» και συνέχεια της Συνοδικής Παραδόσεως της Εκκλησίας και θα μπορούσε να γίνη μελλοντικά αποδεκτή ως Οικουμενική από το Πλήρωμα της Εκκλησίας.

Τα προπαρασκευαστικά κείμενα της Συνόδου στην παρούσα μορφή τους περιέχουν σοβαρές ασάφειες και αντιφάσεις. Γράφεται π.χ. ότι η Εκκλησία είναι Μία και ταυτόχρονα υπάρχουν και «άλλες εκκλησίες», χρησιμοποιώντας τον όρο «Εκκλησία» για τους αιρετικούς και ετεροδόξους εντελώς αντικανονικά και απαράδεκτα και μάλιστα σε κείμενο Πανορθοδόξου Συνόδου. Οι αναφερθείσες ασάφειες των κειμένων δύνανται να ερμηνευθούν εύκολα μέσα από το πνεύμα των αντιλήψεων του Ιησουίτη θεολόγου Karl Rahner, μέντορα της Β΄ Βατικάνειας «Συνόδου» και του Yves Congar. Ορισμένες από τις αντιλήψεις τους υιοθετεί και ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννης, όπως την «θεωρία των ατελών εκκλησιών», σύμφωνα με την οποία ορισμένες εκκλησίες βρίσκονται πιο κοντά, ενώ άλλες πιο μακριά από την πλήρη Εκκλησία.

Στην περίπτωσι της Β΄ Βατικάνειας «Συνόδου» ο Παπισμός είναι η πλήρης Εκκλησία, ενώ οι άλλες (συμπεριλαμβανομένης και της Ορθοδόξου Εκκλησίας) είναι οι ατελείς εκκλησίες. Στην περίπτωσι της λεγομένης «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας», η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η πλήρης Εκκλησία, ενώ οι άλλες (συμπεριλαμβανομένων των αιρέσεων του Παπισμού και του Προτεσταντισμού) είναι οι ατελείς εκκλησίες. Όμως, αυτή η αντίληψις μας παραπέμπει σε μια Βατικανοποίησι της Ορθοδόξου Εκκλησίας, την οποία προσπαθεί να εισαγάγη συνοδικώς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ως προιστάμενον αυτής της κινήσεως. Αυτό είναι το λογικό συμπέρασμα, που προκύπτει, βάσει των πληροφοριών και της μελέτης των θεολογικών κειμένων, σχετικά με αυτή την πρωτοφανή εκκλησιολογία, ως εξάγεται από τις θεολογικές απόψεις του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννου και την ανάλυσι της εκκλησιολογίας της Β΄ Βατικάνειας «Συνόδου», όπως κατέδειξε στο εξαίρετο βιβλίο του με τίτλο «Η εκκλησιολογική αναθεώρηση της Β΄ Βατικανής Συνόδου˙ μία Ορθόδοξη διερεύνηση του Βαπτίσματος και της Εκκλησίας κατά το Διάταγμα περί Οικουμενισμού» ο Αιδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος π. Πέτρος Χιρς. Οι θεωρίες των «αδελφών εκκλησιών», των «δύο πνευμόνων της Εκκλησίας» (Ορθοδοξία και Παπισμός), των «κλάδων», της «μεταπατερικής και μετακανονικής θεολογίας», της «βαπτισματικής θεολογίας», η θεωρία ότι η Εκκλησία περιλαμβάνει όλες τις ομολογίες, οι οποίες απεσχίσθησαν από αυτήν, η αποδοχή των μικτών γάμων με τους ετερόδοξους κ.α. αποτελούν εκφράσεις και μορφές της νέας εκκλησιολογίας, της νέας μεταπατερικής ή καλύτερα αντιπατερικής εκκλησιολογίας.

Σύμφωνα με την θεωρία «της βαπτισματικής θεολογίας», όποιος βαπτίζεται στο όνομα της Αγίας Τριάδος είναι μέλος της Εκκλησίας, ανεξαρτήτως πίστεως, δόγματος και ομολογίας. Όμως, οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας ουδέποτε ανεγνώρισαν το βάπτισμα των αιρετικών, παρά μόνον κατ’ οικονομίαν τους δέχονταν εν μετανοία, εφ’ όσον διατηρούσαν την εξωτερική μορφή του Βαπτίσματος με τις τρεις καταδύσεις και αναδύσεις.Η οικονομία δεν δύναται ποτέ να μετατραπή σε κανόνα πίστεως ή σε δόγμα.
Τα κείμενα της Συνόδου έπρεπε να γραφούν, λαμβάνοντας υπ’ όψιν το πνεύμα των Αγίων Πατέρων και της Εκκλησιαστικής Παραδόσεως. Δεν αρκεί να συγκληθή μια Σύνοδος μόνο και μόνο για να αποδειχθή στον κόσμο ότι οι Ορθόδοξοι είμαστε ενωμένοι. Ενωμένοι σε τι; Η ένωσις γίνεται εν αγάπη μόνο βάσει της Όρθοδόξου Πίστεως και της Αληθείας. Η ενότητα είναι ο καρπός του Αγίου Πνεύματος, όπως μας λέγει ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός στην Αρχιερατική Του Προσευχή : «ίνα ώσιν εν καθώς ημείς… αγίασον αυτούς εν τη αληθεία Σου… ίνα και αυτοί ώσιν ηγιασμένοι εν αληθεία». Η ενότητα της Εκκλησίας συνίσταται στην ακέραιη και αβλαβή διαφύλαξι των διδασκαλιών της ορθής Πίστεως, την οποία παρέλαβαν παρά Κυρίου και μας παρέδωσαν οι Άγιοι Απόστολοι και οι Άγιοι Πατέρας, οπότε διηρημένοι και απεσχισμένοι από την Εκκλησία είναι όλοι εκείνοι, που φρονούν διαφορετικά από τους αγίους Πατέρας της Εκκλησίας, καθώς μας λέγει ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης. Ο Χριστός ονόμασε «Καθολική» την Εκκλησία Του, επειδή μόνο αυτή διατηρεί την Αλήθεια και την Ομολογία της Πίστεως, χωρίς την οποία κανείς δεν μπορεί να σωθή.

Δεν επιχειρείται να αλλάξη ούτε η νηστεία, ούτε η τάξις του Μοναχισμού, ούτε η τάξις των Ιερών Ακολουθιών˙ όμως παραχαράσσεται και στρεβλώνεται το πιο νευραλγικό σημείο, δηλαδή ο ορισμός της Εκκλησίας. Το κείμενο της Συνόδου με τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» είναι κατ’εξοχήν δογματικό, όπως ισχυρίζεται ο Καθηγητής της Δογματικής κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης˙ όμως είναι αντορθόδοξο, επειδή επιτρέπει εντελώς λανθασμένες ερμηνείες, οι οποίες ενθαρρύνουν τις ετερόδοξες αντιλήψεις, πράγμα που σημαίνει αλλοίωσι της αποκαλυφθείσης Αληθείας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Ο μόνος λόγος συμμετοχής σ’αυτή την Σύνοδο μιάς Τοπικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία θέλει να διαφυλάξη με ακρίβεια την θεία Αποκάλυψι, δεν είναι άλλος παρά μόνον η καταδίκη της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, της συμμετοχής στο λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» και της νέας μεταπατερικής εκκλησιολογίας, η οποία προκαλεί σύγχυσι και μεγάλη πνευματική ζημία στις Θεολογικές Σχολές και σε Τοπικές Εκκλησίες. Ο ρόλος μιάς Συνόδου είναι ακριβώς να αποκόψη από το Σώμα της Εκκλησίας τις αιρετικές διδασκαλίες, και όχι να τις νομιμοποιήση.
Μακαριώτατε,
Ταπεινώς και βαθυσεβάστως θέλουμε να συγχαρούμε και πάλινεκ μέσης καρδίας την Μακαριότητά Σας, επειδή απορρίψατε το κείμενο για το Μυστήριο του Γάμου, το οποίο θεσμοθετεί τους λεγομένους «μικτούς γάμους» στην Ορθόδοξη Εκκλησία, πράγμα που απαγορεύεται από τους Ιερούς Κανόνες. Δεν είναι δυνατόν να υπάρχη Μυστήριο του Γάμου, παρά μόνον μεταξύ Ορθοδόξων, διότι δεν γίνεται ένωσις μεταξύ ανομοίων και ετεροπίστων. Μέσω των «μικτών γάμων» εγκρίνεται και πάλι ο δογματικός μινιμαλισμός, δηλαδή η βαπτισματική θεολογία, η οποία de facto θεωρεί έγκυρο οποιοδήποτε αιρετικό βάπτισμα, το οποίο ετελέσθη στο όνομα της Αγίας Τριάδος.

Γνωρίζοντας πολύ καλά την πλήρη αφιέρωσι και την θυσιαστική αγάπη Σας για τον Σωτήρα Ιησού Χριστό, τον Οποίον διακονείτε με όλη την ύπαρξί Σας, Σας απηύθυνα ως ο ελάχιστος εν Επισκόποις αυτές τις ταπεινές σκέψεις, οι οποίες προβληματίζουν το Χριστεπώνυμο Πλήρωμα.
Προσευχόμεθα ολόθερμα ημέρα και νύκτα στον Αρχιποίμενά μας και εν πάσι πρωτεύοντα Κύριο Ιησού Χριστό να Σας ενισχύη να παραμένετε πάντοτε ευσταθής στη θέσι, την οποία υιοθετήσατε, και η οποία δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά μόνο την σταθερή επιμονή και παραμονή στην Ορθοδοξία, ως άξιος διάδοχος που είσθε όχι μόνο των «θρόνων των Αποστόλων», αλλά και του βίου, της Πίστεως και της Ομολογίας τους

Μακαριώτατε,
Εκζητούμε μετά του Ποιμνίου μου ταπεινώς και γονυπετώς τις άγιες και θεοπειθείς ευχές Σας και Σας ευχόμεθα μακροχρόνια ζωή, υγεία, δύναμι και πνευματική χαρά. Οι γρηγορούντες εν τη Ομολογία της Πίστεως Ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδος, μαζί με πολλούς Κληρικούς και πιστούς, προβλέπουν με κραταιά ελπίδα προς την Μακαριότητά Σας και την Ιερά Σύνοδο του Σεπτού Πατριαρχείου της Γεωργίας και Σας αποδίδουν φόρο ευγνωμοσύνης για την σταθερή θέσι Σας ενώπιον του κλύδωνος, ο οποίος ηγέρθη εναντίον της Αγίας μας Εκκλησίας.
Ασπάζομαι βαθυσεβάστως την δεξιάν Σας.
Και επί τούτοις διατελώ μετά Πασχαλίων προσρήσεων και ευχών

Ο Μητροπολίτης

†Ο Κυθήρων και Αντικυθήρων Σεραφείμ