Επιστολές στον Πατριάρχη Σερβίας και στον Μητροπολίτη Μολδαβίας απέστειλε ο Μητροπολίτης Πειραιώς

Loading...


Συνεχίζει την επικοινωνία μέσω επιστολών με αρχηγούς Ορθοδόξων Εκκλησιών ανά την Ευρώπη ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ.

Ο Σεβασμιώτατος επικοινώνησε με τον Πατριάρχη Σερβίας Ειρηναίο και τον Μητροπολίτη Μολδαβίας Βλαδίμηρο, αναφερόμενος στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, εκφράζοντας ανησυχίες και προβληματισμούς.

Αναλυτικά:

Η επιστολή προς τον Πατριάρχη Σερβίας

Αριθμ. Πρωτ 527. Εν Πειραιεί τη 23η Μαίου 2016
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΩΤΑΤΟΝ
Αρχιεπίσκοπον Πεκίου
Μητροπολίτην Βελιγραδίου και Καρλοβικίου
και Πατριάρχην των Σέρβων
Κύριον κ. ΕΙΡΗΝΑΙΟΝ
Εις ΒΕΛΙΓΡΑΔΙΟΝ
Μακαριώτατε Δέσποτα,
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

Πάνυ ευλαβώς και μετά πλείστης τιμής και υιικής εν Κυρίω αγάπης εκ προσώπου του ευαγούς Κλήρου και του φιλοχρίστου λαού της καθ’ ημάς Αγιωτάτης Μητροπόλεως της ναυλόχου πόλεως του Πειραιώς και πρώτου λιμένος της Ελλάδος προάγομαι όπως επικοινωνήσω διά μίαν εισέτι φοράν μετά της περισπουδάστου μοι Υμετέρας Μακαριότητος, του πολιού Προκαθημένου της κατά Σερβίαν Αγιοσαββιτικής Ορθοδόξου, Καθολικής του Χριστού Εκκλησίας και απευθύνω εν πρώτοις τη Υμετέρα Μακαριότητι θερμές εόρτιες προσρήσεις επί τη λαμπροφόρω Αναστάσει του Κυρίου.

Γνωστή τυγχάνει, Μακαριώτατε, εις πάσας τας Ορθοδόξους Εκκλησίας η κατά το παρελθόν έτος 2015, Υμετέρα πρότασις, κοινοποιηθείσα προς πάντα τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία και τας Αυτοκεφάλους Εκκλησίας, περί της αναγνωρίσεως εν τη μελλούση να συνέλθη Πανορθοδόξω Συνόδω τον προσεχή Ιούνιον εν τη Κρήτη, της επί Μεγάλου Φωτίου και εν έτει 879-880 εν Κωνσταντινουπόλει συγκληθείσης Συνόδου ως Ογδόης Οικουμενικής και της εν Κωνσταντινουπόλει εν έτει 1351 συγκληθείσης Συνόδου, επί Αγίου Γρηγορίου Παλαμά ως Ενάτης Οικουμενικής. Η Υμετέρα πρότασις, ως ετονίσαμεν εν τη από 29ης Σεπτεμβρίου 2015, ημετέρα επιστολή, θεολογικώς και επιστημονικώς ερειδομένην και στοιχούσα προς την Αποστολικοπαράδοτον πίστιν, ανηύρε εις το πλήρωμα του χρόνου την Υμετέραν στιβαράν εκκλησιαστικήν Προσωπικότητα, που ανέλαβε την ιεράν και ρηξικέλευθον ταύτην πρωτοβουλίαν την εκφράζουσαν και την συνείδησι των ομοδόξων Αδελφών εν Χριστώ Εκκλησιών.

Πρότασιν διά την οποίαν και αύθις σπεύδω να εκφράσω τας θερμάς μου συγχαρητηρίους ευχάς και ευχαριστίας. Ωστόσο η μη συμπερίληψις εν τη θεματολογία της μελλούσης Σύνοδου της εν λόγω καιρίας και άκρως αναγκαίας ταύτης προτάσεως καταδεικνύει τον κίνδυνον να μεταβληθεί η μέλλουσα Σύνοδος από ευλογία και δωρεά Θεού σε πρόκληση. Υφίσταται εν άλλοις λόγοις ορατός ο κίνδυνος να προχωρήσει η εν λόγω Σύνοδος αντί της καταδίκης των καινοφανών αιρέσεων του filioque, του Πρωτείου και των περί κτιστής Χάριτος διδασκαλιών του Παπισμού, σε εκκλησιαστική αναγνώριση του Παπισμούως και του Προτεσταντισμού ως αληθών Εκκλησιών, με αποτέλεσμα τελικώς να καταγραφεί η εν λόγω Σύνοδος εν της εκκλησιαστική ιστορία ως Ψευδοσύνοδος.
Εν όψει του έσχατου αυτού κινδύνου η καθ’ ημάς Ιερά Μητρόπολις εν συνεργασία μετά των Ιερών Μητροπόλεων Γλυφάδας, Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως, και Κυθήρων, ως και της Συνάξεως Κληρικών και Μοναχών, συνδιοργάνωσε Θεολογική – Επιστημονική Ημερίδα, με θέμα: «ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟΣ: Μεγάλη προετοιμασία, χωρίς προσδοκίες», η οποία έλαβε χώρα την Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016, στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, στην αίθουσα «Μελίνα Μερκούρη», στο Νέο Φάληρο Πειραιώς.

Την Ημερίδα ετίμησαν με την παρουσία τους Σεβασμιώτατοι Αρχιερείς, Καθηγούμενοι και Γερόντισσες Ιερών Μονών, αγιορείτες Πατέρες, κληρικοί, πρόεδροι Χριστιανικών Σωματείων και Οργανώσεων, Καθηγητές Θεολογικών Σχολών και Θεολόγοι και γύρω στους χίλιους πιστούς. Η Επιστημονική Επιτροπή, αποτελούνταν από α) την ελαχιστότητά μου, β) τον Αιδεμιολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο π. Γεώργιο Μεταλληνό, Ομότιμο Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, γ) τον Αιδεσιμολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο π. Θεόδωρο Ζήση, Ομότιμο Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. δ) τον Πανοσιολογιώτατο Αρχιμανδρίτη π. Αθανάσιο Αναστασίου, Προηγούμενο της Ι. Μονής του Μεγάλου Μετεώρου, και ε) τον ελλογιμώτατο Καθηγητή της Δογματικής της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη. Στην Ημερίδα παρέστησαν και απηύθυναν χαιρετισμό ο Επίσκοπος Μπαντσέν κ. Λογγίνος της Ουκρανικής Εκκλησίας και ο προιστάμενος της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας Αγίου Όρους π. Σάββας. Επίσης, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Λόβετς της Βουλγαρικής Εκκλησίας κ. Γαβριήλ εκπροσωπήθηκε από τον Αιδεσιμολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο π. Ματθαίο Βουλκανέσκου, κληρικό της καθ’ Ημάς Ιεράς Μητροπόλεως, ο οποίος και ανέγνωσε τον χαιρετισμό του.

Το γενικό θέμα της Ημερίδος αναπτύχθηκε σε τέσσερις Συνεδρίες: Από την ελαχιστότητά μου και τους εισηγητές Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεο, Γλυφάδας κ. Παύλο, Κυθήρων κ. Σεραφείμ, και Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κ. Ιερεμία, τους ομοτίμους πανεπιστημιακούς καθηγητές, Αιδεσιμολογιωτάτους Πρωτοπρεσβυτέρους π. Γεώργιο Μεταλληνό και π. Θεόδωρο Ζήση, τον κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη, τους Πανοσιολογιωτάτους Αρχιμανδρίτες π. Σαράντη Σαράντο, Διδάκτορα της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, και τον π. Αθανάσιο Αναστασίου, τους Αιδεσιμολογιωτάτους Πρωτοπρεσβυτέρους π. Πέτρο Heers, Διδάκτορα της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ., και π. Αναστάσιο Γκοτσόπουλο, (Μr Θεολογίας), εφημέριό του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου Πατρών, τον Πανοσιολογιώτατο Αρχιμανδρίτη π. Παύλο Δημητρακόπουλο, (Μr. Θεολογίας), Διευθυντή του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών της καθ’ Ημάς Ιεράς Μητροπόλεως, τον ελλογιμώτατο κ. Σταύρο Μποζοβίτη, Θεολόγο –Συγγραφέα, μέλος της Αδελφότητος Θεολόγων ο «Σωτήρ», και τον Αιδεσιμολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο π. Άγγελο Αγγελακόπουλο, (Μr Θεολογίας), εφημέριο του Ιερού Ναού Αγίας Παρασκευής Νέας Καλλιπόλεως της καθ’ Ημάς Ιεράς Μητροπόλεως.

Από τις εισηγήσεις και τον επακολουθήσαντα διάλογο προέκυψε και εγκρίθηκε ομοφώνως το παρακάτω Ψήφισμα-Πόρισμα:
1) Η Θεολογία της Εκκλησίας μας είναι καρπός της Θείας Αποκαλύψεως, εμπειρία της Πεντηκοστής. Δεν νοείται Εκκλησία χωρίς Θεολογία και δεν νοείται Θεολογία έξω από την Εκκλησία, την οποία εξέφρασαν οι Προφήτες, οι Απόστολοι, οι Πατέρες και οι άγιες Σύνοδοι. Όταν μία Σύνοδος δεν θεολογεί ορθοδόξως, δεν μπορεί να είναι γνήσια Ορθόδοξη Σύνοδος, αποδεκτή από το Ορθόδοξο πλήρωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί, όταν οι συμμετέχοντες στη Σύνοδο δεν έχουν την πείρα των θεουμένων Πατέρων, η τουλάχιστον δεν ακολουθούν αυτούς, χωρίς να τους παρερμηνεύουν. Στην περίπτωση αυτή τα συνοδικά μέλη διατυπώνουν κακόδοξες διδασκαλίες, η επηρεάζονται από πολιτικές, η άλλες σκοπιμότητες. Η σύγχρονη εκκλησιαστική πραγματικότητα απέδειξε ότι σήμερα πολλά υψηλά ιστάμενα πρόσωπα της εκκλησιαστικής ιεραρχίας επηρεάζονται, ως μη όφειλε, από πολιτικούς παράγοντες. Σε πολλές, επίσης, περιπτώσεις δημιουργούνται, στις ενδοεκκλησιαστικές σχέσεις, αντιπαλότητες, η κυριαρχούν εθνικιστικές και πολιτικές σκοπιμότητες.

2) Μετά από μια μακρά ιστορία προετοιμασίας της συγκλήσεως της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου», ενενήντα τριών ετών, διαπιστώνουμε, από την θεματολογία, τα προσυνοδικά κείμενα και τις δηλώσεις των διοργανωτών, ότι υπάρχει μεγάλο έλλειμμα Συνοδικότητος, έλλειμμα θεολογικής πληρότητος, σαφήνειας και ακρίβειας των προς συζήτηση κειμένων και ακόμη μεγαλύτερο έλλειμμα ως προς την θεολογική ορθότητα, με την οποία αυτά είναι διατυπωμένα. Πιο συγκεκριμένα :
3) Η μη συμμετοχή όλων των επισκόπων στην μέλλουσα να συγκληθεί Σύνοδο, αλλά μόνο εικοσιτεσσάρων από κάθε Τοπική Αυτοκέφαλη Εκκλησία, είναι ξένη προς την Κανονική και Συνοδική μας Παράδοση. Τα υπάρχοντα ιστορικά στοιχεία μαρτυρούν, όχι αντιπροσώπευση, αλλά την μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή επισκόπων από όλες τις επαρχίες της ανά την Οικουμένην Εκκλησίας. Επίσης, ο μη χαρακτηρισμός της ως Οικουμενικής, με τον απαράδεκτο ισχυρισμό ότι δεν μπορούν να συμμετάσχουν σ’ αυτήν οι «χριστιανοί της Δύσεως», έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τους αγίους Πατέρες, οι οποίοι συγκροτούσαν τις Άγιες Συνόδους ερήμην των αιρετικών. Κατ’ ακολουθίαν είναι απαράδεκτο οι διοργανωτές της να έχουν την αξίωση το κύρος της να είναι ισοδύναμο και ισάξιο με τις Οικουμενικές Συνόδους. Αλλά, ούτε και Πανορθόδοξος μπορεί να αποκληθεί η εν λόγω Σύνοδος, διότι προφανώς αποκλείεται η συμμετοχή όλων των Ορθοδόξων Επισκόπων.

Εξ ίσου αμάρτυρο στην Εκκλησιαστική και Κανονική μας Παράδοση, και γι’ αυτό απαράδεκτο, είναι το σχήμα: μία ψήφος-μία Εκκλησία, με απαραίτητη την ομοφωνία όλων των Τοπικών Εκκλησιών. Ο κάθε επίσκοπος δικαιούται να έχει δική του ψήφο και στις αποφάσεις των μη δογματικών θεμάτων να ισχύσει η αρχή: «η ψήφος των πλειόνων κρατείτω». Απαράδεκτο θεωρούμε, επίσης, το να προαποφασίζονται τα θέματα και ο τρόπος οργανώσεως της Συνόδου, χωρίς το κυρίαρχο σώμα των κατά τόπους Ιεραρχιών των Τοπικών Εκκλησιών να έχει εκφράσει συνοδικώς την επί των θεμάτων αυτών τοποθέτησή του.
4) Οι μέχρι τώρα γενόμενοι Διαχριστιανικοί Διάλογοι της Ορθοδοξίας με την Ετεροδοξία κατέληξαν σε τραγική αποτυχία, την οποία ομολογούν σήμερα και αυτοί οι ίδιοι οι πρωτεργάτες τους. Η δήθεν προσφερομένη βοήθεια μέσω των Διαλόγων για την επιστροφή των Ετεροδόξων στην εν Χριστώ αλήθεια και την Ορθοδοξία διαψεύδεται και αποδεικνύεται ανύπαρκτη. Τελικά, οι Διάλογοι εξυπηρέτησαν και προώθησαν τους στόχους της αντιχρίστου λεγομένης «Νέας Εποχής» και της Παγκοσμιοποιήσεως. Ένα σημαντικό κενό, που παρουσιάζουν τα προς συζήτηση στη μέλλουσα Σύνοδο προσυνοδικά κείμενα, είναι το γεγονός ότι παραδόξως απουσιάζει σ’ αυτά η κριτική αξιολόγηση της μέχρι σήμερα πορείας τόσο των διμερών Θεολογικών Διαλόγων μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των λοιπών χριστιανικών κοινοτήτων, όσο και της συμμετοχής της στην Οικουμενι(στι)κη Κίνηση και το λεγόμενο «Π.Σ.Ε.», η οποία υπήρχε στα κείμενα της Γ΄ Προσυνοδικής Διασκέψεως.

5) Το προσυνοδικό κείμενο με τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» παρουσιάζει κατά συρροή την θεολογική ασυνέπεια, η και αντίφαση. Έτσι, το άρθρο 1 διακηρύσσει την εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξου Εκκλησίας, θεωρώντας την –πολύ σωστά– ως την «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία». Όμως, στο άρθρο 6 παρουσιάζει μία αντιφατική προς το παραπάνω άρθρο (1) διατύπωση. Σημειώνεται χαρακτηριστικά ότι «η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής». Εδώ γεννάται το εύλογο θεολογικό ερώτημα: Αν η Εκκλησία είναι «ΜΙΑ», κατά το Σύμβολο της Πίστεως και την αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας (αρθρ. 1), τότε, πως γίνεται λόγος για άλλες Χριστιανικές Εκκλησίες; Είναι προφανές ότι αυτές οι άλλες Εκκλησίες είναι ετερόδοξες. Οι ετερόδοξες, όμως, «Εκκλησίες» δεν μπορούν να κατονομάζονται καθόλου ως «Εκκλησίες» από τους Ορθοδόξους, επειδή, δογματικώς θεωρούμενα τα πράγματα, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για πολλότητα «Εκκλησιών», με διαφορετικά δόγματα και μάλιστα σε πολλά θεολογικά θέματα. Κατά συνέπεια, ενόσο οι «Εκκλησίες» αυτές παραμένουν αμετακίνητες στις κακοδοξίες της πίστεώς τους, δεν είναι θεολογικά ορθό να τους αναγνωρίζουμε –και μάλιστα θεσμικά– εκκλησιαστικότητα, εκτός της «Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας».[1]

Στο ίδιο άρθρο (6) υπάρχει και δεύτερη σοβαρή θεολογική αντίφαση. Στην αρχή του άρθρου αυτού σημειώνεται το εξής: «Κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή». Στο τέλος, όμως, του ίδιου άρθρου γράφεται ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία, με την συμμετοχή της στην Οικουμενι(στι)κη Κίνηση, έχει ως «αντικειμενικόν σκοπόν την προλείανσιν της οδού της οδηγούσης προς την ενότητα». Εδώ τίθεται το ερώτημα: Εφόσον η ενότητα της Εκκλησίας είναι δεδομένη, τότε τι είδους ενότητα Εκκλησιών αναζητείται στο πλαίσιο της Οικουμενι(στι)κης Κινήσεως; Μήπως υπονοείται η επιστροφή των δυτικών χριστιανών στη ΜΙΑ και μόνη Εκκλησία; Κάτι τέτοιο, όμως, δεν διαφαίνεται από το γράμμα και το πνεύμα συνόλου του Κειμένου. Αντίθετα, μάλιστα, δίνεται η εντύπωση ότι υπάρχει δεδομένη διαίρεση στην Εκκλησία και οι προοπτικές των διαλεγομένων αποβλέπουν στην διασπασθείσα ενότητα της Εκκλησίας.

6) Το ως άνω κείμενο κινείται στα πλαίσια της νέας οικουμενιστικής Εκκλησιολογίας, η οποία έχει εκφραστεί ήδη κατά την Β΄ Βατικανή ψευδοσύνοδο. Αυτή η νέα Εκκλησιολογία έχει ως βάση την αναγνώριση του βαπτίσματος όλων των χριστιανικών αιρέσεων, (βαπτισματική θεολογία). Οι συντάκτες του κειμένου, προκειμένου να προσδώσουν κανονική εγκυρότητα και συνοδική νομιμότητα στην κακόδοξη αυτή Εκκλησιολογία, επικαλούνται τον 7ο Ιερό Κανόνα της Β΄ Αγίας και Οικουμενικής Συνόδου και τον 95ο της ΣΤ΄ Αγίας και Οικουμενικής Συνόδου. Ωστόσο, οι εν λόγω Ιεροί Κανόνες ρυθμίζουν μόνο τον τρόπο εισδοχής στην Εκκλησία των μετανοημένων αιρετικών και δεν αναφέρονται καθόλου στο «εκκλησιαστικό status» των αιρέσεων, ούτε στη διαδικασία διαλόγου της Εκκλησίας με την αίρεση. Ούτε, ασφαλώς, υπονοούν το «υποστατόν» των μυστηρίων των ετεροδόξων, ούτε ότι οι αιρέσεις παρέχουν σώζουσα Θεία Χάρη. Ουδέποτε η Εκκλησία αναγνώρισε και διεκήρυξε εκκλησιαστικότητα στην πλάνη και στην αίρεση. Η «μερίς των σωζομένων», για την οποία μιλούν οι εν λόγω Ιεροί Κανόνες, βρίσκεται μόνο στην Ορθοδοξία και όχι στην αίρεση.

Η οικονομία, που εισηγούνται οι παραπάνω Κανόνες, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στους Δυτικούς (Παπικούς και Προτεστάντες), γιατί στερούνται τις θεολογικές προϋποθέσεις και τα κριτήρια, που θέτουν οι συγκεκριμένοι Κανόνες. Και, επειδή δεν μπορεί να γίνει οικονομία στην δογματική αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας μας, οι Δυτικοί καλούνται να αρνηθούν τις αιρέσεις τους, να τις αναθεματίσουν, να εγκαταλείψουν τις Θρησκευτικές Κοινότητές τους, να κατηχηθούν και να ζητήσουν εν μετανοία την διά του Αγίου Βαπτίσματος ένταξή τους στην Εκκλησία.
7) Το ίδιο, ως άνω, κείμενο πουθενά δεν αναφέρεται σε κακοδοξίες η πλάνες, τις οποίες να προσδιορίζει συγκεκριμένα, ωσάν το πνεύμα της πλάνης να μην δραστηριοποιείται πλέον σήμερα. Το κείμενο δεν επισημαίνει καμμία αίρεση και καμμία διαστροφή της εκκλησιαστικής διδασκαλίας και ζωής στον εκτός της Ορθοδοξίας ευρισκόμενο χριστιανικό κόσμο. Αντίθετα, οι κακόδοξες και αιρετικές παρεκκλίσεις από τη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων και των Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων χαρακτηρίζονται «παραδεδομένες θεολογικές διαφορές η τυχόν νέες διαφοροποιήσεις» (§ 11), τις οποίες καλούνται η Ορθόδοξη Εκκλησία και η ετεροδοξία να «υπερβούν» (§ 11). Το ζητούμενο για τους συντάκτες είναι η ενότητα των «Εκκλησιών», και όχι η ενότητα στην Εκκλησία του Χριστού. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει πουθενά πρόσκληση σε μετάνοια και σε άρνηση και καταδίκη των πλανών και ετεροδιδασκαλιών, που παρεισέφρησαν στη ζωή των αιρετικών αυτών Κοινοτήτων.

8) Το ως άνω κείμενο κάνει εκτεταμένη αναφορά στο λεγόμενο «Π.Σ.Ε.» (§§ 16-21) και αποτιμά θετικά την συμβολή του στην Οικουμενι(στι)κη Κίνηση, επισημαίνοντας την πλήρη και ισότιμη συμμετοχή των Ορθοδόξων Εκκλησιών σ’ αυτήν και την συμβολή τους «εις την μαρτυρίαν της αληθείας και την προαγωγήν της ενότητος των Χριστιανών» (§ 17). Ωστόσο, η εικόνα, που μας δίδει το κείμενο σχετικά με το «Π.Σ.Ε.», είναι ψευδής και επίπλαστη. Κατ’ αρχήν, αυτή καθ’ εαυτήν η ένταξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας σ’ έναν οργανισμό, που εμφανίζεται ως υπερεκκλησία, και η συνύπαρξη και συνεργασία της με την αίρεση, συνιστά παραβίαση της κανονικής τάξεώς της και αθέτηση της εκκλησιολογικής αυτοσυνειδησίας της. Η θεολογική ταυτότητα του «Π.Σ.Ε.» είναι σαφώς προτεσταντική. Η μαρτυρία της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν έγινε μέχρι σήμερα δεκτή στο σύνολό της από τις προτεσταντικές αιρέσεις του «Π.Σ.Ε.», όπως φαίνεται από την 70ετή ιστορία του. Όλα δείχνουν ότι το επιδιωκόμενο στο «Π.Σ.Ε.» είναι η ομογενοποίηση των «ομολογιών»-μελών του μέσω ενός μακροχρονίου συμφυρμού. Το κείμενο αποκρύπτει την πραγματική εικόνα των μέχρι σήμερα γενομένων Διαλόγων με τις προτεσταντικές αιρέσεις-μέλη του «Π.Σ.Ε.» και το αδιέξοδο, στο οποίο αυτοί έχουν φθάσει σήμερα. Πέραν τούτου, δεν καταδικάζονται τα απαράδεκτα από Ορθοδόξου απόψεως κοινά κείμενα των Γενικών Συνελεύσεων του «Π.Σ.Ε.», (π.χ. Πόρτο Αλέγκρε, Πουσάν κλπ.) και επιπλέον αποσιωπώνται πλείστα όσα εκφυλιστικά φαινόμενα, τα οποία συναντούμε σ’ αυτό, όπως «Λειτουργία της Λίμα», intercommunion, διαθρησκειακές συμπροσευχές, χειροτονία γυναικών, περιεκτική γλώσσα, αποδοχή του σοδομισμού από πολλές αιρέσεις κλπ.

9) Η αλλαγή του Ημερολογίου το 1924 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Εκκλησία της Ελλάδος ήταν μονομερής και πραξικοπηματική ενέργεια, γιατί δεν έγινε με πανορθόδοξη απόφαση. Διέσπασε την λειτουργική ενότητα μεταξύ των Ορθοδόξων Τοπικών Εκκλησιών και προκάλεσε σχίσματα και διαιρέσεις μεταξύ των πιστών. Στην αλλαγή συνήργησαν και ώθησαν ετερόδοξες «ομολογίες» και μυστικές εταιρείες, μέσω του Πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη. Ήταν προσμονή όλων και δέσμευση των εκκλησιαστικών ηγετών η μέλλουσα να συνέλθει Σύνοδος να συζητήσει και να επιλύσει το θέμα. Δυστυχώς, κατά την μακρά προσυνοδική διαδικασία Παπικοί και Προτεστάντες έθεσαν στους Ορθοδόξους νέο θέμα, τον «κοινό εορτασμό του Πάσχα», με συνέπεια να στραφεί προς τα εκεί το ενδιαφέρον και να ατονήσει η συζήτηση για την θεραπεία του τραύματος της λειτουργικής ενότητος στον εορτασμό των ακινήτων εορτών, που προκλήθηκε χωρίς λόγο και ποιμαντική ανάγκη. Στην τελική φάση της Συνόδου και χωρίς συνοδικές αποφάσεις των τοπικών Εκκλησιών το θέμα του Ημερολογίου αποσύρθηκε από τον κατάλογο των θεμάτων, ενώ ήταν το κατ’ εξοχήν επείγον και φλέγον θέμα.

10) Η ιστορία των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων μας βεβαιώνει ότι αυτές συγκαλούνταν κάθε φορά, που κάποια αίρεση απειλούσε την αγιοπνευματική εμπειρία της εκκλησιαστικής αληθείας και την έκφρασή της από το εκκλησιαστικό σώμα. Αντίθετα, η μέλλουσα να συνέλθει Σύνοδος συγκαλείται, όχι για να οριοθετήσει την πίστη έναντί της αιρέσεως, αλλά για να παράσχει θεσμική αναγνώριση και νομιμοποίηση της παναιρέσεως του Οικουμενισμού. Γι’ αυτό και δεν στηρίζεται στην εμπειρία του εκκλησιαστικού σώματος, αλλά αντίθετα την υποβαθμίζει και την υποτιμά, την περιθωριοποιεί και την παραβλέπει. Η συνολική διαδικασία, η προπαρασκευή και η θεματολογία της Συνόδου είναι αποτέλεσμα επιβολής μιάς εκκλησιαστικής ολιγαρχίας, που εκφράζει μια ακαδημαική, αποστεωμένη, άνευρη και απνευμάτιστη θεολογία, αποκομμένη από το εκκλησιαστικό σώμα. Έσχατος κριτής της ορθότητας και της εγκυρότητας των αποφάσεων των Συνόδων είναι το πλήρωμα της Εκκλησίας μας, οι κληρικοί, οι μοναχοί και ο πιστός λαός του Θεού, ο οποίος, με την γρηγορούσα εκκλησιαστική και δογματική του συνείδηση, επικυρώνει η απορρίπτει τις αποφάσεις τους. Όμως, στην μέλλουσα Σύνοδο απουσιάζει παντελώς αυτή η σημαντική παράμετρος, επειδή εκφράστηκε επισήμως ότι φορέας της εγκυρότητας των αποφάσεών της θα είναι η Συνοδικότητα και όχι το Ορθόδοξο Πλήρωμα.

11) Μια άλλη βασική προϋπόθεση γνησιότητας της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου» είναι η αναγνώριση υπ’ αυτής ως Οικουμενικών των θεωρούμενων ως τοιούτων στη συνείδηση του Ορθοδόξου πληρώματός της Η΄ (879-880) επί ιερού Φωτίου του Μεγάλου και της Θ΄ (1351) επί αγίου Γρηγορίου του Παλαμά συγκληθεισών, οι οποίες έχουν όλα τα στοιχεία των Οικουμενικών Συνόδων και έχουν καταδικάσει τις αιρετικές κακοδοξίες του Παπισμού. Αλλά, τέτοιο ενδεχόμενο δεν προκύπτει από την θεματολογία και τα προσυνοδικά κείμενα.
12) Η ορθόδοξη νηστεία είναι τόσο εδραιωμένη στη συνείδηση των ορθοδόξων ποιμένων και του ορθοδόξου λαού, ώστε δεν χρειάζεται καμμία σύντμηση η προσαρμογή. Οι ποιμένες της Εκκλησίας είναι εκείνοι, οι οποίοι έχουν ανάγκη να αποκτήσουν περισσότερο ορθόδοξη παιδεία και ασκητικό φρόνημα, για να μπορέσουν, με το παράδειγμά τους και τον ασύλληπτο πλούτο της αγιοπατερικής γραμματείας, να διδάξουν διακριτικά το ποίμνιό τους. Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας εφαρμόζει χριστοφιλανθρωπότατα σε όλα τα μήκη και πλάτη της Οικουμένης την οικονομία σε όλο το μεγαλείο της. Είναι τόσα πολλά τα κείμενα περί νηστείας όλων των αγίων Πατέρων, που αναλύουν τις παθοκτόνες και σωτήριες παραμέτρους της, ώστε δεν αξίζει ο ευτελισμός, που υφίσταται από την μινιμαλιστική νοοτροπία των μεταπατερικών ανανεωτών, οι οποίοι κόπτονται για τον σύγχρονο κόσμο. Αν η μέλλουσα Σύνοδος επιβάλει νέες μεταρρυθμίσεις ημερών της νηστείας και τροφών, θα μιμηθεί τον ολοκληρωτισμό, που χαρακτηρίζει το Κανονικό Δίκαιο του Παπισμού, το οποίο καθορίζει θεσμικά και ασφυκτικά ακόμα και την οικονομία.

13) Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνος η παναίρεση του Οικουμενισμού εκφυλλίζεται και μεταλλάσσεται σε πανθρησκειακό όραμα. Οι ατελείωτες διαθρησκειακές συναντήσεις και συμπροσευχές Ορθοδόξων με ηγέτες θρησκειών του κόσμου, (π.χ. Ασίζη), μαρτυρούν ότι απώτερος στόχος του Οικουμενισμού είναι η συνένωση των θρησκειών σε ένα τερατώδες σχήμα, την εφιαλτική Πανθρησκεία, η οποία επιδιώκει να εκμηδενίσει τη σώζουσα αλήθεια της Ορθοδοξίας. Η διαθρησκειακή συνεργασία με τις άλλες θρησκείες είναι αδύνατον να δικαιωθεί, ούτε να θεμελιωθεί στην Αγία Γραφή και στην Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία. Ο θεόπνευστος λόγος του Αποστόλου των Εθνών Παύλου είναι ξεκάθαρος: «Μη γίνεσθε ετεροζυγούντες απίστοις. Τις γαρ μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; Τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος»; (Β΄ Κορ. 6, 14).Επίσης, το ιδανικό της ειρηνικής συνυπάρξεως, το οποίο κατά κόρον προβλήθηκε στους Διαθρησκειακούς Διαλόγους, καθίσταται αδύνατο, διότι έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον λόγο του Κυρίου, «ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσιν» (Ιω. 15, 20), και με τον λόγο του Αποστόλου Παύλου «πάντες δε οι θέλοντες ευσεβώς ζην εν Χριστώ Ιησού διωχθήσονται» (Β΄ Τιμ. 3, 14). Οι μετέχοντες στους μέχρι τώρα γενομένους Διαλόγους δεν μπόρεσαν, δυστυχώς, να μεταφέρουν ανόθευτη την Ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία, αλλά ούτε και να προσελκύσουν έστω και έναν αλλόθρησκο στην Ορθοδοξία. Αντίθετα, μάλιστα έφθασαν στο αξιοθρήνητο κατάντημα να παρασυρθούν σε πλάνες και αιρέσεις και να διατυπώνουν βλάσφημες δηλώσεις, σκανδαλίζοντας τον πιστό λαό του Θεού, παρασύροντας στην πλάνη τους ασθενείς στην πίστη και προκαλώντας έτσι μεγίστη πνευματική φθορά και διάβρωση του Ορθοδόξου φρονήματος. Παρά την πληθώρα των μέχρι τώρα γενομένων Διαλόγων, ο ισλαμικός φανατισμός, όχι μόνο δεν καταστέλλεται, αλλά γιγαντώνεται όλο και περισσότερο.

14) Οι αγώνες των Προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, μαζί με τους αγώνες των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, θα πρέπει να μας εμπνέουν και να μας οδηγούν στην διαφύλαξη της πολύτιμης παρακαταθήκης μας. Απόπειρα νοθεύσεως της μωσαικής θρησκείας παρατηρούμε και στην Παλαιά Διαθήκη, όπου, στην αρχή χαναανιτικά και αργότερα βαβυλωνιακά και αιγυπτιακά στοιχεία απειλούσαν να νοθεύσουν την πίστη στον Ένα Θεό. Μεγάλοι άνδρες, (Προφήτες, βασιλείς, πολιτικοί άρχοντες, κλπ.) αγωνίστηκαν με σθένος για την διαφύλαξη της καθαρής μωσαικής θρησκείας. Ιδιαιτέρως αγωνίστηκαν κατά των διαφόρων ψευδοπροφητών, οι οποίοι αναφαίνονταν κατά καιρούς.
Συνοψίζοντας τα παραπάνω, συμπεραίνουμε ότι η μέλλουσα να συγκληθεί «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» δεν θα είναι ούτε Μεγάλη, ούτε Αγία, διότι, με βάση τα μέχρι σήμερα δεδομένα, δεν προκύπτει ότι αυτή θα είναι σύμφωνη με την Συνοδική και Κανονική Παράδοση της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας και ότι θα λειτουργήσει όντως ως γνήσια συνέχεια των αρχαίων μεγάλων Αγίων Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων. Ο τρόπος, με τον οποίο είναι διατυπωμένα τα δογματικού χαρακτήρος προσυνοδικά κείμενα, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφιβολίας, ότι η εν λόγω Σύνοδος αποσκοπεί να προσδώσει εκκλησιαστικότητα στους ετεροδόξους και να διευρύνει τα κανονικά και χαρισματικά όρια της Εκκλησίας.

Ωστόσο, καμμία Πανορθόδοξη Σύνοδος δεν μπορεί να οριοθετήσει διαφορετικά την μέχρι σήμερα ταυτότητα της Εκκλησίας. Δεν υπάρχουν, επίσης, ενδείξεις ότι η εν λόγω Σύνοδος θα προχωρήσει σε καταδίκη των συγχρόνων αιρέσεων και πρωτίστως της παναιρέσεως του Οικουμενισμού. Αντίθετα μάλιστα όλα δείχνουν ότι η μέλλουσα να συγκληθεί «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» επιχειρεί να την νομιμοποιήσει και να την εδραιώσει. Ωστόσο, οι όποιες αποφάσεις της με οικουμενιστικό πνεύμα, είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι δεν θα γίνουν δεκτές από τον ευσεβή κλήρο και τον πιστό λαό του Θεού, ενώ η ίδια θα καταγραφεί στην εκκλησιαστική ιστορία ως ψευδοσύνοδος.
Μακαριώτατε,
Η μέλλουσα «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος», αν πραγματικά θέλει να είναι Ορθόδοξη Σύνοδος, θα πρέπει να λάβει, κατά την ταπεινή μας γνώμη, τις εξής καίριες αποφάσεις:
α) Να επικυρώσει τις αποφάσεις όλων προγενεστέρων Οικουμενικών Συνόδων, (Α΄ έως και Ζ΄ Οικουμενικές), δηλαδή τους υπό των αγίων Πατέρων θεσπισθέντες δογματικούς όρους και Ιερούς Κανόνες.
β) Να αναγνωρίσει τις θεωρούμενες από όλους τους Ορθοδόξους δύο συνόδους του ενάτου και δεκάτου τετάρτου αιώνος ως οικουμενικές, δηλαδή την Η΄ επί Μεγάλου Φωτίου, το 879, και την Θ΄ επί Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, του 1351, οι οποίες κατεδίκασαν η μεν πρώτη το Filioque και το πρωτείο του Πάπα ως αιρέσεις, η δε δεύτερη την περί κτιστής Χάριτος αίρεση, επομένως και τον Παπισμό ως αίρεση.

γ) Να καταδικάσει την συγκρητιστική παναιρέση του Οικουμενισμού, όπως την αποκαλούσε ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς.
δ) Να καταδικάσει την παρουσία και συμμετοχή των Ορθοδόξων Τοπικών Εκκλησιών στο λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών» (Π.Σ.Ε.).
ε) Να τερματίσει τους Διαθρησκειακούς Διαλόγους και τους Θεολογικούς Διαλόγους με τους Ρωμαιοκαθολικούς, τις προετεσταντικές ομολογίες του Π.Σ.Ε. και τους Μονοφυσίτες.
στ) Να καταδικάσει την μεταπατερική και αντιπατερική «νέα εκκλησιολογία», η οποία απορρίπτει τα χαρισματικά, δογματικά και κανονικά όρια της Εκκλησίας.
ζ) Να εκλέξει, να χειροτονήσει και να ενθρονίσει στο πάλαι ποτέ περίπυστο Πατριαρχείο της Ρώμης νέο Ορθόδοξο Πάπα Ρώμης, μη αναγνωρίζοντας και εκθρονίζοντας τον σημερινό καταληψία του Πατριαρχείου της Δύσεως και αιρεσιάρχη κ. Φραγκίσκο. Έτσι, θα λυθούν τα θέματα του Παπισμού, της Ουνίας και του Προτεσταντισμού.
η) Να δημιουργήσει Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, λύνοντας το θέμα της Διασποράς, και
θ) Να ακολουθήσει την Πατερική οδό μαχίμου επανευαγγελισμού της Οικουμένης, με την δημιουργία δορυφορικής πλατφόρμας για την Ορθόδοξη μαρτυρία σε 17 γλώσσες. Με τον τρόπο αυτό, θα κονιορτοποιήσει τις αιρέσεις με παγκόσμιο λόγο και πατερική παρρησία, θα δοξάσει τον Θεό και θα διασφαλίσει το ανθρώπινο πρόσωπο.

Τα κείμενα της Συνόδου πρέπει να ξαναγραφούν απ’ την αρχή, λαμβάνοντας υπ’ όψιν το πνεύμα των Αγίων Πατέρων και της εκκλησιαστικής Παραδόσεως. Δεν αρκεί να συγκληθεί μια Σύνοδος μόνο και μόνο για να αποδειχθεί στον κόσμο ότι οι Ορθόδοξοι είμαστε ενωμένοι. Ενωμένοι σε τι; Η ένωση γίνεται μόνο βάσει της Αληθείας. Η ενότητα είναι ο καρπός του Αγίου Πνεύματος, όπως μας λέγει ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός στην αρχιερατική Του προσευχή: «ίνα ώσιν εν καθώς ημείς… αγίασον αυτούς εν τη αληθεία σου… ίνα και αυτοί ώσιν ηγιασμένοι εν αληθεία»(Ιω.17,11,17,19). Η ενότητα της Εκκλησίας συνίσταται στην ακέραιη και αβλαβή διαφύλαξη των διδασκαλιών της ορθής πίστεως, την οποία μας παρέδωσαν οι Άγιοι Απόστολοι και οι Άγιοι Πατέρες. Διηρημένοι και αποσχισμένοι από την Εκκλησία είναι όλοι εκείνοι, που φρονούν διαφορετικά από τους αγίους Πατέρες της Εκκλησίας, καθώς μας λέγει ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης. Οι άγιοι Πατέρες ονόμασαν «Καθολική» την Εκκλησία Του, επειδή μόνο αυτή διατηρεί στην πληρότητά της την Αλήθεια και την Ομολογία της Πίστεως, χωρίς την οποία κανείς δεν μπορεί να σωθεί. Πρέπει απαραιτήτως να κατανοηθεί ότι δεν επιχειρείται να αλλάξει ούτε η νηστεία, ούτε η τάξη του μοναχισμού, ούτε η τάξη των ιερών ακολουθιών, όμως παραχαράσεται και στρεβλώνεται το πιο νευραλγικό σημείο, δηλαδή η εκκλησιολογική δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας.

Μακαριώτατε,
Σας απηύθυνα τις παρά πάνω σκέψεις, οι οποίες μας απασχολούν, ώστε να αποτελέσουν αφορμή ενός γόνιμου προβληματισμού και ενδεχομένως διαλόγου ημών μετά της Υμετέρας Μακαριότητος. Προβληματισμού, αλλά και συνειδητοποιήσεως των μεγίστων ευθυνών ημών των επισκόπων ενώπιον του αγίου Τριαδικού Θεού διά την διαφύλαξιν ανοθεύτου της αμωμήτου ημών Ορθοδόξου πίστεως. Υποβάλοντες εκ προσώπου του ευαγούς Κλήρου και του φιλοχρίστου Λαού της καθ’ ημάς Ιεράς Μητροπόλεως απείρους υιικάς προσρήσεις και ευγνώμονας ευχαριστίας και κατασπαζόμενοι την Υμετέραν Σεπτήν Δεξιάν εξαιτούμεθα τας Υμετέρας Σεπτάς θεοπειθείς πατρικάς ευχάς και ευλογίας.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ ο Πειραιώς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

[1] Η αναφερθείσα ασάφεια του κειμένου δύναται να ερμηνευτεί εύκολα μέσα από το πνεύμα των αντιλήψεων του Ιησουίτη θεολόγου Karl Rahner, μέντορα της Β΄ Βατικάνειας ψευδοσυνόδου και του Yves Congar. Ορισμένες από τις αντιλήψεις τους υιοθετεί και ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννης Ζιζιούλας, όπως την «θεωρία των ατελών εκκλησιών», σύμφωνα με την οποία ορισμένες εκκλησίες βρίσκονται πιο κοντά, ενώ άλλες πιο μακριά από την πλήρη Εκκλησία. Στην περίπτωση της Β΄ Βατικάνειας ψευδοσυνόδου, ο Παπισμός είναι η πλήρης Εκκλησία, ενώ οι άλλες (συμπεριλαμβανομένης και της Ορθοδόξου Εκκλησίας) είναι οι ατελείς εκκλησίες. Το συμπέρασμα, που προκύπτει, βάσει των πληροφοριών και της μελέτης των θεολογικών κειμένων, σχετικά με αυτή την πρωτοφανή εκκλησιολογία, όπως προκύπτει από τις θεολογικές απόψεις του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννου Ζιζιούλα, και την ανάλυση της εκκλησιολογίας της Β΄ Βατικάνειας ψευδοσυνόδου, είναι ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η πλήρης Εκκλησία, ενώ οι άλλες (συμπεριλαμβανομένων των αιρέσεων του Παπισμού και του Προτεσταντισμού) είναι οι ατελείς εκκλησίες. Όμως, αυτή η αντίληψη μας παραπέμπει σε μια βατικανοποίηση της Ορθοδόξου Εκκλησίας, την οποία προσπαθεί να εισαγάγει συνοδικώς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ως επί κεφαλής αυτής της κίνησης, στην μέλλουσα να συγκληθεί «Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας». Οι θεωρίες των «αδελφών εκκλησιών», των «δύο πνευμόνων της Εκκλησίας» (Ορθοδοξία και Παπισμός), των «κλάδων», της «μεταπατερικής και μετακανονικής θεολογίας», της «βαπτισματικής θεολογίας», η θεωρία ότι η Εκκλησία περιλαμβάνει όλες τις ομολογίες, οι οποίες αποσχίστηκαν από αυτήν, η αποδοχή των μικτών γάμων με τους ετερόδοξους κ.α. αποτελούν εκφράσεις και μορφές της νέας εκλησιολογίας, της νέας μεταπατερικής η καλύτερα αντιπατερικής εκκλησιολογίας. Σύμφωνα με την θεωρία «της βαπτισματικής θεολογίας», όποιος βαπτίζεται στο όνομα της Αγίας Τριάδος είναι μέλος της Εκκλησίας, ανεξαρτήτως πίστεως, δόγματος και ομολογίας. Όμως, οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας ουδέποτε αναγνώρισαν το βάπτισμα των αιρετικών, παρά μόνον κατ’ οικονομίαν τους δέχονταν, με την προϋπόθεση ότι απαρνούνται την αίρεση και επιστρέφουν στην Ορθοδοξία και εφόσον διατηρούσαν την εξωτερική μορφή του Βαπτίσματος με τις τρεις καταδύσεις και αναδύσεις. Σύμφωνα με του Ιερούς Κανόνες 7 της Β΄ και 95 της Πενθέκτης Οικουμενικής συνόδου: «Τους προστιθεμένους τη ορθοδοξία, και τη μερίδι των σωζομένων από αιρετικών, δεχόμεθα κατά την υποτεταγμένην ακολουθίαν τε και συνήθειαν», και πιο κάτω, «πάντας τους απ αυτών θέλοντας προστίθεσθαι τη ορθοδοξία». Η οικονομία δεν δύναται ποτέ να μετατραπεί σε κανόνα πίστεως η σε δόγμα. Το κείμενο αυτό της Συνόδου είναι κατ’εξοχήν δογματικό, όμως είναι αντορθόδοξο, επειδή επιτρέπει εντελώς λανθασμένες ερμηνείες, οι οποίες ενθαρρύνουν τις ετερόδοξες αντιλήψεις, πράγμα που σημαίνει αλλοίωση της αποκαλυφθείσας Αληθείας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Η επιστολή στον Μητροπολίτη Μολδαβίας

Αριθμ. Πρωτ.528 Εν Πειραιεί τη 23η Μαίου 2016
Προς τον Σεβασμιώτατον
Μητροπολίτην Κισινιέφ
και πάσης Μολδαυίας
κ.κ. Βλαδίμηρον
Εις Κισινιέφ.
Σεβασμιώτατε Άγιε εν Χριστώ Αδελφέ,
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

Την Υμετέραν Σεβασμιότητα αδελφικώς εν Κυρίω κατασπαζόμενος μετά βαθυτάτων αισθημάτων αγάπης εν Χριστώ απευθύνω προς Υμάς εκ προσώπου του ευαγούς Κλήρου και του φιλοχρίστου λαού της καθ’ ημάς Αγιωτάτης Μητροπόλεως της ναυλόχου πόλεως του Πειραιώς και πρώτου λιμένος της Ελλάδος, θερμές εόρτιες προσρήσεις επί τη λαμπροφόρω Αναστάσει του Κυρίου.
Γνωστόν τυγχάνει, άγιε εν Χριστώ αδελφέ, το πολυσχιδές και επίμοχθον έργον, το οποίον επιτελεί η Υμετέρα Σεπτή Σεβασμιότης τόσον διά τον ευαγγελισμόν των μακράν της Ορθοδόξου πίστεως ευρισκομένων, όσον και διά τον επιστηριγμόν, υλικόν και πνευματικόν, των Ορθοδόξων πιστών εν τη Υμετέρα Θεοφρουρήτω επαρχία, τη Ορθοδόξω Εκκλησία της Μολδαυίας, έργον διά το οποίον αίνους και δοξολογίαν αναπέμπομεν προς τον άγιον Τριαδικόν Θεόν.

Ωσαύτως γνωστή τυγχάνει η εξ’ ίσου πολύμοχθος μέριμνα και φροντίδα, την οποίαν καταβάλλετε διά την περιφρούρησιν και διαφύλαξιν του πιστού λαού της Μολδαυίας εκ των ποικιλωνύμων αιρέσεων, αλλά και εκ του αθεμίτου και δολίου προσηλυτισμού εκ της δαιμονικής και επαράτου Ουνίας. Μέσα στα πλαίσια της φροντίδος αυτής δεν εφείσθητε κόπων και δαπανών διά να προσκαλέσετε εν τη Υμετέρα επαρχία εκ της Εκκλησίας της Ελλάδος λογίους και πνευματικούς άνδρες, όπως τον πρωτ. π. Γεώργιον Μεταλληνόν, τον πρωτ. π. Θεόδωρον Ζήσην και τον κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη καθηγητάς των Θεολογικών Σχολών Αθηνών και Θεσσαλονίκης, επί τω σκοπώ του πνευματικού καταρτισμού και της περιφρουρήσεως εν τη Ορθοδόξω πίστει του πιστού λαού της Μολδαυίας. Νωπή ακόμη παραμένει στη μνήμη μας η πρόσφατη επίσκεψις, κατόπιν προσκλήσεώς σας, στο Κισινιέβ της Μολδαβίας του π. Θεόδωρου Ζήση, ο οποίος στις 21 και 22 Ιανουαρίου 2016, ομίλησε ενώπιον πολυπληθούς ακροατηρίου 2500 ατόμων περίπου διά το κατ’ εξοχήν φλέγον και επίκαιρο θέμα, την μέλλουσα να συγκληθεί τον προσεχή Ιούνιο στην Κρήτη «Αγία και Μεγάλη Σύνοδο».

Εν όψει του κορυφαίου αυτού εκκλησιαστικού γεγονότος, η καθ’ ημάς Ιερά Μητρόπολις εν συνεργασία μετά των Ιερών Μητροπόλεων Γλυφάδας, Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως, και Κυθήρων, ως και της Συνάξεως Κληρικών και Μοναχών, συνδιοργάνωσε Θεολογική – Επιστημονική Ημερίδα, με θέμα: «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος: Μεγάλη προετοιμασία, χωρίς προσδοκίες», η οποία έλαβε χώρα την Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016, στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, στο Νέο Φάληρο Πειραιώς.
Την Ημερίδα ετίμησαν με την παρουσία τους Σεβασμιώτατοι Αρχιερείς, Καθηγούμενοι και Γερόντισσες Ιερών Μονών, αγιορείτες Πατέρες, κληρικοί, πρόεδροι Χριστιανικών Σωματείων και Οργανώσεων, Καθηγητές Θεολογικών Σχολών και Θεολόγοι και γύρω στους χίλιους πιστούς. Η Επιστημονική Επιτροπή, αποτελούνταν από α) την ελαχιστότητά μου, β) τον Αιδεμιολογιώτατο πρωτοπρεσβύτερο π. Γεώργιο Μεταλληνό, Ομότιμο Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, γ) τον Αιδεσιμολογιώτατο πρωτοπρεσβύτερο π. Θεόδωρο Ζήση, Ομότιμο Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. δ) τον Πανοσιολογιώτατο Αρχιμανδρίτη π. Αθανάσιο Αναστασίου, Προηγούμενο της Ι. Μονής του Μεγάλου Μετεώρου, και ε) τον ελλογιμώτατο Καθηγητή της Δογματικής της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη. Στην Ημερίδα παρέστησαν και απηύθυναν χαιρετισμό ο Επίσκοπος Μπαντσέν κ. Λογγίνος της Ουκρανικής Εκκλησίας και ο προιστάμενος της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας Αγίου Όρους π. Σάββας. Επίσης, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Λόβετς της Βουλγαρικής Εκκλησίας κ. Γαβριήλ εκπροσωπήθηκε από τον Αιδεσιμολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο π. Ματθαίο Βουλκανέσκου, κληρικό της καθ’ Ημάς Ιεράς Μητροπόλεως, ο οποίος και ανέγνωσε τον χαιρετισμό του.

Το γενικό θέμα της Ημερίδος αναπτύχθηκε σε τέσσερις Συνεδρίες: Από την ελαχιστότητά μου και τους εισηγητές Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεο, Γλυφάδας κ. Παύλο, Κυθήρων κ. Σεραφείμ, και Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κ. Ιερεμία, τους ομοτίμους πανεπιστημιακούς καθηγητές, Αιδεσιμολογιωτάτους πρωτοπρεσβυτέρους π. Γεώργιο Μεταλληνό και π. Θεόδωρο Ζήση, τον κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη, τους Πανοσιολογιωτάτους Αρχιμανδρίτες π. Σαράντη Σαράντο, Διδάκτορα της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, και τον π. Αθανάσιο Αναστασίου, τους Αιδεσιμολογιωτάτους πρωτοπρεσβυτέρους π. Πέτρο Heers, Διδάκτορα της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ., και π. Αναστάσιο Γκοτσόπουλο, (Μr Θεολογίας), εφημέριο του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου Πατρών, τον Πανοσιολογιώτατο Αρχιμανδρίτη π. Παύλο Δημητρακόπουλο, (Μr. Θεολογίας), Διευθυντή του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών της καθ’ Ημάς Ιεράς Μητροπόλεως, τον ελλογιμώτατο κ. Σταύρο Μποζοβίτη, Θεολόγο –Συγγραφέα, μέλος της Αδελφότητος Θεολόγων ο «Σωτήρ», και τον Αιδεσιμολογιώτατο πρωτοπρεσβύτερο π. Άγγελο Αγγελακόπουλο, (Μr Θεολογίας), εφημέριο του Ιερού Ναού Αγίας Παρασκευής Νέας Καλλιπόλεως της καθ’ Ημάς Ιεράς Μητροπόλεως.
Από τις εισηγήσεις και τον επακολουθήσαντα διάλογο προέκυψε και εγκρίθηκε ομοφώνως το παρακάτω Ψήφισμα-Πόρισμα:

1) Η Θεολογία της Εκκλησίας μας είναι καρπός της Θείας Αποκαλύψεως, εμπειρία της Πεντηκοστής. Δεν νοείται Εκκλησία χωρίς Θεολογία και δεν νοείται Θεολογία έξω από την Εκκλησία, την οποία εξέφρασαν οι Προφήτες, οι Απόστολοι, οι Πατέρες και οι άγιες Σύνοδοι. Όταν μία Σύνοδος δεν θεολογεί ορθοδόξως, δεν μπορεί να είναι γνήσια Ορθόδοξη Σύνοδος, αποδεκτή από το Ορθόδοξο πλήρωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί, όταν οι συμμετέχοντες στη Σύνοδο δεν έχουν την πείρα των θεουμένων Πατέρων, η τουλάχιστον δεν ακολουθούν αυτούς, χωρίς να τους παρερμηνεύουν. Στην περίπτωση αυτή τα συνοδικά μέλη διατυπώνουν κακόδοξες διδασκαλίες, η επηρεάζονται από πολιτικές, η άλλες σκοπιμότητες. Η σύγχρονη εκκλησιαστική πραγματικότητα απέδειξε ότι σήμερα πολλά υψηλά ιστάμενα πρόσωπα της εκκλησιαστικής ιεραρχίας επηρεάζονται, ως μη όφειλε, από πολιτικούς παράγοντες. Σε πολλές, επίσης, περιπτώσεις δημιουργούνται, στις ενδοεκκλησιαστικές σχέσεις, αντιπαλότητες, η κυριαρχούν εθνικιστικές και πολιτικές σκοπιμότητες.

2) Μετά από μια μακρά ιστορία προετοιμασίας της συγκλήσεως της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου», ενενήντα τριών ετών, διαπιστώνουμε, από την θεματολογία, τα προσυνοδικά κείμενα και τις δηλώσεις των διοργανωτών, ότι υπάρχει μεγάλο έλλειμμα Συνοδικότητος, έλλειμμα θεολογικής πληρότητος, σαφήνειας και ακρίβειας των προς συζήτηση κειμένων και ακόμη μεγαλύτερο έλλειμμα ως προς την θεολογική ορθότητα, με την οποία αυτά είναι διατυπωμένα. Πιο συγκεκριμένα :

3) Η μη συμμετοχή όλων των επισκόπων στην μέλλουσα να συγκληθεί Σύνοδο, αλλά μόνο εικοσιτεσσάρων από κάθε Τοπική Αυτοκέφαλη Εκκλησία, είναι ξένη προς την Κανονική και Συνοδική μας Παράδοση. Τα υπάρχοντα ιστορικά στοιχεία μαρτυρούν, όχι αντιπροσώπευση, αλλά την μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή επισκόπων από όλες τις επαρχίες της ανά την Οικουμένην Εκκλησίας. Επίσης, ο μη χαρακτηρισμός της ως Οικουμενικής, με τον απαράδεκτο ισχυρισμό ότι δεν μπορούν να συμμετάσχουν σ’ αυτήν οι «χριστιανοί της Δύσεως», έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τους αγίους Πατέρες, οι οποίοι συγκροτούσαν τις Άγιες Συνόδους ερήμην των αιρετικών. Κατ’ ακολουθίαν είναι απαράδεκτο οι διοργανωτές της να έχουν την αξίωση το κύρος της να είναι ισοδύναμο και ισάξιο με τις Οικουμενικές Συνόδους. Αλλά, ούτε και Πανορθόδοξος μπορεί να αποκληθεί η εν λόγω Σύνοδος, διότι προφανώς αποκλείεται η συμμετοχή όλων των Ορθοδόξων Επισκόπων.
Εξ ίσου αμάρτυρο στην Εκκλησιαστική και Κανονική μας Παράδοση, και γι’ αυτό απαράδεκτο, είναι το σχήμα: μία ψήφος-μία Εκκλησία, με απαραίτητη την ομοφωνία όλων των Τοπικών Εκκλησιών. Ο κάθε επίσκοπος δικαιούται να έχει δική του ψήφο και στις αποφάσεις των μη δογματικών θεμάτων να ισχύσει η αρχή: «η ψήφος των πλειόνων κρατείτω». Απαράδεκτο θεωρούμε, επίσης, το να προαποφασίζονται τα θέματα και ο τρόπος οργανώσεως της Συνόδου, χωρίς το κυρίαρχο σώμα των κατά τόπους Ιεραρχιών των Τοπικών Εκκλησιών να έχει εκφράσει συνοδικώς την επί των θεμάτων αυτών τοποθέτησή του.

4) Οι μέχρι τώρα γενόμενοι Διαχριστιανικοί Διάλογοι της Ορθοδοξίας με την Ετεροδοξία κατέληξαν σε τραγική αποτυχία, την οποία ομολογούν σήμερα και αυτοί οι ίδιοι οι πρωτεργάτες τους. Η δήθεν προσφερομένη βοήθεια μέσω των Διαλόγων για την επιστροφή των Ετεροδόξων στην εν Χριστώ αλήθεια και την Ορθοδοξία διαψεύδεται και αποδεικνύεται ανύπαρκτη. Τελικά, οι Διάλογοι εξυπηρέτησαν και προώθησαν τους στόχους της αντιχρίστου λεγομένης «Νέας Εποχής» και της Παγκοσμιοποιήσεως. Ένα σημαντικό κενό, που παρουσιάζουν τα προς συζήτηση στη μέλλουσα Σύνοδο προσυνοδικά κείμενα, είναι το γεγονός ότι παραδόξως απουσιάζει σ’ αυτά η κριτική αξιολόγηση της μέχρι σήμερα πορείας τόσο των διμερών Θεολογικών Διαλόγων μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των λοιπών χριστιανικών κοινοτήτων, όσο και της συμμετοχής της στην Οικουμενι(στι)κη Κίνηση και το λεγόμενο «Π.Σ.Ε.», η οποία υπήρχε στα κείμενα της Γ΄ Προσυνοδικής Διασκέψεως.
5) Το προσυνοδικό κείμενο με τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» παρουσιάζει κατά συρροή την θεολογική ασυνέπεια, η και αντίφαση. Έτσι, το άρθρο 1 διακηρύσσει την εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξου Εκκλησίας, θεωρώντας την –πολύ σωστά– ως την «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία». Όμως, στο άρθρο 6 παρουσιάζει μία αντιφατική προς το παραπάνω άρθρο (1) διατύπωση. Σημειώνεται χαρακτηριστικά ότι «η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής». Εδώ γεννάται το εύλογο θεολογικό ερώτημα: Αν η Εκκλησία είναι «ΜΙΑ», κατά το Σύμβολο της Πίστεως και την αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας (αρθρ. 1), τότε, πως γίνεται λόγος για άλλες Χριστιανικές Εκκλησίες;

Είναι προφανές ότι αυτές οι άλλες Εκκλησίες είναι ετερόδοξες. Οι ετερόδοξες, όμως, «Εκκλησίες» δεν μπορούν να κατονομάζονται καθόλου ως «Εκκλησίες» από τους Ορθοδόξους, επειδή, δογματικώς θεωρούμενα τα πράγματα, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για πολλότητα «Εκκλησιών», με διαφορετικά δόγματα και μάλιστα σε πολλά θεολογικά θέματα. Κατά συνέπεια, ενόσο οι «Εκκλησίες» αυτές παραμένουν αμετακίνητες στις κακοδοξίες της πίστεώς τους, δεν είναι θεολογικά ορθό να τους αναγνωρίζουμε –και μάλιστα θεσμικά– εκκλησιαστικότητα, εκτός της «Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας».
Στο ίδιο άρθρο (6) υπάρχει και δεύτερη σοβαρή θεολογική αντίφαση. Στην αρχή του άρθρου αυτού σημειώνεται το εξής: «Κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή». Στο τέλος, όμως, του ίδιου άρθρου γράφεται ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία, με την συμμετοχή της στην Οικουμενι(στι)κη Κίνηση, έχει ως «αντικειμενικόν σκοπόν την προλείανσιν της οδού της οδηγούσης προς την ενότητα». Εδώ τίθεται το ερώτημα: Εφόσον η ενότητα της Εκκλησίας είναι δεδομένη, τότε τι είδους ενότητα Εκκλησιών αναζητείται στο πλαίσιο της Οικουμενι(στι)κης Κινήσεως; Μήπως υπονοείται η επιστροφή των δυτικών χριστιανών στη ΜΙΑ και μόνη Εκκλησία; Κάτι τέτοιο, όμως, δεν διαφαίνεται από το γράμμα και το πνεύμα συνόλου του Κειμένου. Αντίθετα, μάλιστα, δίνεται η εντύπωση ότι υπάρχει δεδομένη διαίρεση στην Εκκλησία και οι προοπτικές των διαλεγομένων αποβλέπουν στην διασπασθείσα ενότητα της Εκκλησίας.

6) Το ως άνω κείμενο κινείται στα πλαίσια της νέας οικουμενιστικής Εκκλησιολογίας,η οποία έχει εκφραστεί ήδη κατά την Β΄ Βατικανή ψευδοσύνοδο. Αυτή η νέα Εκκλησιολογία έχει ως βάση την αναγνώριση του βαπτίσματος όλων των χριστιανικών αιρέσεων, (βαπτισματική θεολογία). Οι συντάκτες του κειμένου, προκειμένου να προσδώσουν κανονική εγκυρότητα και συνοδική νομιμότητα στην κακόδοξη αυτή Εκκλησιολογία, επικαλούνται τον 7ο Ιερό Κανόνα της Β΄ Αγίας και Οικουμενικής Συνόδου και τον 95ο της ΣΤ΄ Αγίας και Οικουμενικής Συνόδου. Ωστόσο, οι εν λόγω Ιεροί Κανόνες ρυθμίζουν μόνο τον τρόπο εισδοχής στην Εκκλησία των μετανοημένων αιρετικών και δεν αναφέρονται καθόλου στο «εκκλησιαστικό status» των αιρέσεων, ούτε στη διαδικασία διαλόγου της Εκκλησίας με την αίρεση. Ούτε, ασφαλώς, υπονοούν το «υποστατόν» των μυστηρίων των ετεροδόξων, ούτε ότι οι αιρέσεις παρέχουν σώζουσα Θεία Χάρη. Ουδέποτε η Εκκλησία αναγνώρισε και διεκήρυξε εκκλησιαστικότητα στην πλάνη και στην αίρεση. Η «μερίς των σωζομένων», για την οποία μιλούν οι εν λόγω Ιεροί Κανόνες, βρίσκεται μόνο στην Ορθοδοξία και όχι στην αίρεση.

Η οικονομία, που εισηγούνται οι παραπάνω Κανόνες, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στους Δυτικούς (Παπικούς και Προτεστάντες), γιατί στερούνται τις θεολογικές προϋποθέσεις και τα κριτήρια, που θέτουν οι συγκεκριμένοι Κανόνες. Και, επειδή δεν μπορεί να γίνει οικονομία στην δογματική αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας μας, οι Δυτικοί καλούνται να αρνηθούν τις αιρέσεις τους, να τις αναθεματίσουν, να εγκαταλείψουν τις Θρησκευτικές Κοινότητές τους, να κατηχηθούν και να ζητήσουν εν μετανοία την διά του Αγίου Βαπτίσματος ένταξή τους στην Εκκλησία.
7) Το ίδιο, ως άνω, κείμενο πουθενά δεν αναφέρεται σε κακοδοξίες η πλάνες, τις οποίες να προσδιορίζει συγκεκριμένα, ωσάν το πνεύμα της πλάνης να μην δραστηριοποιείται πλέον σήμερα. Το κείμενο δεν επισημαίνει καμμία αίρεση και καμμία διαστροφή της εκκλησιαστικής διδασκαλίας και ζωής στον εκτός της Ορθοδοξίας ευρισκόμενο χριστιανικό κόσμο. Αντίθετα, οι κακόδοξες και αιρετικές παρεκκλίσεις από τη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων και των Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων χαρακτηρίζονται «παραδεδομένες θεολογικές διαφορές η τυχόν νέες διαφοροποιήσεις» (§ 11), τις οποίες καλούνται η Ορθόδοξη Εκκλησία και η ετεροδοξία να «υπερβούν» (§ 11). Το ζητούμενο για τους συντάκτες είναι η ενότητα των «Εκκλησιών», και όχι η ενότητα στην Εκκλησία του Χριστού. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει πουθενά πρόσκληση σε μετάνοια και σε άρνηση και καταδίκη των πλανών και ετεροδιδασκαλιών, που παρεισέφρησαν στη ζωή των αιρετικών αυτών Κοινοτήτων.

8) Το ως άνω κείμενο κάνει εκτεταμένη αναφορά στο λεγόμενο «Π.Σ.Ε.» (§§ 16-21) και αποτιμά θετικά την συμβολή του στην Οικουμενι(στι)κη Κίνηση, επισημαίνοντας την πλήρη και ισότιμη συμμετοχή των Ορθοδόξων Εκκλησιών σ’ αυτήν και την συμβολή τους «εις την μαρτυρίαν της αληθείας και την προαγωγήν της ενότητος των Χριστιανών» (§ 17). Ωστόσο, η εικόνα, που μας δίδει το κείμενο σχετικά με το «Π.Σ.Ε.», είναι ψευδής και επίπλαστη. Κατ’ αρχήν, αυτή καθ’ εαυτήν η ένταξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας σ’ έναν οργανισμό, που εμφανίζεται ως υπερεκκλησία, και η συνύπαρξη και συνεργασία της με την αίρεση, συνιστά παραβίαση της κανονικής τάξεώς της και αθέτηση της εκκλησιολογικής αυτοσυνειδησίας της. Η θεολογική ταυτότητα του «Π.Σ.Ε.» είναι σαφώς προτεσταντική. Η μαρτυρία της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν έγινε μέχρι σήμερα δεκτή στο σύνολό της από τις προτεσταντικές αιρέσεις του «Π.Σ.Ε.», όπως φαίνεται από την 70ετή ιστορία του. Όλα δείχνουν ότι το επιδιωκόμενο στο «Π.Σ.Ε.» είναι η ομογενοποίηση των «ομολογιών»-μελών του μέσω ενός μακροχρονίου συμφυρμού. Το κείμενο αποκρύπτει την πραγματική εικόνα των μέχρι σήμερα γενομένων Διαλόγων με τις προτεσταντικές αιρέσεις-μέλη του «Π.Σ.Ε.» και το αδιέξοδο, στο οποίο αυτοί έχουν φθάσει σήμερα. Πέραν τούτου, δεν καταδικάζονται τα απαράδεκτα από Ορθοδόξου απόψεως κοινά κείμενα των Γενικών Συνελεύσεων του «Π.Σ.Ε.», (π.χ. Πόρτο Αλέγκρε, Πουσάν κ.λ.π.) και επιπλέον αποσιωπώνται πλείστα όσα εκφυλιστικά φαινόμενα, τα οποία συναντούμε σ’ αυτό, όπως «Λειτουργία της Λίμα», intercommunion, διαθρησκειακές συμπροσευχές, χειροτονία γυναικών, περιεκτική γλώσσα, αποδοχή του σοδομισμού από πολλές αιρέσεις κλπ.

9) Η αλλαγή του Ημερολογίου το 1924 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Εκκλησία της Ελλάδος ήταν μονομερής και πραξικοπηματική ενέργεια, γιατί δεν έγινε με πανορθόδοξη απόφαση. Διέσπασε την λειτουργική ενότητα μεταξύ των Ορθοδόξων Τοπικών Εκκλησιών και προκάλεσε σχίσματα και διαιρέσεις μεταξύ των πιστών. Στην αλλαγή συνήργησαν και ώθησαν ετερόδοξες «ομολογίες» και μυστικές εταιρείες, μέσω του Πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη. Ήταν προσμονή όλων και δέσμευση των εκκλησιαστικών ηγετών η μέλλουσα να συνέλθει Σύνοδος να συζητήσει και να επιλύσει το θέμα. Δυστυχώς, κατά την μακρά προσυνοδική διαδικασία Παπικοί και Προτεστάντες έθεσαν στους Ορθοδόξους νέο θέμα, τον «κοινό εορτασμό του Πάσχα», με συνέπεια να στραφεί προς τα εκεί το ενδιαφέρον και να ατονήσει η συζήτηση για την θεραπεία του τραύματος της λειτουργικής ενότητος στον εορτασμό των ακινήτων εορτών, που προκλήθηκε χωρίς λόγο και ποιμαντική ανάγκη. Στην τελική φάση της Συνόδου και χωρίς συνοδικές αποφάσεις των τοπικών Εκκλησιών το θέμα του Ημερολογίου αποσύρθηκε από τον κατάλογο των θεμάτων, ενώ ήταν το κατ’ εξοχήν επείγον και φλέγον θέμα.

10) Η ιστορία των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων μας βεβαιώνει ότι αυτές συγκαλούνταν κάθε φορά, που κάποια αίρεση απειλούσε την αγιοπνευματική εμπειρία της εκκλησιαστικής αληθείας και την έκφρασή της από το εκκλησιαστικό σώμα. Αντίθετα, η μέλλουσα να συνέλθει Σύνοδος συγκαλείται, όχι για να οριοθετήσει την πίστη έναντι της αιρέσεως, αλλά για να παράσχει θεσμική αναγνώριση και νομιμοποίηση της παναιρέσεως του Οικουμενισμού. Γι’ αυτό και δεν στηρίζεται στην εμπειρία του εκκλησιαστικού σώματος, αλλά αντίθετα την υποβαθμίζει και την υποτιμά, την περιθωριοποιεί και την παραβλέπει. Η συνολική διαδικασία, η προπαρασκευή και η θεματολογία της Συνόδου είναι αποτέλεσμα επιβολής μιάς εκκλησιαστικής ολιγαρχίας, που εκφράζει μια ακαδημαική, αποστεωμένη, άνευρη και απνευμάτιστη θεολογία, αποκομμένη από το εκκλησιαστικό σώμα. Έσχατος κριτής της ορθότητας και της εγκυρότητας των αποφάσεων των Συνόδων είναι το πλήρωμα της Εκκλησίας μας, οι κληρικοί, οι μοναχοί και ο πιστός λαός του Θεού, ο οποίος, με την γρηγορούσα εκκλησιαστική και δογματική του συνείδηση, επικυρώνει η απορρίπτει τις αποφάσεις τους. Όμως, στην μέλλουσα Σύνοδο απουσιάζει παντελώς αυτή η σημαντική παράμετρος, επειδή εκφράστηκε επισήμως ότι φορέας της εγκυρότητας των αποφάσεών της θα είναι η Συνοδικότητα και όχι το Ορθόδοξο Πλήρωμα.

11) Μια άλλη βασική προϋπόθεση γνησιότητας της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου» είναι η αναγνώριση υπ’ αυτής ως Οικουμενικών των θεωρουμένων ως τοιούτων στη συνείδηση του Ορθοδόξου πληρώματός της Η΄ (879-880) επί ιερού Φωτίου του Μεγάλου και της Θ΄ (1351) επί αγίου Γρηγορίου του Παλαμά συγκληθεισών, οι οποίες έχουν όλα τα στοιχεία των Οικουμενικών Συνόδων και έχουν καταδικάσει τις αιρετικές κακοδοξίες του Παπισμού. Αλλά, τέτοιο ενδεχόμενο δεν προκύπτει από την θεματολογία και τα προσυνοδικά κείμενα.
12) Η ορθόδοξη νηστεία είναι τόσο εδραιωμένη στη συνείδηση των ορθοδόξων ποιμένων και του ορθοδόξου λαού, ώστε δεν χρειάζεται καμμία σύντμηση, η προσαρμογή. Οι ποιμένες της Εκκλησίας είναι εκείνοι, οι οποίοι έχουν ανάγκη να αποκτήσουν περισσότερο ορθόδοξη παιδεία και ασκητικό φρόνημα, για να μπορέσουν, με το παράδειγμά τους και τον ασύλληπτο πλούτο της αγιοπατερικής γραμματείας, να διδάξουν διακριτικά το ποίμνιό τους. Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας εφαρμόζει χριστοφιλανθρωπότατα σε όλα τα μήκη και πλάτη της Οικουμένης την οικονομία σε όλο το μεγαλείο της. Είναι τόσα πολλά τα κείμενα περί νηστείας όλων των αγίων Πατέρων, που αναλύουν τις παθοκτόνες και σωτήριες παραμέτρους της, ώστε δεν αξίζει ο ευτελισμός, που υφίσταται από την μινιμαλιστική νοοτροπία των μεταπατερικών ανανεωτών, οι οποίοι κόπτονται για τον σύγχρονο κόσμο. Αν η μέλλουσα Σύνοδος επιβάλει νέες μεταρρυθμίσεις ημερών της νηστείας και τροφών, θα μιμηθεί τον ολοκληρωτισμό, που χαρακτηρίζει το Κανονικό Δίκαιό του Παπισμού, το οποίο καθορίζει θεσμικά και ασφυκτικά ακόμα και την οικονομία.

13) Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνος η παναίρεση του Οικουμενισμού εκφυλλίζεται και μεταλλάσσεται σε πανθρησκειακό όραμα. Οι ατελείωτες διαθρησκειακές συναντήσεις και συμπροσευχές Ορθοδόξων με ηγέτες θρησκειών του κόσμου (π.χ. Ασίζη) μαρτυρούν ότι απώτερος στόχος του Οικουμενισμού είναι η συνένωση των θρησκειών σε ένα τερατώδες σχήμα, την εφιαλτική Πανθρησκεία, η οποία επιδιώκει να εκμηδενίσει τη σώζουσα αλήθεια της Ορθοδοξίας. Η διαθρησκειακή συνεργασία με τις άλλες θρησκείες είναι αδύνατον να δικαιωθεί, ούτε να θεμελιωθεί στην Αγία Γραφή και στην Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία. Ο θεόπνευστος λόγος του Αποστόλου των Εθνών Παύλου είναι ξεκάθαρος: «Μη γίνεσθε ετεροζυγούντες απίστοις. Τις γαρ μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; Τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος»; (Β΄ Κορ.6,14).Επίσης, το ιδανικό της ειρηνικής συνυπάρξεως, το οποίο κατά κόρον προβλήθηκε στους Διαθρησκειακούς Διαλόγους, καθίσταται αδύνατο, διότι έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον λόγο του Κυρίου, «ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσιν» (Ιω. 15, 20), και με τον λόγο του Αποστόλου Παύλου «πάντες δε οι θέλοντες ευσεβώς ζην εν Χριστώ Ιησού διωχθήσονται» (Β΄ Τιμ. 3, 14). Οι μετέχοντες στους μέχρι τώρα γενομένους Διαλόγους δεν μπόρεσαν, δυστυχώς, να μεταφέρουν ανόθευτη την Ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία, αλλά ούτε και να προσελκύσουν έστω και έναν αλλόθρησκο στην Ορθοδοξία. Αντίθετα, μάλιστα έφθασαν στο αξιοθρήνητο κατάντημα να παρασυρθούν σε πλάνες και αιρέσεις και να διατυπώνουν βλάσφημες δηλώσεις, σκανδαλίζοντας τον πιστό λαό του Θεού, παρασύροντας στην πλάνη τους ασθενείς στην πίστη και προκαλώντας έτσι μεγίστη πνευματική φθορά και διάβρωση του Ορθοδόξου φρονήματος. Παρά την πληθώρα των μέχρι τώρα γενομένων Διαλόγων, ο ισλαμικός φανατισμός, όχι μόνο δεν καταστέλλεται, αλλά γιγαντώνεται όλο και περισσότερο.

14) Οι αγώνες των Προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, μαζί με τους αγώνες των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, θα πρέπει να μας εμπνέουν και να μας οδηγούν στην διαφύλαξη της πολύτιμης παρακαταθήκης μας. Απόπειρα νοθεύσεως της μωσαικής θρησκείας παρατηρούμε και στην Παλαιά Διαθήκη, όπου, στην αρχή χαναανιτικά και αργότερα βαβυλωνιακά και αιγυπτιακά στοιχεία απειλούσαν να νοθεύσουν την πίστη στον Ένα Θεό. Μεγάλοι άνδρες, (Προφήτες, βασιλείς, πολιτικοί άρχοντες, κλπ.) αγωνίστηκαν με σθένος για την διαφύλαξη της καθαρής μωσαικής θρησκείας. Ιδιαιτέρως αγωνίστηκαν κατά των διαφόρων ψευδοπροφητών, οι οποίοι αναφαίνονταν κατά καιρούς.
Συνοψίζοντας τα παραπάνω, συμπεραίνουμε ότι η μέλλουσα να συγκληθεί «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» δεν θα είναι ούτε Μεγάλη, ούτε Αγία, διότι, με βάση τα μέχρι σήμερα δεδομένα, δεν προκύπτει ότι αυτή θα είναι σύμφωνη με την Συνοδική και Κανονική Παράδοση της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας και ότι θα λειτουργήσει όντως ως γνήσια συνέχεια των αρχαίων μεγάλων Αγίων Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων. Ο τρόπος, με τον οποίο είναι διατυπωμένα τα δογματικού χαρακτήρος προσυνοδικά κείμενα, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφιβολίας, ότι η εν λόγω Σύνοδος αποσκοπεί να προσδώσει εκκλησιαστικότητα στους ετεροδόξους και να διευρύνει τα κανονικά και χαρισματικά όρια της Εκκλησίας.
Ωστόσο, καμμία Πανορθόδοξη Σύνοδος δεν μπορεί να οριοθετήσει διαφορετικά την μέχρι σήμερα ταυτότητα της Εκκλησίας. Δεν υπάρχουν, επίσης, ενδείξεις ότι η εν λόγω Σύνοδος θα προχωρήσει σε καταδίκη των συγχρόνων αιρέσεων και πρωτίστως της παναιρέσεως του Οικουμενισμού. Αντίθετα μάλιστα όλα δείχνουν ότι η μέλλουσα να συγκληθεί «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» επιχειρεί να την νομιμοποιήσει και να την εδραιώσει.Ωστόσο, οι όποιες αποφάσεις της με οικουμενιστικό πνεύμα, είμαστε απολύτως βέβαιοι, ότι δεν θα γίνουν δεκτές από τον ευσεβή κλήρο και τον πιστό λαό του Θεού, ενώ η ίδια θα καταγραφεί στην εκκλησιαστική ιστορία ως ψευδοσύνοδος.
.
Σεβασμιώτατε,
Η μέλλουσα «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος», αν πραγματικά θέλει να είναι Ορθόδοξη Σύνοδος, θα πρέπει να λάβει, κατά την ταπεινή μας γνώμη, τις εξής καίριες αποφάσεις:
α) Να επικυρώσει τις αποφάσεις όλων προγενεστέρων ΟικουμενικώνΣυνόδων, (Α΄ έως και Ζ΄ Οικουμενικές), δηλαδή τους υπό των αγίων Πατέρων θεσπισθέντες δογματικούς όρους και Ιερούς Κανόνες.
β) Να αναγνωρίσει τις θεωρούμενες από όλους τους Ορθοδόξους δύο συνόδους του ενάτου και δεκάτου τετάρτου αιώνος ως οικουμενικές, δηλαδή την Η΄ επί Μεγάλου Φωτίου, το 879, και την Θ΄ επί Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, του 1351, οι οποίες, κατεδίκασαν η μεν πρώτη το Filioque και το πρωτείο του Πάπα ως αιρέσεις, η δε δεύτερη την περί κτιστής Χάριτος αίρεση, επομένως και τον Παπισμό ως αίρεση.
γ) Να καταδικάσει την συγκρητιστική παναιρέση του Οικουμενισμού, όπως την αποκαλούσε ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς.
δ) Να καταδικάσει την παρουσία και συμμετοχή των Ορθοδόξων Τοπικών Εκκλησιών στο λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών» (Π.Σ.Ε.).
ε) Να τερματίσει τους Διαθρησκειακούς Διαλόγους και τους Θεολογικούς Διαλόγους με τους Ρωμαιοκαθολικούς, τις προετεσταντικές ομολογίες του Π.Σ.Ε. και τους Μονοφυσίτες.
στ) Να καταδικάσει την μεταπατερική και αντιπατερική «νέα εκκλησιολογία», η οποία απορρίπτει τα χαρισματικά, δογματικά και κανονικά όρια της Εκκλησίας.
ζ) Να εκλέξει, να χειροτονήσει και να ενθρονίσει στο πάλαι ποτέ περίπυστο Πατριαρχείο της Ρώμης νέο Ορθόδοξο Πάπα Ρώμης, μη αναγνωρίζοντας και εκθρονίζοντας τον σημερινό καταληψία του Πατριαρχείου της Δύσεως και αιρεσιάρχη κ. Φραγκίσκο. Έτσι, θα λυθούν τα θέματα του Παπισμού, της Ουνίας και του Προτεσταντισμού.

η) Να δημιουργήσει Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, λύνοντας το θέμα της Διασποράς, και
θ) Να ακολουθήσει την Πατερική οδό μαχίμου επανευαγγελισμού της Οικουμένης, με την δημιουργία δορυφορικής πλατφόρμας για την Ορθόδοξη μαρτυρία σε 17 γλώσσες. Με τον τρόπο αυτό, θα κονιορτοποιήσει τις αιρέσεις με παγκόσμιο λόγο και πατερική παρρησία, θα δοξάσει τον Θεό και θα διασφαλίσει το ανθρώπινο πρόσωπο.

Τα κείμενα της Συνόδου πρέπει να ξαναγραφούν απ’ την αρχή, λαμβάνοντας υπ’ όψιν το πνεύμα των Αγίων Πατέρων και της εκκλησιαστικής Παραδόσεως. Δεν αρκεί να συγκληθεί μια Σύνοδος μόνο και μόνο για να αποδειχθεί στον κόσμο ότι οι Ορθόδοξοι είμαστε ενωμένοι. Ενωμένοι σε τι; Η ένωση γίνεται μόνο βάσει της Αληθείας. Η ενότητα είναι ο καρπός του Αγίου Πνεύματος, όπως μας λέγει ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός στην αρχιερατική Του προσευχή: «ίνα ώσιν εν καθώς ημείς… αγίασον αυτούς εν τη αληθεία σου… ίνα και αυτοί ώσιν ηγιασμένοι εν αληθεία»(Ιω.17,11,17,19). Η ενότητα της Εκκλησίας συνίσταται στην ακέραιη και αβλαβή διαφύλαξη των διδασκαλιών της ορθής πίστεως, την οποία μας παρέδωσαν οι Άγιοι Απόστολοι και οι Άγιοι Πατέρες. Διηρημένοι και αποσχισμένοι από την Εκκλησία είναι όλοι εκείνοι, που φρονούν διαφορετικά από τους αγίους Πατέρες της Εκκλησίας, καθώς μας λέγει ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης. Οι άγιοι Πατέρες ονόμασαν «Καθολική» την Εκκλησία Του, επειδή μόνο αυτή διατηρεί στην πληρότητά της την Αλήθεια και την Ομολογία της Πίστεως, χωρίς την οποία κανείς δεν μπορεί να σωθεί. Πρέπει απαραιτήτως να κατανοηθεί ότι δεν επιχειρείται να αλλάξει ούτε η νηστεία, ούτε η τάξη του μοναχισμού, ούτε η τάξη των ιερών ακολουθιών, όμως παραχαράσεται και στρεβλώνεται το πιο νευραλγικό σημείο, δηλαδή η εκκλησιολογική δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας.

Σεβασμιώτατε,
Γνωρίζοντας πολύ καλά την πλήρη αφιέρωση και τη θυσιαστική αγάπη Σας για τον Σωτήρα Ιησού Χριστού, τον Οποίο διακονείτε με όλη την ύπαρξή Σας, Σας απηύθυνα αυτές τις σκέψεις, οι οποίες μας προβληματίζουν.

Προσευχόμαστε ημέρα και νύχτα στον Αρχιποιμένα μας και εν πάσιν πρωτεύοντα Κύριον Ιησούν Χριστόν, να Σας ενισχύσει διά της φωτιστικής Χάριτος Αυτού, ώστε να δώσετε, εν τη μελλούση να συγκληθεί Συνόδω, ως μέλος της αντιπροσωπείας της Ρωσικής Εκκλησίας, την καλήν μαρτυρίαν της Ορθοδόξου πίστεως, μη αποδεχόμενος και μη υπογράφων, πάσαν απόφασιν αιρετίζουσαν και ξένην προς την Ορθόδοξον πίστιν και Παράδοσιν. Είησαν τα έτη Υμών, όλβια, υγιεινά και πανευφρόσυνα.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ ο Πειραιώς ΣΕΡΑΦΕΙΜ