«Ξένον τόκον ιδόντες ξενωθώμεν του κόσμου»

Loading...


του Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Ιγνατίου

Μόλις πήρε να βραδιάζει. Είχαν καταλαγιάσει οι θόρυβοι. Είχε σιγήσει η λύσσα των ανόμων. Είχε ήδη συντελεστεί στο Γολγοθά το πιο αποτρόπαιο έγκλημα. Ήταν οι ώρες, που μια βαρειά σκιά τρόμου και δέους, ενοχών και συντριβής, τύλιγε μαζί με το σκοτάδι την Ιουδαία. Κείνες τις στιγμές, που έμοιαζε να ́χει σταματήσει ο χρόνος, ένας πλούσιος άνθρωπος από την Αριμαθαία, ο Ιωσήφ, βρήκε το θάρρος να εμφανιστεί μπροστά στον Πιλάτο, και να ζητήσει το σώμα του Ιησού.

«Δός μοι τούτον τον ξένον», του λέγει. Μας μεταφέρει τα λόγια του η Εκκλησία μας με ένα συγκλονιστικό μελοποίημα, που ακούγεται μια φορά το χρόνο, τη Μεγάλη Παρασκευή, στη λιτανεία του Επιταφίου. Η αρχή του έχει ως εξής σε έμμετρη παράφραση:

Τον ήλιο που σκοτίστηκε, τις πέτρες που ραγίσαν,
όταν επάνω στο Σταυρό τα θεία μάτια κλείσαν
ο Ιωσήφ κοιτάζοντας με θαυμασμό και δέος
μπρός στον Πιλάτο έρχεται για το ύστατο το χρέος.

  «Σε ικετεύω -του μιλάει- δός μου τούτον τον ξένο
  δός μου ετούτον τον νεκρό που βλέπω σταυρωμένο
  σαν ξένο βρέφος οι άνθρωποι στον κόσμο τον δεχτήκαν
  σαν ξένο τον θανάτωσαν, γιατί τον εμισήσαν.

  Τον θάνατο όταν εννοώ, τρέμω κι άναυδος μένω·
  σε ικετεύω, Άρχοντα, δός μου τούτον τον ξένο.
  Εκείνον που ευεργέτησε τον κάθε πονεμένο,
  Εκείνον που αγκάλιασε κάθε φτωχό και ξένο.

  Δεν είχε τόπο εδώ στη γη την κεφαλή να γείρει
  κι οι Εβραίοι του έδωσαν να πιει του Πάθους το ποτήρι.
  Γι΄ αυτό ζητώ το σώμα Του, το ταλαιπωρημένο
  για να το θάψω, Άρχοντα, δός μου τούτον τον Ξένο.»

Μάς εκπλήσσει η τόλμη του κρυφού μαθητή, αποδεικτική μιας ασύλληπτης αγάπης, που αψηφά το φόβο. Περισσότερο, όμως, μάς ξαφνιάζει το μυστήριο της θείας συγκατάβασης. Γράφει ο Άγιος Επιφάνιος Κύπρου: «ο πηλός μπροστά στον πηλό ζητά να λάβει τον Πλάστη τών όλων. Το χορτάρι ζητά από το χορτάρι την ουράνια φωτιά. Η σταγόνα ζητά από την άλλη σταγόνα τον απύθμενο ωκεανό. Ποιός είδε, ποιός ποτέ άκουσε αυτό το απίστευτο! Ο άνθρωπος, να χαρίζει σε άλλον άνθρωπο τον Δημιουργό των πάντων. Ένας άνομος άρχοντας να χαρίζει σε έναν άνθρωπο του νόμου τον Νομοθέτη». Η λογική στέκεται ανίκανη να συλλαβίσει τα υπέρ λόγον· η καρδιά, όμως, αφουγκράζεται με βαθειά περίσκεψη το λόγο του Ιωσήφ.

«Δός μοι τούτον τόν ξένον». Όντως, ο Ιησούς έζησε και πέθανε σαν ξένος. Ποιός είναι ξένος; Είναι εκείνος, που δεν έχει δικό του σπίτι, που είναι μόνος μέσα στο πλήθος, που βρίσκει ολόγυρα κλειστές τις πόρτες. Ξένος είναι ο αλλοδαπός, που έρχεται από ξένη χώρα και μιλάει μια ξένη γλώσσα· εκείνος, που ένα χάσμα μάς κρατάει μακρυά του, μιά καχυποψία ή ακόμα και μιά έχθρα. Ο Ιησούς ήταν ο μόνος πραγματικά ξένος.

«Εκ του κόσμου ουκ ειμί», είπε ο Ίδιος πριν από το Πάθος Του. Ήλθε ξένος στη γη, για να σώσει τον αποξενωμένο από το Θεό άνθρωπο. Γεννήθηκε σε μια φάτνη στη Βηθλεέμ ξένος και άστεγος. Δεν υπήρχε για Κείνον κατάλυμα στη γη. Απ’ τα σπάργανά Του ακόμη καταδιώχθηκε και ξενιτεύθηκε στην Αίγυπτο. Και δεν είχε πόλη, ούτε χωριό, ούτε σπίτι να μείνει. Αδικήθηκε, πουλήθηκε από φίλο, προδόθηκε από μαθητή, διώχθηκε από τους αδελφούς Του, θανατώθηκε απ’ τους συμπατριώτες Του σαν ξένος. Θαρρούσαν οι άνθρωποι ότι μιλούσε μια ξένη γλώσσα, όταν τους δίδασκε την αγάπη για όλους, αυτή που δεν ξεχωρίζει πατριώτη και ξένο, φίλο και εχθρό. Γι’ αυτό και οι πολλοί δεν Τον δέχθηκαν. Έκλεισαν ερμητικά τις πόρτες των σπιτιών και της ψυχής τους. Και έμεινε ο Ιησούς Ξένος για κείνους, Άγνωστος, Ακατάληπτος.

«Δός μοι τούτον τον ξένον». Κάθε Μεγάλη Παρασκευή ηχεί στα αυτιά μας δραματικά επίκαιρο το απήχημα αυτού του λόγου. Ίσως γιατί συνταράσσει τα λιμνάζοντα ύδατα της πνευματικής μας στασιμότητας. Ίσως γιατί θέτει σε δοκιμασία τη στάση τη δική μας απέναντι στον Ιησού. Μετράει το βάθος της σχέσης μας με Εκείνον. Βαθμολογεί την ειλικρίνειά μας. Ελέγχει την υποκρισία μας.

Μήπως, τελικά, ο Εσταυρωμένος Ιησούς παραμένει, είκοσι αιώνες τώρα, και πάλι Ξένος; Μήπως άραγε παραμένει ο Μεγάλος Άγνωστος, ακόμη και για μάς, που συνωστιζόμαστε σήμερα στους ναούς, με δάκρυα κατάνυξης στα μάτια και με τα μύρα της λατρείας μας στην καρδιά; Μήπως περιοριζόμαστε σε έναν στείρο συναισθηματισμό, σε μια επιφανειακή προσέγγιση του Θείου Προσώπου Του, ενώ στην ουσία είναι για μάς Ξένος;

Μια γνωστή εικόνα της Αποκάλυψης αποτυπώνει τόσο παραστατικά αυτή την αλήθεια. «Ιδού, έστηκα επί την θύραν και κρούω», λέγει ο Ιησούς. Κρούει τη θύρα της καρδιάς μας, που είναι κλειστή για Εκείνον, όπως είναι κλειστή για κάθε ξένο. Οι οικείοι έχουν κλειδί, μπορούν να μπαινοβγαίνουν ελεύθερα. Εκείνον Τον κρατάμε σε απόσταση, ίσως γιατί δεν θέλουμε να ελέγξει την ακαταστασία της ψυχής μας. Τηρούμε τους τύπους απέναντί Του, δεν αποζητούμε τη ζεστασιά της οικειότητας. Ακόμα κι όταν προσευχόμαστε, θέλουμε κάτι από Εκείνον, όχι όμως Εκείνον. Τον ασπαζόμαστε με λατρεία, αλλά δεν Τον νιώθουμε ουσιαστικά δικό μας. Επιθυμούμε να είμαστε συγκληρονόμοι Του, αλλά δεν φροντίζουμε να κυλάει διαρκώς στις φλέβες μας το δικό Του βασιλικό αίμα. Εκείνος μάς καλεί· εμείς διστάζουμε. Εκείνος μάς προσφέρεται σε κάθε Θεία Λειτουργία· εμείς Τον αποφεύγουμε.

Κάποιες φορές, προσπαθούμε με λαχτάρα να Τον ανακαλύψουμε στη ζωή μας. Τον περιμένουμε, όπως τα ξερόχορτα περιμένουν τη βροχή, όπως τα άνθη τον ήλιο, όπως τα μάτια το φως, όπως η καρδιά την παρηγοριά. Δέν έχει, όμως, ούτε το μυαλό μας τη δύναμη, ούτε η καρδιά μας τη διαίσθηση, ούτε η ψυχή μας το φωτισμό να Τον ανακαλύψει εκεί που αντικατοπτρίζεται, στο πρόσωπο του κάθε κατατρεγμένου. Με είδατε -λέγει ο Ιησούς- ξένο, με είδατε γυμνό, με είδατε πεινασμένο, με είδατε φυλακισμένο στο πρόσωπο των αδελφών μου των ελαχίστων. Κι ανάλογα με τη συμπεριφορά σας σε κείνους, ανάλογα με το μέτρο της αγάπης σας, θα κριθεί η είσοδός σας στη Βασιλεία μου.

Με είδατε, μάς λέγει. Κι όμως εμείς δεν Τον αναγνωρίσαμε στα πρόσωπα των εμπερίστατων, ούτε καν υποψιαστήκαμε την παρουσία Του. Γι’ αυτό, και προβάλαμε σ’ αυτούς αντί της αγάπης την αδιαφορία και τη μιζέρια μας, τα πάθη και τον πανικό μας. Υψώσαμε τείχη απέναντι στο διπλανό μας, τον θεωρήσαμε κάποιες φορές αντίπαλο, ίσως και εχθρό. Τραγική στη ζωή μας αυτή η αποξένωση απ’ τον συνάνθρωπό μας. Περπατάμε στους δρόμους των μεγαλουπόλεων, μπλεκόμαστε στην κίνηση, πλήθος ανθρώπων μάς περιτριγυρίζουν, κι όμως νιώθουμε μοναξιά. Παγιδευμένοι στην εγωπάθειά μας, αδυνατούμε να δούμε το πρόσωπο του άλλου, και να αποκαλύψουμε σ΄αυτό την εικόνα του Θεού. Αδυνατούμε να αγαπήσουμε. Και αυτό συνιστά την τιμωρία μας. Είναι ξένη και απόμακρη για μάς η διδαχή του Χριστού, γι’ αυτό και ανέφικτη η εφαρμογή της.

Ξένος ο Ιησούς, ξένη η διδασκαλία Του, ξένη όμως και η αχειροποίητη εικόνα Του μέσα μας. Μάς είναι ξένος τις περισσότερες φορές ο ίδιος ο εαυτός μας. Άβυσσος η ψυχή μας, γεμάτη μυστήριο. Η εξωστρέφειά μας μάς απαγορεύει να υποψιαστούμε τα ανεξερεύνητα προσωπικά μας βάθη, την εσωτερική μας πενία, τις άτακτες κινήσεις της ψυχής μας, τις εφάμαρτες επιθυμίες της, τις ένοχες διαθέσεις της. Οδυνηρή η αυτογνωσία μας, καθώς μπορεί να αναδείξει εικόνες, που δεν αντέχουμε να αντικρύσουμε. Γι’ αυτό και δεν την επιδιώκουμε. Και παραμένει άγνωστος και ξένος και ο εαυτός μας.

«Δός μοι τούτον τον ξένον». Ένας βαθύς συγκλονισμός διατρέχει την ύπαρξή μας στο άκουσμα τούτου του λόγου, καθώς ανακαλύπτουμε την τραγικότητα της προσωπικής μας αποξένωσης από τον Κύριό μας. Αν όμως η μέθη της αλαζονείας μας σφυρηλάτησε την αδιαφορία μας για Εκείνον ή την αποστασία μας, ο Εσταυρώμενος Ιησούς μακρόθυμα μάς περιμένει. Δεν μάς καταλογίζει την βραδύτητα, δεν βδελύσσεται τη σκληροκαρδία μας. Τον πληγώνει όμως η ψυχρότητά μας. Θέλει να Του δώσουμε την καρδιά μας. «Υιέ μου, δός μοι σην καρδίαν» μάς προτρέπει. Περιμένει επάνω στο Σταυρό, έχοντας τα τρυπημένα Του χέρια ανοιχτά, για να μάς αγκαλιάσει με τη στοργή του πατέρα, με την αγάπη του φίλου, με την εγκαρδιότητα του οικείου.

Κι όταν υψώνουμε δεητικά το βλέμμα μας στην πονεμένη μορφή Του, νιώθουμε μυστικά να απευθύνεται προσωπικά στον καθένα μας με απροσμέτρητη γλυκύτητα και αγάπη, και να μάς παροτρύνει, όπως χαρακτηριστικά γράφει Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος:

«Δός μου παιδί μου την καρδιά σου. Εγώ για σένα πατέρας, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος, εγώ φίλος· ό,τι χρειάζεσαι, εγώ. Τίποτε δεν θα σου λείψει. Μόνο να με νιώθεις δικό σου. Κι εσύ είσαι τα πάντα για μένα, και αδελφός και φίλος και συγκληρονόμος. Τί άλλο θέλεις; Γιατί στρέφεσαι στη ματαιότητα του κόσμου και αποστρέφεσαι εμένα, που τόσο σε έχω αγαπήσει;»

Τί να ψελλίσει η φτωχή μας καρδιά ή τί να αντιδωρίσει στο ασύλληπτο μεγαλείο της θεϊκής Του αγάπης! Αυτές τις ώρες της κατανυκτικής ησυχίας και της λυτρωτικής περισυλλογής, μάς συνέχει απρόσμενα μιά ακατανίκητη επιθυμία, να αποδειχθούμε οικείοι Του· να γίνουμε μέτοχοι της μεγάλης τιμής, που μάς αξιώνει.

«Ξένον τόκον ιδόντες ξενωθώμεν του κόσμου» μάς παρακινεί ο λογισμός μας. Δεν υπάρχει, άλλωστε, πιο μεγαλειώδης προοπτική για τον άνθρωπο, πιο ζηλευτός προορισμός, αλλά και πιο εκπληκτική εμπειρία από ετούτη: Επίγειος ών να μαγνητίζεται από τον ουρανό· πρόσκαιρος, να πορεύεται προς τα αιώνια· μικρός και ατελής, να αναζητά την τελειότητα.

«Δός μοι τούτον τον ξένον». Το αίτημα του Ιωσήφ στον Πιλάτο ας γίνει σήμερα αίτημα και της δικής μας προσευχής στο Θεό:

Ουράνιε Πατέρα μας, δός μας τούτον τον Ξένον, που σήμερον κρεμάται επί ξύλου. Δός μας τούτον τον Ξένον να Τον κάνουμε δικό μας, οικείο μας, θεμέλιο και φως της ζωής μας. Δός μας τούτον τον Ξένον να ζει μέσα στα βάθη της ύπαρξής μας, να μάς χειραγωγεῖ στα μονοπάτια της θεογνωσίας, και να μάς ανακαινίζει με το πανάγιο Αίμα Του. Δός μας τούτον τον Ξένον, για να συνοδοιπορούμε στο δρόμο της θυσιαστικής Του αγάπης, να συμμετέχουμε στο λυτρωτικό Του Πάθος, και να βιώνουμε διαρκώς την αναφαίρετη χαρά της Αναστάσεώς Του και της αιωνίας δόξης Του. Αμήν.