Από τον βούρκο στον ουρανό…

Loading...


(Αξίζει να διαβάσης αδελφέ μου αυτό το κείμενο για μια μορφή που έχει πολλά να πη, για το χθες, το σήμερα και το αύριο).

Toυ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρών κ.κ. Χρυσοστόμου

   Καθώς ετοιμάζεται το καράβι να φύγη, τρέχει μια κοπέλα να προφτάση. Καί ενώ προσπαθεί να τρυπώση κάπου
χωρίς να την αντιληφθούν, κάποιος την βλέπει. Δεν ήθελε και πολύ να την αναγνωρίση∙ ήταν γνωστή στην πόλη. Όχι για την αρετή της ή για κάποιες σπουδαίες πράξεις που ίσως θα μπορούσε να κάνη. Την γνώριζαν από την ……αμαρτία.

    Α, η Μαρία είναι… «Πρέπει να πληρώσης για να μπης στο καράβι» της είπε κάποιος. Το καράβι φεύγει από την Αλεξάνδρεια με κόσμο που έχει προορισμό τους Αγίους Τόπους.
     «Δεν έχω να πληρώσω», απαντά με αυθάδεια η Μαρία.
    «Τότε θα μείνης απ’ έξω».
    Αλλά… η συμφωνία… είχε ήδη γίνει.
   Η Μαρία …θα εργαζόταν μέσα στην αμαρτία στο πλοίο, οπότε δεν χρειαζόταν το εισιτήριο.
  «Πως δεν κατάπιε η θάλασσα το πλοίο εκείνη τη νύχτα… μόνο ο Θεός ξέρει», γράφει κάποιος Άγιος της Εκκλησίας.
     Το πλοίο φτάνει στον προόρισμό του. Η Μαρία ακολουθεί τους πολλούς. Πάνε να προσκυνήσουν στον Πανάγιο Τάφο.
    Ωραία!… σκέφτεται… θα βρω εκεί πολλά θύματα για να αμαρτήσω.
    Καί να… μπροστά στην πόρτα του Θεού. Είναι τόσο πλατειά και τόσο μεγάλη. Όλοι μπαίνουν, βιάζονται να προσκυνήσουν την πλάκα της Αποκαθηλώσεως, το φρικτό Γολγοθά, τον Τάφο του Σωτήρος.

   Όμως… γιατί; …Η Μαρία προσπαθεί να μπη στον Ναό της Αναστάσεως, αλλά κάποια δύναμη δεν την αφήνει… Καί μια… και δύο… και τρεις φορές… Αδύνατον όμως. Καί ενώ τα μάτια της νεαρής Μαρίας ήταν καρφωμένα στη γη…στο χώμα… στην αμαρτία… κάτι τα τραβάει … τα ελκύει στο βάθος του Ναού.

Βλέπει μπροστά της τον Τίμιο Σταυρό και την εικόνα της Παναγίας. Η ψυχή αναγνωρίζει την αγκαλιά της αγάπης…την σπλαγχική ματιά…Το βλέμμα το γεμάτο ιλαρότητα. Καί τότε η καρδιά μπόρεσε μέσα από τα αγκάθια και τα λασπόνερα, να κραυγάση στην Μάνα του Θεού και την απαντοχή όλου του κόσμου.
    «Παναγία μου, άφησε με να μπω στην Εκκλησία και δεν θα αμαρτήσω ποτέ πιά».
   Οι πόρτες άνοιξαν διάπλατα… Ο ουρανός γέμισε χαρά… το σκοτάδι δραπέτευσε από την ψυχή της Μαρίας…Οι δερμάτινοι χιτώνες έδωσαν την θέση τους στην ουράνια χάρη…Τα δάκρυα ξεπλένουν την ψυχή και το σώμα από τη λάσπη και τη φθορά.
   Λουσμένη η ψυχή της Μαρίας, στο λουτρό της Μετανοίας, παίρνει το δρόμο τον δύσκολο, τον ανηφορικό, τον τραχύ, για να φτάση στον Πατέρα.
   Θα περάσουν από τότε σαράντα ολόκληρα χρόνια. Τα μόνα εφόδια… για σαράντα χρόνια- για σκεφτείτε το αδελφοί-τα μόνα εφόδια , ένα καρβέλι ψωμί και ο,τι φορούσε η Μαρία την ώρα που έφυγε από τον Πανάγιο Τάφο.
   Σαράντα χρόνια στην έρημο πέραν του Ιορδάνου.
   Άνθρωπο δεν είδε ποτέ.
  Αυτή μόνη, ο Θεός και η έρημος με τα στοιχεία της φύσεως.

Τέλειωσε και το ψωμί. Σάπισαν και τα ρούχα- σαράντα χρόνια να φοράς τα ίδια ρούχα; Έμεινε γυμνή η Μαρία, όπως οι πρωτόπλαστοι προ της παρακοής. Μα δεν το κατάλαβε. Γιατί πλέον βρισκόταν σε άλλους χώρους. Έβλεπε με άλλα μάτια. Τη γη την είχε κάνει ουρανό.

   Ένα τώρα έμενε. Ένα περίμενε η Μαρία. Το κάλεσμα για να φτάση στον θρόνο του Θεού.

Μα πως θα ρθω Θεέ μου, κοντά Σου; Πως θα τολμήσω να ατενίσω την δόξα Σου; Όχι, όχι, Κύριε. Μη με πάρης ακόμα. Δεν έχω ποτέ εξομολογηθεί. Πρέπει να κοινωνήσω. Αν Εσύ το επιτρέψης…
   Η δέηση έφτασε στον ουρανό. Εκεί που καθόταν η Μαρία μετάρσια μεταξύ ουρανού και γης, σαν κάτι να άκουσε. Της φάνηκε σαν να περπατούσε άνθρωπος. Ναί πράγματι… άνθρωπος είναι. Θεέ μου, μετά από σαράντα χρόνια, πως βρέθηκε άνθρωπος εδώ; Καί πως να τον δω…; Είμαι γυμνή.
   Όμως και εκείνος φοβήθηκε. Πήγε στην έρημο για να προσευχηθή προ του Πάσχα. Δεν φαντάστηκε ποτέ ότι σε αυτήν την ερημιά θα βρη άνθρωπο…Προσπαθεί να καταλάβη…Άνθρωπος είναι ή φάντασμα αυτό που βλέπει;
   Η Μαρία προφτάνει να κρυφτή πίσω από ένα θάμνο. Γέροντα είμαι γυμνή , δεν μπορώ να σε αντικρύσω. Ο Αββάς Ζωσιμάς- ψυχή αγιασμένη- βγάζει το ράσο και το πετάει στη Μαρία προκειμένου να γίνη αυτή η συνάντηση μεταξύ Θεού ανθρώπου και ανθρώπου συνανθρώπου, μετά από σαράντα ολόκληρα χρόνια…Χρόνια προσευχής, δακρύων και καμάτων πνευματικών.
   Η «αθλία» Μαρία της οποίας τώρα την ζωή , θα την ζήλευαν και οι Άγγελοι, εξομολογείται «τας του αθλίου βίου της πράξεις».
   Ο Αββάς Ζωσιμάς μετά από ένα χρόνο ,την Μεγάλη Πέμπτη, -ω των θαυμασίων Σου Κύριε- φτάνει και πάλι στην έρημο, και μπροστά στη γονατιστή και δακρύουσα- αλήθεια της είχαν μείνει άλλα δάκρυα; – Μαρία, με τρεμάμενη φωνή και υψωμένα τα μάτια στον ουρανό λέγει: « Μεταδίδοταί σοι, το Σώμα και το Αίμα του Χριστού εις άφεσίν σου αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον».

Τώρα η Μαρία είναι έτοιμη. Η πονεμένη ψυχή της που πέρασε από τα σκοτεινότερα της αμαρτίας δώματα, και έφτασε με την αμαρτωλή κάθοδό της στον έσχατο και αθλιότερο βούρκο, τώρα μετά από σαράντα χρόνια μετανοίας, πάλλευκη σαν το χιόνι, δίδεται στον Θεό.
    «Μνήσθητί μου Κύριε όταν έλθης εν τη Βασιλεία Σου».
   Να είχε άραγε ακούσει η Μαρία, την ιστορία της γυναίκας εκείνης που ,προ του Πάθους, έφθασε εκεί που ήταν ο Χριστός με τους μάθητάς Του και κόσμος πολύς, και ξεπερνώντας όλα τα εμπόδια γονάτισε μπροστά στα άχραντα πόδια Του, τα έλουσε και τα έπλυνε με δάκρυα και μύρα και τα σκούπισε με τα μαλλιά της κεφαλής της;
   Να είχε άραγε ακούσει ,την μεγάλη Τετάρτη, να ψάλουν στις Εκκλησιές το συγκλονιστικό τροπάριο…;
    « Πόρνη προσήλθε σοι, μύρα συν δάκρυσι, κατακενούσά Σου ποσί Φιλάνθρωπε…»
    Να είχε άραγε ακούσει για την ξακουσμένη για την αρετή της, ποιήτρια του Βυζαντίου, την θαυμαστή καλόγρια, την Κασσιανή, που συγκλονισμένη από τη μετάνοια της αμαρτωλής γυναίκας του Ευαγγελίου, έγραφε κλεισμένη σε μοναστηριού κελί;
   « Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, την Σην αισθομένη Θεότητα, μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν, οδυρομένη μύρα Σοί προ του ενταφιασμού κομίζει…»
   Ποιός ξέρει αν τα είχε ποτέ ακούσει!
     Όμως τώρα ζούσε τις ίδιες συγκλονιστικές εμπειρίες.
    Ο Γέροντας Ζωσιμάς παίρνει το δρόμο του γυρισμού για το Μοναστήρι του. Ξωπίσω του συντελείται ένα μεγάλο θαύμα.
 Η πεντακάθαρη ψυχή της Μαρίας φεύγει για τον ουρανό… Άγγελοι την παραλαμβάνουν και την μεταφέρουν εν χαρά ενώπιόν του θρόνου του Κυρίου. Οι δαίμονες κλαίνε για τη συμφορά, να χάσουν μέσα από τα χέρια τους τη Μαρία… Ο ουρανός πανηγυρίζει. Η φωνή του Κυρίου ακούεται στο άνω στερέωμα. «Είσελθε Μαρία εις την χαράν του Κυρίου Σου».

Πέρασε ένας χρόνος ακόμα. Ο Γέροντας Ζωσιμάς ξαναγυρίζει στην έρημο. Πηγαίνει στον τόπο που είχε αφήσει την Μαρία την ώρα που την κοινώνησε. Καί τι βλέπει; Η Μαρία «νεκρή». Δίπλα της γραμμένο στο χώμα: « Αββά Ζωσιμά, θάψον το σώμα της αθλίας Μαρίας. Εκοιμήθην την ημέρα που με εκοινώνησες».
   Γονατίζει ο γέροντας, ασπάζεται το τίμιο λείψανο, «Μετά των Αγίων αναπαυσον, Χριστέ, την ψυχήν της δούλης σου, ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος.
  Τώρα πρέπει να κάνη το χρέος του, να ενταφιάση το αγιασμένο σκήνωμα της Μαρίας. Προσπαθεί με τα γερασμένα χέρια του, μα δεν τα καταφέρνει. « Θεέ μου βοήθησέ με» προσεύχεται ο Γέροντας. Καί ενώ τα μάτια του είναι υψωμένα στον ουρανό, αισθάνεται δίπλα του μιάν ανάσα. Ταράχτηκε λίγο. Δεν είχε άδικο. Ένα λιοντάρι στεκόταν σιμά του. Καί ενώ ο δούλος του Κυρίου περίμενε να του επιτεθή το φοβερό στην όψη ζώο, εκείνο αρχίζει με τα πόδια του να σκάβη τη γη… Κατάλαβε ο Γέροντας… « Θεέ μου Σε ευχαριστώ… Ως εμεγαλύνθη τα έργα Σου Κύριε…»
   Αρχίζει και εκείνος να βοηθάη το λιοντάρι για να σκάψουν τον τάφο της Μαρίας. Η έρημος είχε γίνει παράδεισος. Ο εκπρόσωπος της λογικής κτίσεως, ο άνθρωπος και ο εκπρόσωπος της αλόγου, το λιοντάρι, συνυπάρχουν αρμονικά και συνεργάζονται μπροστά στην αγιότητα, όπως τότε , στον κήπο της Εδέμ, προ της παρακοής.

 Πέρασαν και περνούν τα χρόνια, οι αιώνες. Η Μαρία δεν ξεχάστηκε ούτε θα ξεχαστή ποτέ. Η ολοφώτεινη μορφή της λάμπει με την ουράνια λάμψη της στο διάβα των εποχών.

   Η ζωή της ένα δίδαγμα για κάθε άνθρωπο. Δρόμος που οδηγεί με ασφάλεια στην σωτηρία. ΄
    Μέχρι της συντελείας του αιώνος θα ακούεται διδακτικά και σωτήρια, από τα στόματα που θα εκφράζουν της ψυχής την βαθειά αναζήτηση για την αγκαλιά του Πατέρα, ο ύμνος – παράκληση προς την Οσία Μαρία..
    «Υπόδειγμα μετανοίας, σε έχοντες πανοσία, Μαρία Χριστόν δυσώπει, εν τω καιρώ της Νηστείας, τούτο ημίν δωρωθηναι. Όπως εν πίστει και πόθω, σε άσμασιν ευφημώμεν».

Στην Ιερά Μονή του Αγίου Νικολάου Βαρσών, ανεγείραμε λαμπρό Ναό προς τιμήν της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, για τα τιμηθή αυτή η μεγάλη οσιακή μορφή της Ορθοδόξου Εκκλησίας και για να βρίσκουν ξεκούραση και απαντοχή οι κουρασμένες από το λιοπύρι της αμαρτίας ψυχές.

 

Από το εσωτερικό του Ιερού Ναού Οσίας Μαρίας Αιγυπτίας Μονής Βαρσών.

 

Η Ιερά Μονή του Αγίου Νικολάου Βαρσών, όπου υπάρχει Ναός της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. ( Είναι ο Ιερός Ναός που φαίνεται στο άνω μέρος της Μονής, αριστερά).


 



Ετικέτες