Αναμνήσεις και εμπειρίες από τον μακαριστό Γέροντα Γεώργιο Γρηγοριάτη

Loading...


Γράφει ο Πρωτοπρεβ. π. Άγγελος Αγγελακόπουλος,
εφημ. Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Νέας Καλλιπόλεως Πειραιώς

Η άκτιστος Χάρις του Τρισαγίου Θεού παρέσχε στην ελαχιστότητά μας την μεγίστη ευλογία να γνωρίσω και να συναναστραφώ με μία από τις μεγαλύτερες μορφές του συγχρόνου Αγιορειτικού μοναχισμού, τον άγιο Καθηγούμενο της Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου, παν. αρχιμ. κυρό Γεώργιο Γρηγοριάτη. Όντως ο Γέροντας υπήρξε σκεύος εκλογής, αυθεντικός, γνήσιος και βιωματικός θεολόγος, οικουμενικός διδάσκαλος, παγκόσμιος πατήρ και φωστήρ της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Από τη μικρή δεκατριάρχονη εμπειρία γνωριμίας μας με τον μακαριστό Γέροντα Γεώργιο, θα προσπαθήσουμε να καταγράψουμε μερικές σκέψεις και γεγονότα.

Η αγάπη και το ενδιαφέρον του Γέροντος για τους νέους είναι πασίγνωστα. Αυτά τα χαρακτηριστικά έδειξε και σ’εμάς. Όσες φορές, ως νεαρός τότε φοιτητής θεολογίας, πηγαίναμε στην Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου, πάντοτε μας ενίσχυε όχι μόνο πνευματικώς και θεολογικώς, αλλά και οικονομικώς και υλικώς. Μάλιστα μας παρείχε και ειδικό διαμονητήριο για την Ι. Μονή, λέγοντάς μας : «Μπορείς να έρχεσαι στο Μοναστήρι όποτε θέλεις. Να έρχεσαι συχνά. Η Γρηγορίου είναι το σπίτι σου. Σε θεωρούμε Γρηγοριάτη».

Ως φοιτητή θεολογίας και μέλλοντα κληρικό, μας τόνιζε διαρκώς ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία μας έδωσε τον τίτλο «θεολόγος» και αναγνωρίζει μόνο τρεις αγίους ως «θεολόγους»˙ τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο και τον όσιο Συμεών τον νέο Θεολόγο. Μόνο αυτοί οι τρεις είναι οι πιο γνήσιοι και πιο αυθεντικοί θεολόγοι, μετά, βεβαίως, από τον ίδιο τον Θεό Λόγο, τον Χριστό. Γιατί, θεολόγος αποκαλείται αυτός, που έχει δεί τον Θεό Λόγο, που έχει εμπειρία του Θεού Λόγου. Θεολόγος εν πρώτοις είναι ο θεόπτης, ο αυτόπτης και αυτήκοος του Θεού Λόγου.

Θεολογία είναι η θεοπτία. Με την έννοια αυτή οι πρώτοι θεολόγοι είναι οι άγιοι Απόστολοι, που είδαν, έζησαν και βίωσαν τον Χριστό. Θεολόγος, κατά δεύτερον, είναι ο «επόμενος τοις αγίοις πατράσι», είναι αυτός που ακολουθεί πιστά και με πνεύμα  ταπεινώσεως τους γνησίους και αυθεντικούς θεολόγους και θεόπτες, τους αγίους Αποστόλους και τους αγίους Πατέρες. Θεολόγος, επίσης, είναι και όποιος προσεύχεται. «Ει αληθώς προσεύχη, θεολόγος ει», λέει ο Ευάγριος.

Το Ορθοδόξως θεολογείν, συμβούλευε ο Γέροντας, είναι το αλιευτικώς θεολογείν και όχι το αριστοτελικώς και φιλοσοφικώς θεολογείν, όπως συμβαίνει κατ’αρχήν στην αιρετική και εκπεσούσα Δύση, ιδίως στις αιρετικές παρασυναγωγές του Παπισμού και του Προτεσταντισμού, και κατά δεύτερον στην καθ’ημάς Ανατολή, ιδίως στους κόλπους της παναιρέσεως του συγκρητιστικού διαχριστιανικού και διαθρησκειακού Οικουμενισμού. Καλή είναι η ακαδημαική θεολογία, όταν συνδέεται άρρηκτα και οργανικά με την εμπειρική και βιωματική θεολογία. Σε αντίθετη περίπτωση, οι συνέπειες είναι απρόβλεπτες. Ο συγκερασμός εμπειρικής και ακαδημαικής θεολογίας φέρνει τα καλύτερα αποτελέσματα.

Θεολόγος δεν καθίσταται όποιος περνά με εξετάσεις στις Θεολογικές και Εκκλησιαστικές Σχολές και Ακαδημίες, φοιτά σ’αυτές και παίρνει το πτυχίο θεολογίας, το μεταπτυχιακό και το διδακτορικό ή ακόμη γίνεται πανεπιστημιακός και ακαδημαικός καθηγητής θεολογίας.

Γιατί, όπως έχει αποδειχθεί πολλές φορές ιστορικά και αποδεικνύεται και μέχρι σήμερα, πολλοί από τους πτυχιούχους και ακαδημαικούς θεολόγους, με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, κηρύττουν και πράττουν αντίθετα προς την Ορθόδοξη θεολογία και πίστη, το Ευαγγέλιο, την Αγία Γραφή, τους Ιερούς Κανόνες, τους Αγίους Πατέρες και την εν γένει Ορθόδοξη Παράδοση και καθίστανται αθεολόγητοι θεολόγοι ή καλύτερα θολολόγοι, σύμφωνα με τον Γέροντα Παΐσιο, αντίχριστοι, άθεοι, αιρετικοί, οικουμενιστές, επειδή τους λείπει ακριβώς αυτή η εμπειρική σχέση με τον ίδιο τον Θεό Λόγο. Επομένως, κατέληγε ο Γέροντας, η θεολογία είναι πρωτίστως εν Χριστώ βίωμα και εμπειρία και όχι ξερές ακαδημαικές, γνωσιολογικές και νοησιαρχικές σπουδές και γνώσεις.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε, έλεγε, ότι η σωστή, ορθόδοξη θεολογία καλλιεργήθηκε και καλλιεργείται στα όρθόδοξα μοναστήρια (όσα απ’αυτά παραμένουν ορθόδοξα και δεν έχουν κλίνει γόνυ στον οικουμενισμό) και ότι από’κεί έβγαιναν και βγαίνουν οι πραγματικοί θεολόγοι και όχι από τις σχολές.

Είχαμε εκμυστηρευτεί στον Γέροντα τον μύχιο και εκ νεότητος πόθο μας για την αγία ιερωσύνη. Σε ερώτησή μας «πως θα καταλάβω, Γέροντα, ότι θέλει ο Θεός να γίνω ιερεύς»; μας απάντησε ότι ο ίδιος Θεός διαλέγει τους ανθρώπους, που θα τον διακονήσουν ως ιερείς, στέλνοντας μια ανέκφραστη και άρρητη μυστική πρόσκληση στην ψυχή του ανθρώπου, που του προκαλεί φλέγοντα πόθο για την αγία ιερωσύνη. Εφ’όσον δεν υπάρχουν κωλύματα, αλλά τηρούνται οι ιεροκανονικές προϋποθέσεις, μπορείς, έλεγε, να γίνεις καλός και άγιος ιερεύς, σαν τον άγιο Νικόλαο τον Πλανά. Στην εποχή μας, υπογράμμιζε, χρειαζόμαστε καλούς ιερείς.
Όταν χειροτονήθηκαμε στον βαθμό του πρεσβυτέρου, ο Γέρων Γεώργιος, εκτός του ότι βρισκόταν νοερώς μαζί μας διά της προσευχής, συμμετέχοντας δι’αυτού του τρόπου στην προσωπική μας Πεντηκοστή, απέστειλε ιερέα, πνευματικό του τέκνο, ως εκπρόσωπό του στην μεγαλύτερη και ιερότερη αυτή στιγμή της ζωής μας.

Μετά την χειροτονία μας, όταν πήγαμε στην Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου ως νέος ιερεύς, χάρηκε πάρα πολύ, και μας έδωσε ως ευλογία ένα επιτραχήλιον, το οποίο φυλάττουμε ως πολύτιμο θησαυρό και ενθύμιό του.

Η τιμή και η αγάπη, που έδειχνε ο Γέροντας προς τους ιερείς, καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι μας καλούσε να συμμετάσχουμε – όσες φορές ήμασταν παρόντες – στην Κυριακάτικη Σύναξη των Πατέρων της Ι. Μονής, βάζοντάς μας σε περίοπτη τιμητική θέση εκ δεξιών του και επισημαίνοντας ότι εκτός από τους αγιορείτες μοναχούς και ιερομονάχους, υπάρχουν και πολλοί έγγαμοι εν τω κόσμω ιερείς, που αγωνίζονται, και ότι δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία ο τόπος, στον οποίο βρίσκεται κανείς, αλλά ο τρόπος, με τον οποίο αγωνίζεται, όπου κι αν βρίσκεται.
Η απέραντη εν Χριστώ ταπείνωση του Γέροντος φαινόταν και από το γεγονός ότι, ενώ ο ίδιος ήταν εμπειρικός και ακαδημαικός θεολόγος, όταν έγραφε κάποιο θεολογικό κείμενο, έκρινε σωστό να το δώσει και σ’εμάς, που είμαστε νήπια, μειράκια θεολογικώς, (όπως και σε πολλούς άλλους) με την παράκληση να το μελετήσουμε, να του υποδείξουμε τα τυχόν λάθη του και να εκφράσουμε τη γνώμη μας.
Ο Γέρων Γεώργιος λυπόταν και πονούσε πάρα πολύ για τα οικουμενιστικά ανοίγματα, την καταπάτηση των Ιερών Κανόνων και τις εκκλησιολογικές παρεκτροπές εκ μέρους πατριαρχών, αρχιεπισκόπων, επισκόπων και ακαδημαικών θεολόγων, τους οποίους, όμως, είχε την δύναμη, την τόλμη και το θάρρος να ελέγχει πάντοτε εν αγάπη, αλλά και αληθεία, όπως αποδεικνύουν τα μοναδικά και ανεπανάληπτα συγγράμματά του.
Λυπόταν, επίσης, καρδιακώς για την εξασθένηση της φωνής και της αντιδράσεως του Αγίου Όρους σε θέματα πίστεως και οικουμενισμού.
Θα ήταν μεγάλη παράλειψη να μην αναφέρουμε ότι στους θεολογικούς αγώνες και τα συγγράμματα του Γέροντος και ελαχίστων άλλων, οφείλεται η ακύρωση της συμφωνηθείσης ψευδοενώσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τους αιρετικούς Αντιχαλκηδονίους Μονοφυσίτες και η μέχρι σήμερα αποτυχία των Διαλόγων με τους αιρετικούς Παπικούς.

Πάγια θέση του Γέροντος ήταν ότι η κόκκινη γραμμή για την εφαρμογή της διακοπής του μνημοσύνου πατριαρχών και επισκόπων είναι η πλήρης ένωσή τους με την κακοδοξία και την αίρεση, η οποία προϋποθέτει την συλλειτουργία και το κοινό ποτήριο. Μέχρι τότε οφείλουμε να αγωνιζόμαστε με όλες μας τις δυνάμεις εναντίον της παναιρέσεως του Οικουμενισμού εντός των τειχών της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ο ίδιος, βεβαίως, δεν προχώρησε στη διακοπή του μνημοσύνου του πατριάρχου.
Ο Οικουμενισμός και ο Παλαιοημερολογητικός Ζηλωτισμός, επεσήμαινε, αποτελούν τα δύο άκρα, τα οποία δεν εκφράζουν την Ορθόδοξη πίστη, θεολογία και Εκκλησία. Η Ορθοδοξία είναι η μέση και βασιλική οδός.

Καταλήγοντας, θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι η ακτινοβολία του Γέροντος Γεωργίου δεν μπορεί και δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο μέσα στα στενά όρια της Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου ή του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ο Γέρων Γεώργιος είναι μία οικουμενική, μία παγκόσμια προσωπικότητα και ανήκει στην οικουμενική, την καθ’όλου Ορθόδοξη Εκκλησία. Γι’αυτό και ταπεινώς φρονούμε ότι θα πρέπει να αναδειχθεί και να προβληθεί, εκτός των άλλων, κυρίως και πρωτίστως το δογματικό, αντιαιρετικό και αντιοικουμενιστικό έργο του Γέροντος, με την διοργάνωση ημερίδων και συνεδρίων.  



Ετικέτες