Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος: «Ημουν κι εγώ εκεί. Στον ανακαινισμό της Ροτόντας του Καΐρου»

Loading...


Ένα ποίημα για την ανακαίνιση της Ροτόντας της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου στο Κάιρο της Αιγύπτου έγραψε ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος, που βρέθηκε στην Αίγυπτο.

Το ποίημα, που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα της Μητρόπολης αναφέρει:

Από τον Έβρο,
που τα ποτάμια ενώνονται
κι ανοίγονται στο δέλτα,
ήρθαμε οι επίσκοποι εκεί
όπου «παλιός θεός και δρόμος
και δωρητής και δικαστής»
φέρνει τα σπλάχνα της Ηπείρου
στη Μεσόγειο και προσκαλεί
από την πύλη της, σαν άλλος
μακεδόνας, να διαβούμε.

Ο πρώτος Πάπας μας προσκάλεσε
τη δημιουργική του ανάσα
να χαρούμε, σαν
τούτη έδωσε πνοή σε κάτι παλαιό,
όμως μαζί και νέο, που γεννιέται.

Σε φαραωνικούς ογκόλιθους
είχε θρονιάσει η Ρώμη την ισχύ
κι έπειτα ήρθε η Πίστη
που σκέπασε τον πύργο με Ναό
ροτόντα στεργιωμένη εκεί
στο αγκωνάρι της ομολογίας
του Τροπαιοφόρου.

Καί ήρθαν,
εχθροί του Ναζωραίου,
κύμματα κατακτητών
κι ο πανδαμάτωρ,
κι αμαύρωσαν τα πάντα.
Φρυκτωροί όμως λιγοστοί
της σημασίας του τόπου
κράτησαν τα ξυλιασμένα δάχτυλα
ακόμα και χωρίς τα δαχτυλίδια.

Κι ο Πατριάρχης,
το άπιαστο όνειρο
μετέτρεψε σε αλήθεια,

με ανθρώπους που θυλάκωσαν
τον πλούτο τους στην Πίστη
και τον προσέφεραν
λιβάνι στη λατρεία.

Καί έγινε το όνειρο όραμα
και το όραμα αλήθεια:
ροτόντα της ανατολής,
μνημείο των πολιτισμών,
των θρησκειών ελπίδα
(τελευταία για συνύπαρξη),
επίτευγμα της τεχνικής,
πορεία χιλιετιών
μα πιο πολύ, (φεύ, μέχρι τώρα)
η μαρτυρία μιάς φυλής
που χάριζε πολιτισμό,
συμβολισμούς κι ελπίδα.

Ο Σταυρός, ο Λόγος ώθησε
αυτόν, που η παράδοση
πληθωρικά ονόμασε
κριτή της οικουμένης
να ρθεί, ως θείο δώρο,
να χαρίζει, να χαρίζεται
σε χώρες, στους λαούς
και στους πολιτισμούς τους.
Όχι να κρίνει,
μα για να πλύνει… πόδια,
να σπογγίσει δάκρυα,
να σπείρει ελπίδα, χαρά,
και νόημα,
να διαλαλήσει το μήνυμα
μιάς άλλης βιοτής, σ’ αυτούς
που και ετούτη
τους είναι αφόρητη.

Όλοι χάρηκαν, θαύμασαν όλοι,
επαίνεσαν, μα ο Θεόδωρος ο Β’
πετούσε. Ναί, δεν πατούσε
στη ροτόντα του Καΐρου.
Στροβιλίζονταν στο παρελθόν,
το ζούσε στο παρόν,
το έβλεπε απ’ το μέλλον.
Δεν ενοχλούνταν μήτε από τις φωνές
του μουεζίνη, μήτε από τους ανίδεους
περαστικούς, που χάζευαν ανίδεοι
και προσπερνούσαν.
Δεν μετρούσε τους δικούς του, αλλά
όλους, όσους πέρασαν, όσους είναι,
κι όσους θα ρθούν αύριο, ίσως.
Μετρούσε, έβλεπε, γελούσε
και πετούσε ο Πατριάρχης
στον αιγυπτιακό ουρανό.

Ήταν ξανά,
ποιμένων ο ποιμήν, πατέρων
ο πατέρας, αρχιερέων αρχιερεύς.

Ήταν εκεί, να διακονεί
με τόσους επισκόπους (αδύναμους,
όπως όλοι μας, στην εποχή μας),
με τίτλους που έρχονταν από
μακρυά, πολιτείες παλιές που
άστραψαν κάποτε, αποικίες αρχαίες
που φώτισαν στα χρόνια τους σκοτάδια
εποχές που στόλισαν για πάντα
τον πολιτισμό, κι ακόμα
από σκήτες, μοναστήρια, επισκοπές
που χάραξαν τα ίχνη τους βαθειά
στον ρού της Εκκλησίας.

Καί θυμηθήκαμε, τότε που ο Πάπας
έγραφε ειρηνικές επιστολές
σ’ όλης της γης τους επισκόπους,
για πανσέληνο και ισημερίες
προς τον κοινό των χριστιανών
εορτασμό του Πάσχα.
Γιορτής που ανασταίνει
κάθε πεσμένο η νεκρό,
σημάδι ενότητος της Εκκλησίας,
ευθύνη εξάπαντος μεγάλη
και σήμερα, να βαραίνει
τον αυχένα του κριτάτου του
για συμπόρευση των αδελφών.

Ανεβαίνοντας στο αεροσκάφος
της επιστροφής, αφήναμε πίσω
αδελφούς και τον λευκό Πατέρα
με ημερομηνίες, εισιτήρια και
πτήσεις για όλη τη μαύρη Ήπειρο.
Εκεί, να σπείρουν λόγο,
να οργώσουν έργα, να χτίσουν
Πίστη, αρραβωνιάζοντας
συχνά αλλότριες παραδόσεις,
ώστε να φτάσει ο Χριστός σε χώρες
σκυλεμένες από την αχορταγιά
εμπόρων των εθνών.

Όμως, κατατρεγμένοι κάποτε
από την καταφρόνια αδελφών
της ξέγνοιαστης ασφάλειας ενοριών
και μητροπόλεων νεκρών
από έμπνευση, χαρά και ελπίδα.

Συνέχισε τον κόπο σου, μακαριώτατε,
Πάπα λαών, πολιτισμών, καιρών,
αφού πιά έζησες στο Κάιρο
αυτό το μέγα θαύμα
μη σε σταματά ενδοιασμός. Ζεί ο Θεός

και είναι δίπλα σου, τον είδες,
να φωτίζει, να καθοδηγεί,
να σού ανοίγει δρόμους,
πρωτόγνωρους και νέους.
Τόλμησε,
κάνε πάλι το σταυρό σου
και προχώρα. Με το στρατό σου,
τα παιδιά σου, επισκόπους
δίχως έπαρση να υπηρετούν
το λόγο σου, τον τρόπο σου,
τον τόπο σου και το όνειρο,
όλο χαρά, ταπείνωση και πίστη.

Μέσω της Ιstanbul γυρίσαμε στον Έβρο.
Από την Πόλη, που το θαύμα κορυφώνεται,
στη Χώρα μας, όπου το θαύμα σβύνει.
Όμως η Πίστη προχωρά κι όλο αρδεύει
και το μυστήριο της Εκκλησίας συνεχίζει
τον σταθερό του πλού, κι ας σκάζουνε
τα κύμματα στα πλευρικά του πλοίου.



Ετικέτες