«Έτσι μεταφέραμε τα πυρομαχικά…»

Loading...


«Κι οι μάνες τα κοφτά γκρεμνά σαν Παναγιές τ’ ανέβαιναν. Με την ευκή στον ώμο τους κατά το γιο πηγαίναν και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες κι έλυνε τα τσεμπέρια τους κι έπαιρνε τα μαλλιά τους κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε.

Μ’ αυτές αντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα την πέτρα κι ανηφορίζαν στη γραμμή, όσο που μες στα σύννεφα χάνονταν ορθομέτωπες η μιά πίσω απ’ την άλλη». Γυναίκες της Πίνδου (Νικηφόρος Βρεττάκος).

Πιστές στο καθήκον τους οι γυναίκες της Πίνδου που γι’ αυτές έχουν γραφτεί εκατοντάδες κείμενα και μαρτυρίες. Κάποιες από αυτές (στο Εφταχώρι και στη Ζούζουλη) είχε καταγράψει ο κ. Λάζαρος Αρσενίου (δημοσιογράφος και συγγραφέας).

Η Κατερίνη Κωστάρα, 40 χρονών τότε, αφηγήθηκε: «Εκεί που είμαστε κρυμμένες στο δάσος με τα παιδιά, μας ειδοποιούν να γυρίσουμε στο χωριό. Ήρθε, μας είπαν, ο στρατός μας και χρειάζεται να τον βοηθήσουμε. Πήραμε όλες θάρρος και γυρίσαμε. Όταν, κατόπιν, μας είπαν ότι η βοήθεια είναι να μεταφέρουμε πυρομαχικά, πήγαμε πρόθυμα όλες οι γυναίκες.

Η Γλυκερία Ευαγγέλου προσθέτει: «Στη μεταφορά πήγαν μόνο οι γερές γυναίκες, 20 μέχρι 40 χρονών. Αλλά αυτές είχαν μικρά παιδιά. Άλλη τρία, άλλη τέσσερα. Εγώ είχα πέντε και το μεγαλύτερο μόλις οχτώ χρονών. Τα παρατήσαμε, όμως, και πήγαμε στη μεταφορά. Μένοντας τα παιδιά μας μόνα έβαλαν τα κλάματα. Οι κρότοι από τις οβίδες και τα πολυβόλα, από τη μάχη που γινόταν πάνω από το χωριό, τα φόβισε περισσότερο. Σφίξαμε, όμως, όλες την καρδιά μας. Παρατήσαμε τα παιδιά μας στον φόβο και στο κλάμα και πήγαμε να βοηθήσουμε τα άλλα τα παιδιά. Αυτά που πολεμούσαν. Δεν τα ξέραμε, αλλά ήταν κι αυτά παιδιά δικά μας».

Η Βαγγέλη Ντινολάζου, 31 χρονών τότε, με 5 παιδιά, γυναίκα του αγροφύλακα, είπε: «Τα κασάκια με τα πυρομαχικά τα δέναμε ζαλίκα στην πλάτη. Δέκα, με δεκαπέντε φορτωμένες γυναίκες σχηματίζαμε ομάδα και ξεκινούσαμε η μία πίσω από την άλλη, όπως οι στρατιώτες».

Η Ευτυχία Λαζοπούλου, 33 χρονών τότε, είπε: «Ο άντρας μου πήγε οδηγός σε τμήμα κι εγώ στη μεταφορά. Τα πέντε παιδιά μας τα αφήσαμε μόνα τους. Τα πυρομαχικά από το χωριό τα ανεβάζαμε στον Σταυρό και στο Εικόνισμα Πασιαλή, τις πρώτες μέρες. Έπειτα στις Βρίζες και στα Λευκάδια. Αποστάσεις μισής ή μίας ώρας, κάναμε σε διπλάσιο ίσως και περισσότερο χρόνο. Εκτός από την ανηφόρα και από το φορτίο ήταν και οι σφαίρες με τις οβίδες. Γινόταν μάχη εκεί κοντά και έπεφταν συνέχεια. Κάθε τόσο σταματούσαμε, για να προφυλαχτούμε. Στην αρχή φοβόμαστε. Έπειτα συνηθίσαμε και τις εκρήξεις από οβίδες και τα σφυρίγματα από σφαίρες. Γελούσαμε και πειραζόμαστε η μία με την άλλη, που μας έτυχε να πολεμάμε».

Η Χάιδω Γεωργίου συμπληρώνει: «Μας είχαν πει να μην χτυπάμε τα κασάκια απότομα στο ξεφόρτωμα ή στο σταμάτημα για ξεκούραση, υπήρχε κίνδυνος να σκάσουν οι χειροβομβίδες ή άλλα πυρομαχικά. Με τα κασάκια πηγαίναμε στα παιδιά που πολεμούσαν νερό να ξεδιψάσουν, ψωμί, τυρί ό,τι άλλο πρόχειρο είχαμε. Ξέραμε ότι δεν είχαν τίποτα να φάνε. Αλλά ούτε κι εμείς είχαμε. Άλλωστε ποια γυναίκα πρόφταινε να μαγειρεύει καθημερινά εκείνες τις ώρες;».

Η Τριανταφυλλιά Αδάμου λέει: «Τα κασάκια μας είπαν δεν έπρεπε να βρέχονται. Δεν θα έπαιρναν φωτιά τα πυρομαχικά τους στη μάχη και θα πήγαινε ο κόπος μας χαμένος. Εκείνες, ιδίως, τις μέρες έβρεχε συνέχεια και δυνατά. Για να προφυλάξουμε τα κασάκια, τα «φασκιώναμε» με μάλλινες κουβέρτες, όπως τα μωρά. Οι κουβέρτες μούσκευαν και γινόταν πολύ βαριές. Όταν πριν τον πόλεμο ανεβάζαμε στον Σταυρό έναν τρουβά με ψωμί και τυρί στους άντρες μας που βοσκούταν εκεί πρόβατα, μας φαινόταν βαρύς. Τώρα, το κασάκι με σφαίρες και με κουβέρτα μουσκεμένη μας φαινόταν ελαφρό».

Η Κατερίνη Απ. Κωστάρα, 29 χρονών τότε, αφηγείται: «Μια μέρα, κατά το μεσημέρι, ήρθε ένα ιταλικό αεροπλάνο. Μας είχαν πει πρωτύτερα οι στρατιώτες να μην φοβόμαστε τα αεροπλάνα και να μην τρέχουμε εδώ κι εκεί να κρυφτούμε, αλλα να μένουμε ακίνητες. Έτσι, πέσαμε όλες καταγής. Το αεροπλάνο έκανε μερικές βόλτες κι έφυγε. Εμείς σηκωθήκαμε και συνεχίσαμε τη μεταφορά».

Η Ασημίνα Παπαβασιλείου, 30 χρονών τότε, με τρία παιδιά, είπε: «Κάποια φορά στις Βρίζες βρήκαμε έναν τραυματισμένο. Οι άλλοι στρατιώτες πολεμούσαν και δεν άδειαζαν να τον μεταφέρουν. Είπαν να τον μεταφέρουμε εμείς. Τον φορτωθήκαμε πρόθυμα και προσεκτικά τον κατεβάσαμε στη Ζούζουλη. Γύρω μας έπεφτε και από καμιά σφαίρα. Από τη Ζούζουλη τον πήγαν άλλοι στο Εφταχώρι, όπου έγινε νοσοκομείο. Εμείς συνεχίσαμε να ανεβάζουμε πυρομαχικά και να κατεβάζουμε τραυματισμένους όταν υπήρχαν».

* Σύμφωνα με το βιβλίο του κ. Λάζαρου Αρσενίου «Ο πόλεμος της Ελλάδας το 1940 – 1941 με την Ιταλία και με τη Γερμανία» όταν κατέκτησαν την Ελλάδα οι Ιταλοί «απέστειλαν στη Ζούζουλη μια μονάδα φασιστών μελανοχιτώνων. Κάποιοι βίασαν γυναίκες, που μετέφεραν πυρομαχικά. Για ταπείνωση και εκδίκηση. Οι γυναίκες της Πίνδου – οι ίδιες οι παθούσες μας έδωσαν τα ονόματά τους – υπέστησαν και την ταπείνωση αυτή σιωπηλά. Αλλά δεν μετάνιωσαν για όσα πρόσφεραν στην πατρίδα».



Ετικέτες