Ο Δ/ντής του περιοδικού Foreign Affairs στο Αγιορείτικο Βήμα

Loading...


Του Μιχαήλ Μαντάλα.

«Η διπλωματία απαιτεί αποφασιστικότητα, υπομονή και έξυπνες διαπραγματεύσεις με φίλους και εχθρούς…»

Ο Δ/ντης της ελληνικής έκδοσης του παγκοσμίου εμβέλειας περιοδικού για την εξωτερική πολιτική Foreign Affairs, κ. Λουκάς Γ.Κατσώνης, μιλά στον δημοσιογράφο του Αγιορείτικου Βήματος Μιχαήλ Μαντάλα για θέματα που άπτονται των γεωπολιτικών εξελίξεων στην Μεσόγειο.

Επίσης δηλώνει χαρακτηριστικά ότι «η Ελλάδα κινδυνεύει να περιθωριοποιηθεί περισσότερο από τα δικά της λάθη και τις δικές τις ολιγωρίες παρά από τις κινήσεις των γειτονικών της χωρών».

Ακολουθεί η συνέντευξη:

Πηγές από το ελληνικό ΥΠΕΞ, αναφέρουν ότι οι ΗΠΑ προτείνουν σε Ελλάδα και Τουρκία «να τα βρουν» σε ότι αφορά τα ενεργειακά στο Αιγαίο και την Αν. Μεσόγειο. Συμφέρει την Ελλάδα να αναβάλει την προκήρυξη της δικής της ΑΟΖ και να ακολουθήσει την γραμμή της Ουάσινγκτον; Σε πρόσφατη επίσκεψη του στην Αθήνα ο Αμερικανός Υφ. Εξωτερικών κ. Γκόρντον άφησε να εννοηθεί -εμμέσως πλην σαφώς- ότι θα ήταν καλύτερο για την Αθήνα να εγκαταλείψει την «ιδέα» για δική της ΑΟΖ.

«Η Ελλάδα, νομίζω, ότι δεν πρόκειται να εγκαταλείψει ποτέ το δικαίωμά της επί της ΑΟΖ που της αναλογεί. Όμως, ο χρόνος που θα ανακηρυχθεί η ΑΟΖ είναι πάντοτε κρίσιμος. Ενώ, όπως είναι γνωστό, μπορεί να γίνει μονομερής ανακήρυξη, αυτό ίσως δεν είναι το καλύτερο γιατί θα δημιουργήσει την αντίδραση των χωρών που έχουν τα αντίστοιχα όρια των δικών τους ΑΟΖ και εφάπτονται με της ελληνικής. Είναι, λοιπόν, καλύτερο η ανακήρυξη να γίνεται από κοινού με τις ενδιαφερόμενες χώρες. Αλλά και αυτό δεν εγγυάται μια επιτυχή διευθέτηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η συμφωνία της Ελλάδας με την Αλβανία σχετικά με την ΑΟΖ του Ιονίου, η οποία ανατράπηκε μόλις άλλαξε η αλβανική κυβέρνηση. Έτσι, ουσιαστικά, το ζήτημα με την Αλβανία βρίσκεται ακόμη στον «αέρα». Είναι προφανές ότι μια ανάλογη διαπραγμάτευση με την Τουρκία θα ήταν ακόμη δυσκολότερο να καταλήξει κάπου θετικά αν όχι να καταλήξει απλώς κάπου…

Υπό αυτή την έννοια έχω την γνώμη ότι οι όποιες προτροπές των συμμάχων των δύο χωρών (εφόσον έχουν όντως γίνει, κάτι που εγώ δεν μπορώ να επιβεβαιώσω) αντικατοπτρίζουν από την μία πλευρά τις ανάγκες της εποχής για ασφάλεια στον ενεργειακό εφοδιασμό της Δύσης και από την άλλη τις ιδιαιτερότητες των χωρών που εμπλέκονται.

Στο κάτω – κάτω, όπως έχει γράψει και ο τέως υπουργός και νυν πρύτανης του Παντείου, Γρηγόρης Τσάλτας στην ελληνική έκδοση του Foreign Affairs, η διαδικασία των ΑΟΖ δεν είναι η μοναδική που μπορεί να κατοχυρώσει τα δικαιώματα μιας χώρας στην θαλάσσια περιοχή της. Ειδικά για κλειστές θάλασσες όπως είναι το Αιγαίο, το δίκαιο σχετικά με την υφαλοκρηπίδα είναι εξίσου ισχυρό, στο βαθμό, βέβαια, που όλες οι εμπλεκόμενες χώρες λειτουργούν στη βάση της νομιμότητας, κάτι που π.χ. η Τουρκία αρνείται να κάνει.

Βεβαίως, η Ελλάδα στην παρούσα συγκυρία δεν έχει την πολυτέλεια να αφήνει για το απροσδιόριστο μέλλον την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της. Και οι θαλάσσιες περιοχές που της αναλογούν  αποτελούν πηγή τέτοιου πλούτου. Όπως πολλές φορές έχει πει η παρούσα κυβέρνηση, η ανακήρυξη των ΑΟΖ είναι ζήτημα υψηλής προτεραιότητας. Αλλά ας μην περιμένει κανείς ότι οι ανακοινώσεις θα γίνουν για όλες τις ΑΟΖ (Ιονίου, Κρήτης, Αιγαίου, Αν. Μεσογείου) άμεσα και ταυτόχρονα.
Το ζήτημα θέλει αποφασιστικότητα μεν, αλλά και υπομονή και έξυπνες διαπραγματεύσεις με φίλους και εχθρούς».

Η συνεργασία της Ελλάδας με το Ισραήλ είναι στρατηγικής σημασίας ή απλά έγινε ευκαιριακά για συμβολικούς κυρίως λόγους; Πριν μια εβδομάδα ο Ισραηλινός πρωθυπουργός κ. Νετανιάχου, τόνισε την ανάγκη να αναθερμανθούν οι σχέσεις της χώρας του με την Τουρκία. Αν το Τελ Αβίβ και η Άγκυρα προχωρήσουν σε αναθέρμανση των σχέσεων τους, η Ελλάδα θα κινδυνέψει να βρεθεί άμεσα στο περιθώριο των γεωπολιτικών εξελίξεων, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αλλαγές καθεστώτων στον Μεσογειακό Νότο δημιουργούν νέα δεδομένα;

alt «Η Ελλάδα έχει παραδοσιακά καλές σχέσεις με το Ισραήλ παρά το γεγονός ότι διατηρεί επίσης παραδοσιακά καλές σχέσεις και με τον αραβικό κόσμο.

Ωστόσο, πράγματι υπήρξε μια σύσφιξη σχέσεων, κυρίως σε πρακτικό επίπεδο, από την εποχή που η Τουρκία επέλεξε να προχωρήσει σε έντονη κριτική επί της ισραηλινής πολιτικής στο παλαιστινιακό και σε άλλα αραβικά θέματα.

Όμως, αυτές οι αλλαγές στην πολιτική σπάνια μεταβάλλονται σε σύντομο χρόνο. Γιατί και οι συγκυρίες σπάνια αλλάζουν τόσο γρήγορα, αν και τα τελευταία χρόνια η περιοχή μας έχει γνωρίσει ραγδαίες αλλαγές με κορωνίδα την Αραβική Άνοιξη.

Η στενή σχέση της Ελλάδας και του Ισραήλ π.χ. με τις ΗΠΑ διευκολύνει και τη μεταξύ τους συνεργασία, ιδίως την στιγμή που η Τουρκία έχει πάρει αποστάσεις από τον αμερικανικό παράγοντα.

Αλλά, ας μην γελιόμαστε: η Τουρκία αποτελεί μεγάλο παίκτη στην περιοχή μας και το Ισραήλ οφείλει να το συνυπολογίσει. Βεβαίως, αυτό δεν σημαίνει αυτόματα ότι η Ελλάδα θα μπει στο περιθώριο.

Η Ελλάδα κινδυνεύει να περιθωριοποιηθεί περισσότερο από τα δικά της λάθη και τις δικές της ολιγωρίες παρά από τις κινήσεις των γειτονικών της χωρών. Τα τελευταία χρόνια η διπλωματική κινητικότητα που μπορούμε να γνωρίζουμε, ήταν σχεδόν ανύπαρκτη καθώς το οικονομικό πρόβλημα της χώρας κυριαρχούσε. Τα μηνύματα που έστελνε η χώρα μας στο εξωτερικό ήταν αντιφατικά, σπασμωδικά και δεν δημιουργούσαν εμπιστοσύνη. Έτσι, σημαντικά ζητήματα, όπως π.χ. τα σχετικά με τις ΑΟΖ, έμειναν στο περιθώριο. Όλα αυτά, ευτυχώς, φαίνεται να έχουν αρχίσει να αλλάζουν.

Όμως, πρέπει να θυμόμαστε ότι παρά τα σοβαρά προβλήματά της, η Ελλάδα επίσης είναι σημαντικός παράγοντας ασφάλειας και σταθερότητας στην περιοχή. Έχει σημαντικούς δεσμούς με τα κράτη της ανατολικής μεσογείου και της Ανατολικής Ευρώπης καθώς και παραδοσιακά καλούς δεσμούς με μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες (π.χ. Γαλλία). Έχει επίσης υπολογίσιμες Ένοπλες Δυνάμεις και σχετικά καλό δίκτυο πληροφοριών στη Μέση Ανατολή και αλλού. Έτσι, ακόμα και αν οι καινούργιες κυβερνήσεις μετά την Αραβική Άνοιξη (ή και άλλες γειτονικές χώρες) θελήσουν να αγνοήσουν τα συμφέροντα της Ελλάδας στην περιοχή, σύντομα θα διαπιστώσουν ότι δεν είναι καθόλου εύκολο να το κάνουν».

Ο ρωσο-αμερικανικός ανταγωνισμός για τα ενεργειακά γίνεται ολοένα και περισσότερο έκδηλος. Υπάρχει έντονη κινητικότητα των Ρώσων στην Μεσόγειο (διπλωματικά και στρατιωτικά) με αφορμή τις εξελίξεις στην Συρία. Ο ανταγωνισμός αυτός θυμίζει έντονα την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Πως επηρεάζεται η Ελλάδα από αυτή την πραγματικότητα;

«Είναι μια ερώτηση δύσκολο να απαντηθεί. Μια αισιόδοξη άποψη θα έλεγε ότι επειδή η Ελλάδα κατέχει στρατηγική θέση στην περιοχή και από τα εδάφη της και από τις θάλασσές της είναι ευκολότερο να διέλθουν ποσότητες ενεργειακών πόρων, η χώρα μας θα είναι κερδισμένη ούτως ή άλλως. Δυστυχώς, δεν είναι έτσι.

Τα ενεργειακά σχέδια που μελετώνται τα τελευταία –αρκετά- χρόνια υποκύπτουν σε δύο βασικούς παράγοντες: την οικονομική βιωσιμότητα και τις ισορροπίες στρατηγικής ισχύος. Διαπιστώνουμε, λοιπόν, συχνά ότι προωθούνται σχέδια με οριακή ή ελαφρά αρνητική οικονομική βιωσιμότητα επειδή έχουν την υποστήριξη του ενός ή του άλλου μεγάλου γεωπολιτικού παίκτη. Και, τελικώς, κανένα (ή σχεδόν κανένα) δεν υλοποιείται. Πόσο, λοιπόν, μπορεί να επηρεάσει μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα; Νομίζω, λίγο, όσο της αναλογεί.

Ο μόνος τρόπος για να κερδίσει η Ελλάδα περισσότερο πολιτικό βάρος από όσο της αναλογεί στο ενεργειακό παιχνίδι είναι να παίρνει τις σωστές πρωτοβουλίες στον σωστό χρόνο και με τους σωστούς συμμάχους. Μέχρι σήμερα δεν φαίνεται να το έχει καταφέρει, γι’ αυτό και μικρά ενεργειακά έργα όπως ο αγωγός Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη ακόμα είναι στα χαρτιά, γι’ αυτό και οι πιθανότητες κατασκευής νέων αγωγών στην περιοχή μας κλίνουν υπέρ εκείνων που δεν συμπεριλαμβάνουν την Ελλάδα.
Άρα, και πάλι, δεν είναι ο ανταγωνισμός Ρωσίας – ΗΠΑ που επηρεάζει αρνητικά τις προοπτικές της Ελλάδας, αλλά η δική της αδυναμία να καταστρώσει ένα ευφυές σχέδιο εμπλοκής της στα ενεργειακά σχέδια».

Η Ελλάδα βρίσκεται σε δεινή θέση εξαιτίας της οικονομικής της κατάρρευσης. Η ασθμαίνουσα οικονομία της αναπόφευκτα επηρεάζει αρνητικά και την ισχύ της εξωτερικής της πολιτικής. Υπάρχουν περιθώρια για να κινηθεί η Ελλάδα δυναμικά ή έστω ευέλικτα στην γεωπολιτική σκακιέρα των Βαλκανίων, της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής;

alt«Ναι, ανεπιφύλακτα θεωρώ ότι υπάρχουν περιθώρια και, μάλιστα, μεγάλα.

Η χώρα μας δεν έχει χάσει τα τεράστια συγκριτικά της πλεονεκτήματα επειδή επλήγη περισσότερο από άλλες χώρες από την οικονομική κρίση.

Ας μην ξεχνάμε ότι για να υποστεί τα πλήγματα αυτά συντονίστηκαν τόσο εγχώριοι όσο και διεθνείς παράγοντες.

Όμως, η συγκυρία, ακόμα και για την κρίση αλλάζει.

Όσο περνά ο καιρός γίνεται όλο και πιο σαφές ότι η Ελλάδα είναι αναπόσπαστο μέρος της ευρωπαϊκής οικογένειας, κάτι που σιγουρεύει την πρωτοπορία της στην περιοχή.

Επειδή η Ελλάδα διατηρεί φιλικές σχέσεις με τις χώρες της βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, αντιμετωπίζει ομοειδή προβλήματα με τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου και διαθέτει ακόμα το οικονομικό και γνωστικό προβάδισμα έναντι των άλλων βαλκανικών χωρών, μπορεί, με την κατάλληλη δουλειά στο υπουργείο Εξωτερικών και την υπόλοιπη κυβέρνηση να ξαναβρεθεί στην θέση του προνομιακού συνομιλητή για τα ζητήματα που αφορούν την περιοχή μας.

Για παράδειγμα, οι ελληνικοί χειρισμοί στο παρελθόν σχετικά με το μεταναστευτικό δεν βοήθησαν ούτε τις σχέσεις με την υπόλοιπη Ευρώπη, ούτε με τις χώρες ανατολικά και βόρεια της Ελλάδας. Ήταν αδύναμοι, αναποτελεσματικοί και κοστοβόροι. Αν η πολιτική της χώρας αλλάξει, ταυτόχρονα θα αλλάξει και η αντίληψη των χωρών αυτών για την Ελλάδα.
Είναι, λοιπόν, το μεταναστευτικό ένα πεδίο προνομιακό για την άσκηση ελληνικής πολιτικής.

Ένα άλλο παράδειγμα αφορά στα τουριστικά θέματα. Σήμερα, χώρες της Αραβικής Άνοιξης, όπως η Τυνησία και η Αίγυπτος, υποφέρουν από μείωση του τουρισμού (το ίδιο και η Ελλάδα). Κοινές δράσεις θα μπορούσαν να βοηθήσουν όλους τους παίκτες στην περιοχή και η ανάπτυξη της τουριστικής διπλωματίας θα μπορούσε να ενισχύσει κι άλλους τομείς που άπτονται των ελληνικών συμφερόντων.

Τα ίδια περίπου ισχύουν για την θρησκευτική διπλωματία, τη ναυτιλιακή διπλωματία και την εμπορική διπλωματία που μέχρι σήμερα νομίζω ότι παραμένουν ουσιαστικά αναξιοποίητες από το επίσημο κράτος».