Κιμιντένια παράπληκτα

Loading...


του Δημητρίου Π. Λυκούδη
Θεολόγου – Φιλολόγου/Υπ. Δρος Παν/μίου Αθηνών

Τα προσωπικά μου Κιμιντένια [1] αναδύονταν καθ΄ εκάστην που ανασκάλευα τα  θυλάκια της μνήμης μου και πορευόμουν στην απεραντοσύνη της Θείας Αγάπης , αναζητώντας διαπύρως και διακαώς επαρωγόν να προσδώσει ευμενώς παραμυθία και χώρο στην ερημοσύνη των περιπλανήσεών μου.

Έξερρε γαίας¨ αφουγκραζόμουν επάνωθεν την  προτροπή και ως άλλος Στέντορας [2] αναζητούσα το γνώμα , τη βεβαιότητα , το γλύφανον να σμιλεύσω και ν΄ απεμπολήσω τη θωπεία και τα κοράσια του Αχελώου και της Καλλιόπης[3] που μου ψιθύριζαν «Ούπω καιρός».

Τότε ήταν που καταπιανόμουν με την ευαγή απόπειρα του σαρκίου μου να υπερβεί την κτιστότητα της υπάρξεώς μου και ως λάλος δακρειχίων ασκούσα ¨βία ¨ στον αβίαστο νου μου να κατανοήσω ότι η διυποκειμενικότητα πρέπει να εννοηθεί ως σχέση ανάμεσα σε ένσαρκα υποκείμενα[4]. ¨ Η αγάπη λογίζεται και υπερλογίζεται όταν παραλογίζεται ¨, σκεπτόμουν αναλογικά…

«Η φυγή δεν είναι νίκη, τ΄ όνειρο είναι τεμπελιά , καί μόνο το έργο μπορεί να χορτάσει την ψυχή και να σώσει τον κόσμο»[5]. Αυτή η «πρωταρχική αμοιβαία συν – ύπαρξη»[6] οριοθετεί και την συγκρότηση του αντικειμενικού κόσμου , του ¨πολυχώρου¨ που εξομιλώ και θυμομαχώ αβίαστα ένεκα της αγάπης.

Τα ¨Κιμιντένια ¨ δεν άργησαν να αποποιηθούν το αδέκαστο και προσηνές της ιδιοπροσωπίας τους και να μεταποιηθούν σε παράπληκτα , απόρροια της ασυμβίβαστης συ – ζυγίας μας. Τότε ήταν που ως άλλος Θαλής έφθασα να απορώ σεμνότυφα με τον εαυτό μου και εναγκαλιζόμενος το της ¨αιδούς ερὐθημα ¨ να στρέφομαι στην άμοιρη οντικότητά μου και να καταθέτω « Ουκέτι καιρός».

Δεν έπαψα όμως να διατρανώνω ότι η εσχατολογική πρόγευση του Τριαδικού Θεού που εδράζεται στην οντολογική αγάπη, δύναται να διατηρηθεί μόνο ως επιστροφή και ανθρωποκεντρική – κοσμοκεντρική προσέγγιση με αφετηρία την καρδιά ενός εκάστου. « Ο Θεός , ενώ κατά φύσιν είναι αχώρητος , όταν θελήσει γίνεται και χωρητός κατά θέλησιν και αγάπην και χάριν».[7] Μόνο υπό αυτήν την έννοια, κάθε αναγνώριση , ανάκληση , ανάπλαση [8] των ¨αβίαστων ¨ θυμησών μου μεταμορφώνεται στην κοινοτική κοινωνία της εκκλησιαστικής αγιότητας ως αναγωγή στην αιώνια κοινωνία των αυθυπόστατων, κοινωνικών , αθανάτων και αιωνίως ζώντων Τριών Προσώπων της Παναγίας Τριάδας.

Κοντομεσίς στην πανανθρωπότητα και παγκοσμιότητα των καρδιακών μου αισθήσεων , κάθε θεοείκελη και χριστονοσταλγική οντότητα νοσταλγεί και επιποθεί το Πρωτότυπο, το Αρχέτυπο , την Πρωτοεικόνα του , τον Κύριο της Δόξης Ιησού Χριστό. « Θεός είναι όχι η δύναμη που βρήκε την αιώνια ισορροπία , μα η δύναμη που σπάζει αιώνια την κάθε ισορροπία , ζητώντας όλο κι ανώτερη. Και βρίσκει το Θεό και δουλεύει μαζί του όποιος με την ίδια μέθοδο , στο στενό του κύκλο, αγωνίζεται και προχωρεί».[9].

Ούπω καιρός¨ λοιπόν που το ¨ερωτάριον¨ θα μετουσιωθεί σε ερωτομανία προς κάθε υψοποιό και θεοφιλές , προς κάθε θεάρεστο και χριστομίμητο. Έως τότε , τα Κιμιντένια – τι και αν παράπληκτα πια- θα εφησυχάζουν στην κίβδυλη πλην όμως γηθόσυνη καθημερινότητα…

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1.Τον ως άνω τίτλο δανείστηκα από το ομώνυμο κεφάλαιο του Ηλία Βενέζη στο έργο Αιολική Γη , Εστία , Αθήνα 1992, σελ. 23-29.
2. Στέντωρ [ Στέντορας , ο ]. Ο Όμηρος αναφέρει έναν από τους Έλληνες , που πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας. Έγινε πασίγνωστος για τη δυνατή φωνή του και καταγόταν από την Αρκαδία ή τη Θράκη. Ο Όμηρος τον χαρακτηρίζει ¨χαλκόφωνο¨ και λέει ότι η φωνή του είχε δύναμη όση 50 ανδρών μαζί. Από τότε το όνομά του έγινε επίθετο που χαρακτηρίζει τη δυνατή φωνή, [ Μυθολογικό και Ομηρικό λεξικό , εκδ. Αγγελάκη , Αθήνα 1987, τόμ.2ος, σελ. 228-229.
3. Αυτόθι , σελ. 220-221, Πρβλ., Σφυρόερα Σοφία , Η Μυθολογία των Ελλήνων, Ελληνικά γράμματα , Αθήνα 2003 , σελ.271-274.
4. Zahavi D., Χούσερλ, Εισαγωγή στη Φαινομενολογία του, Αρμός , Αθήνα 2010, σελ.226. « Ο Χούσερλ θεωρεί ότι η ενσυναίσθηση προϋποθέτει μια συγκεκριμένη ομοιότητα ανάμεσα στο ξένο ενσώματο υποκείμενο που συναντώ και στον εαυτό μου. Εάν δεν ήμουν ο ίδιος υποκείμενο , δε θα μπορούσα ποτέ να αναγνωρίσω άλλα ενσώματα υποκείμενα »,[Αυτὀθι, σελ.226-227],
5. Καζαντζάκη Νίκου , Συμπόσιον, εκδ. Ελένης Καζαντζάκη , Αθήνα 2001, σελ.11,
6. Ο Theunissen την αποκαλεί Veranderung , βλ.σχ., Zahavi D., Χούσερλ, σελ.235-239,
7. Αγίου Ιππολύτου Ρώμης, Αίρεσις 9,10,PG 16,378Α, Πρβλ., Γιέφτιτς Αθανασίου , Επισκόπου , Χριστός , η Χώρα των Ζώντων, Ίνδικτος , ΑΘΗΝΑΙ 2007 , κυρίως τις σελίδες 90-96,
8. Πρβλ., Παπαδόπουλου Νίκου , Ψυχολογία , Σύγχρονη Πειραματική , Αθήνα 2003 , σελ. 313-315,
9. Καζαντζάκη Ν., Συμπόσιον, σελ. 83.