Ο Μητροπολίτης Χαλκίδος στο «ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟ ΒΗΜΑ»: Τα ιδρύματα να ενισχύονται από το Κράτος όχι να πληρώνουν ΕΝΦΙΑ

Loading...


Συνέντευξη στον Μάνο Χατζηγιάννη 

«Τα φιλανθρωπικά και κοινωφελή Ιδρύματα πρέπει να ενισχύονται από το Κράτος Πρόνοιας και όχι να επιβαρύνονται με φόρους ενοικίων και ΕΝΦΙΑ» τόνισε μιλώντας αποκλειστικά στο «ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟ ΒΗΜΑ» ο Μητροπολίτης Χαλκίδος κ. Χρυσόστομος. Ο Μητροπολίτης στο πρώτο μέρος της εφ΄όλης της ύλης συνέντευξής ζητάει μεταξύ άλλων να μην αδικούμε την Εκκλησία «μεταβάλλοντάς την σε ένα κοσμικού τύπου φορέα πρόνοιας»,  μιλάει ακόμη για το μέλλον των εκκλησιαστικών σχολείων σχολιάζοντας και την απόφαση για φοίτηση γυναικών στη Ριζάρειο, επισημαίνει ποια θα πρέπει να είναι η στάση της Εκκλησίας απέναντι στις-τρόπον τινά-επιθέσεις της εποχής μέσω νομοθετημάτων και τέλος συγκινεί όταν αναφέρει: «εάν ζούσα σε μετάνοια και άσκηση και έκαμα καθώς πρέπει το έργο μου, θα προσέφερα περισσότερα και καλύτερα» 

Ακολουθεί ολόκληρο το πρώτο μέρος της συνέντευξης: 

-Σεβασμιώτατε, σε λίγες μέρες και συγκεκριμένα στις 14 Δεκεμβρίου, συμπληρώνονται 13 χρόνια από την ημέρα εκλογής σας ως Ποιμενάρχου Χαλκίδος. Ποια είναι τα σημαντικότερα κομμάτια αυτής της πορείας που έχετε να θυμάσθε;

Σας ευχαριστώ που θυμηθήκατε αυτήν την σημαντική για την ταπεινότητά μου επέτειο. Μου δίνετε την ευκαιρία, νωρίτερα εφέτος, να κάμω τους «λογαριασμούς μου». Συνεχίζω, με τις ταπεινές μου δυνάμεις, το έργο των προκατόχων μου Μητροπολιτών. Το μόνο που μπορώ εν αληθεία να πω είναι ότι αγωνίζομαι. Και ας μη με παρεξηγήσει ο Θεός, γι’ αυτό που είπα. Σ’ Εκείνον το οφείλω και αυτό, όπως και όλα τα άλλα. Στο διάστημα αυτό, στο οποίο αναφέρεσθε, έχουν γίνει αρκετά και καλά έργα, σε όλους τους τομείς της ποιμαντικής φροντίδος, με την βοήθεια του Θεού, την συμπαράσταση των Αγίων και την φιλότιμη και ανύστακτη εργασία των καλών και φιλοτίμων συνεργατών μου. Ο ίδιος έχω κάμει πολλά λάθη και παρακαλώ το Θεό να μου υποδεικνύει τις αμαρτίες μου και τα λάθη μου (όσο και αν μου είναι οδυνηρό) και να μου δίδει κουράγιο να διορθώνομαι και να τα διορθώνω.

-Άπαντες αναγνωρίζουν το τεράστιο κοινωνικό έργο της Εκκλησίας. Πόσο δύσκολο είναι όμως σε αυτούς τους χαλεπούς καιρούς να ανταποκριθεί η Εκκλησία στο έργο της φιλανθρωπίας με την παροχή συσσιτίων, αλλά και με τη στήριξη ευπαθών ομάδων μέσω των ιδρυμάτων της;

Πρέπει να πούμε ότι η Εκκλησία είναι σώμα Χριστού και κοινωνία Θεού και ανθρώπων. Όλοι, όσοι είμαστε μέλη Της, πρέπει να είμαστε φιλόθεοι και φιλάνθρωποι. Καθημερινά ασκούμεθα στο άθλημα της αγάπης και μαθαίνουμε να χαίρουμε, με όσους χαίρονται και να κλαίμε, μαζί με εκείνους που υποφέρουν. Οι ποιμένες της Εκκλησίας έχουμε καθοδηγητικό ρόλο, προς αυτή την κατεύθυνση. Και φροντίζουμε, υπολογίζοντας στην ηθική και υλική υποστήριξη των ανθρώπων μας, να παρέχουμε στους έχοντες ανάγκη, όχι μόνο πνευματική τροφή, αλλά και όλα τα απαραίτητα υλικά αγαθά για μια αξιοπρεπή διαβίωση. Οι ανάγκες είναι πράγματι πολλές, το κόστος δυσβάστακτο, αλλά και η βοήθεια του Θεού παρούσα, κάθε στιγμή και κάθε ώρα, όπως και το φιλότιμο των ανθρώπων, που συνδράμουν, αμείωτο!!! Παρ’ όλα αυτά, το «βάρος» αυτής της θεάρεστης δραστηριότητος, όπως και η λειτουργία των Ιδρυμάτων, είναι μεγάλο.
Θεωρώ ότι πρέπει τα φιλανθρωπικά και κοινωφελή Ιδρύματα να ενισχύονται από το Κράτος Πρόνοιας και όχι να επιβαρύνονται με φόρους ενοικίων και ΕΝΦΙΑ, αφού τα όποια έσοδα προκύπτουν από την αξιοποίηση της περιουσίας των διατίθενται για την βελτίωση των όρων διαβιώσεως των τροφίμων τους και μόνον. Όταν, μάλιστα, και κατά την ομολογία του Κράτους, η Ἐκκλησία έχει αναλάβει όλο το προνοιακό έργο.

-Αρκεί από πλευράς Εκκλησίας το φιλανθρωπικό έργο ή μήπως κάποιοι έχουν παρεξηγήσει τον ρόλο της και την βλέπουν σαν οργανισμό πρόνοιας; Δε θα πρέπει τα κάθε είδους συσσίτια να συμπληρώνονται και από πνευματική τροφή;

Σωστά το επισημαίνετε. Πρέπει να κατανοήσουμε όλοι ότι η φιλανθρωπία δεν εκφράζεται μόνον με υλικές παροχές και τα συσσίτια. Η ίδια η λέξη φιλανθρωπία σημαίνει κάτι πολύ πιο ευρύ, πιο βαθύ και πιο ουσιαστικό. Κάμουν λάθος, όσοι περιορίζουν στον υλικό τομέα την φιλανθρωπία, όπως και όσοι λένε: εγώ δεν θέλω φιλανθρωπία! εννοώντας, προφανώς, ότι δεν θέλουν ελεημοσύνη.
Η Εκκλησία καλύπτει όλες τις ανάγκες του ανθρώπου, ο οποίος είναι ψυχοσωματικό όν. Και μάλιστα μαθαίνει τον άνθρωπο -πρέπει να τον μαθαίνει- να ιεραρχεί τα πράγματα, να επιμελείται της ψυχής του και πάντως να θυμάται ότι «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος».

Από την άλλη πλευρά, πρέπει να θυμίζει, σ’ όσους δεν βοηθούν υλικά τους συνανθρώπους τους, επειδή τάχα νοιάζονται μόνον για την πνευματική τους τροφοδοσία, ότι η επιλογή τους αυτή θέλει έρευνα, όσον αφορά τα πραγματικά της κίνητρα, και πάντως μια τέτοια άρνηση δεν βρίσκει καμία δικαίωση στην Αγία Γραφή, το ήθος της Αγίας μας Εκκλησίας και των θεοφόρων Αγίων Της. Πρέπει να μη βλέπουμε διλλήματα εκεί που δεν υπάρχουν. Η Εκκλησία παρέχει τροφή στον πεινασμένο και ρούχο στο γυμνό, για επιβίωση, αλλά, πρωτίστως, προσφέρει το αντίδοτο του θανάτου!

Ευαγγελίζεται στον κόσμο την ελευθερία από τον φόβο και την τυραννία του θανάτου. Ευαγγελίζεται την Ανάσταση και την ζωή την άληκτη! Ας μην την αδικούμε, συνεπώς, μεταβάλλοντάς την σε ένα κοσμικού τύπου φορέα πρόνοιας. Στην πραγματικότητα ας μην αδικούμε τους εαυτούς μας με μονομερείς επιλογές και απολυτοποιήσεις των μερών εις βάρος του όλου.

-Έχετε φοιτήσει στη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή Αθηνών. Πώς κρίνετε το άνοιγμα των πυλών σε γυναίκες και γενικότερα πως βλέπετε σήμερα τις εκκλησιαστικές σπουδές, αλλά και την υποβάθμισή τους από την Πολιτεία με κλείσιμο Εκκλησιαστικών Σχολείων κλπ;

Πράγματι εφοίτησα πέντε χρόνια στην εξατάξια τότε μέση Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή και μνημονεύω με ευγνωμοσύνη τους Ιδρυτές της Μάνθο και Γεώργιο, καθώς και όσους με ευεργέτησαν (καθηγητάς κ.λπ) τους χρόνους των σπουδών μου. Νοιώθω ευνοημένος, επειδή είχα αυτήν την πολύτιμη ευκαιρία. Έζησα την Σχολή σε ημέρες δόξης και ωφελήθηκα πολύ. Ομολογώ και ου κρύπτω την ευεργεσίαν.

Απαντώντας στα επί μέρους θέματα της ερωτήσεως, πιστεύω ότι πρέπει να εφαρμόζεται, από τους αρμοδίους εκτελεστάς της διαθήκης των μεγάλων ευεργετών, η βούλησή των, όπως είναι αυτή γεγραμμένη, με χρυσά γράμματα άνωθεν της εισόδου των διδακτηρίων και επί λέξει λέγει: «Παρακαλώ εν τη Σχολή ταύτη να διδάσκονται αποκλειστικώς όσοι σκοπεύωσι να ενδυθώσιν Ιερωσύνης ένδυμα». Εξ όσων γνωρίζω, ο σεβασμός της βουλήσεως του διαθέτου δεν είναι μόνον ηθική επιταγή, αλλά και νομική Υποχρέωση!!!Και επίσης θεωρώ αυτονόητη και επιβεβλημένη την συνεργασία του Πολυμελούς Διοικητικού Συμβουλίου με την Εκκλησία, με σκοπό την κατά τον καλύτερο τρόπο υλοποίηση αυτής της βουλήσεως των μεγάλων Ριζαρών ευεργετών.

Το γενικότερο θέμα τώρα της Εκκλησιαστικής Εκπαιδεύσεως είναι μια δύσκολη υπόθεση και πονεμένη ιστορία. Μακάρι η Εκκλησία να είχε την οικονομική δυνατότητα να την έχει στην δική Της ευθύνη. Μακάρι και το Κράτος, παρά τις όποιες δυσκολίες του, να εκτιμήσει ακόμη περισσότερο την ανάγκη να έχει η Πατρίδα μας μορφωμένους Κληρικούς και μακάρι Εκκλησία και Πολιτεία να συνεργαζόμαστε πάντοτε, όσο πιο ειλικρινά μπορούμε, αποβλέποντες μόνον προς το κοινόν των ανθρώπων του Τόπου συμφέρον. Και η εκκλησιαστική παιδεία είναι σοβαρή «επένδυση» προς αυτή την κατεύθυνση.

-Την προηγούμενη χρονιά πολλά ήταν εκείνα τα γεγονότα τα οποία προκάλεσαν αντιδράσεις στους πιστούς. Το αντιρατσιστικό νομοθέτημα, η αργία της Κυριακής, το σύμφωνο συμβίωσης, το μάθημα των Θρησκευτικών, η δημοπράτηση του τεμένους… Πιστεύετε πως υπάρχει ένας υπόγειος πόλεμος εναντίον της Εκκλησίας στη χώρα μας; Η Ιερά Σύνοδος της Ελλαδικής Εκκλησίας έχει αντιμετωπίσει όπως θα έπρεπε τις «δοκιμασίες»;

Αλήθεια είναι ότι όλα όσα αναφέρετε, ως συμβάντα του τελευταίου καιρού, έφεραν στον τόπο μας μεγάλες ανατροπές και οι ανατροπές συνοδεύονται συχνά από ανησυχία και αντιδράσεις. Ιδίως, μάλιστα, όταν αφορούν τόσο σημαντικά ζητήματα της ζωής. Προσωπικά πιστεύω ότι πολλά απ´ αυτά ,που καταγράψατε, είναι και κόντρα στο θέλημα του Θεού και εις βάρος των ανθρώπων, τους οποίους υποτίθεται ότι ευνοούν.

Είναι, λοιπόν, καθήκον και δικαίωμά μας να λέμε την των πραγμάτων αλήθεια. Η κατάθεσή μας αυτή φυσικά πρέπει να γίνεται με σεβασμό στην ανθρώπινη ελευθερία και με τρόπο ευπρεπή. Και απρέπεια δεν εννοώ την ένταση της φωνής, που εκφράζει την πικρή αλήθεια ή ακόμη και το λελογισμένο και σώφρονα θυμό, ο οποίος πηγάζει από καρδιά, που αγαπά και νοιάζεται, αλλά την προσωπική προσβολή ανθρώπων, την λεκτική ή σωματική βία.

Η Εκκλησία έχει μάρτυρες, όχι θύτες! Πρέπει αλήθεια να μάθουμε να σεβόμαστε όλοι μας τον άλλο και την άποψή του και την επιλογή του, όλοι όμως! Πρέπει να σεβόμαστε και τον τρόπο που επιλέγει ο καθένας για να καταθέσει την μαρτυρία του και να αποφεύγουμε την όχι σπάνια μονοπώληση, υπέρ του εαυτού μας, του αγωνιστικού φρονήματος.

Και βέβαια όσοι ποιμαίνουν, όσοι διοικούν και όσοι νομοθετούν, επειδή έχουν τεράστια ευθύνη και θα δώσουν γι’ αυτό λόγο στο Θεό, είναι αναγκαίο να τολμούν και να επιχειρούν μόνον ό,τι κάμει τον άνθρωπο πιο αληθινό και όχι ό,τι -εις βάρος των δικαιωμάτων του ή υπηρετικό των αδυναμιών του- λανσάρεται, υποδεικνύεται ή και «επιβάλλεται».

Δεν θα με εκπλήξει η ενδεχόμενη διαπίστωση ότι η Εκκλησία βάλλεται. Νομίζω ότι η ιστορική πορεία Της μαρτυρεί πως είναι Εσταυρωμένη, αλλά μην ξεχνούμε ότι ταυτόχρονα είναι λουσμένη στο ανέσπερο φως της Αναστάσεως.

Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος έλαβε τις σεβαστές αποφάσεις εκείνες που εθεώρησε σωστές και έκαμε και παρεμβάσεις, για τα παραπάνω ζητήματα. Αυτές κρίνονται και ο καθείς μπορεί να έχει την δική του άποψη, όσον αφορά στον τρόπο της αντιδράσεως. Γενικά όμως θα πω ότι, όταν κρίνουμε, ας μην είμαστε εύκολοι στην κατάκριση, όταν μάλιστα δεν γνωρίζουμε και όσα γνωρίζουν οι έχοντες την ευθύνη. Και η όποια κριτική μας πρέπει να είναι ελεύθερη από προσωποληψίες ή και αντιπάθειες! Λυσιτελεστέρα θεωρώ την θερμή προσευχή. Να μας φωτίζει ο Θεός να διακρίνουμε και να επιλέγουμε σωστά κάθε φορά τον τρόπο της δράσεώς μας. Άλλοτε (όχι πάντοτε) βοηθάει η εντονότερη αντίδραση και άλλοτε (όχι πάντα) η ηπιότερη αντιμετώπιση των δυσκολιών. Αισθάνομαι πάντως ότι, στην εποχή μας, περισσότερο παρά ποτέ, προτιμητέα, ως η πλέον αποδοτική, προβάλλει η σοβαρή και αδιάκοπη πνευματική και ποιμαντική εργασία στις Ενορίες και τις Μητροπόλεις.

Με τον φόβο ότι μπορώ και να χλευασθώ, ως «δήθεν», θα τολμήσω να πω ότι, νοιώθω πως, εάν ζούσα σε μετάνοια και άσκηση και έκαμα καθώς πρέπει το έργο μου, θα προσέφερα περισσότερα και καλύτερα. Και βέβαια ας μάθουμε (εύκολο είναι;) να υπομένουμε και την οποιαδήποτε απόρριψη, η οποία σε καμμία περίπτωση δεν συνιστά οπωσδήποτε και ήττα της Εκκλησίας.

Πάντως οι εποχές είναι δύσκολες και επιτακτικό μου ακούγεται το «στώμεν καλώς» και το «άνω σχώμεν τας καρδίας».
   

Αύριο ακολουθεί το δέυτερο και τελευταίο μέρος της συνέντευξης…



Ετικέτες