Ν. Σμύρνης Συμεών στο «Αγιορείτικο βήμα» : Ο λαός αξιώνει από τον κλήρο να μιλάει για τα εθνικά θέματα

Loading...


Συνέντευξη στον Μάνο Χατζηγιάννη-Μέρος Δεύτερο

«Η Εκ­κλη­σί­α ε­νώ­νει τους αν­θρώ­πους και ει­ρη­νεύ­ει τις ψυ­χές. Αν­τί­θε­τα, τα κόμ­μα­τα δια­ιρούν και φα­να­τί­ζουν» αναφέρει μεταξύ άλλων στο δεύτερο μέρος της αποκλειστικής εφ΄όλης της ύλης συνέντευξής του στο «Αγιορείτικο βήμα» ο Μητροπολίτης Νέας Σμύρνης Συμεών.

Μεταξύ άλλων σχολιάζει ζητήματα όπως αυτά των γά­μων με­τα­ξύ α­τό­μων του ι­δί­ου φύ­λου, αλλά και τα σύμ­φω­να συμ­βί­ω­σης, ξεκαθαρίζει που πρέπει να παρεμβαίνει η Εκκλησία με το λόγο της, αναφέρεται στους διαχριστιανικούς και διαθρησκειακούς διαλόγους, επισημαίνει τους κινδύνους που ελλοχεύουν από την εκκοσμίκευση και θυμάται τις εμπειρίες του από το Άγιον Όρος…

Ολόκληρο το δεύτερο και τελευταίο μέρος της συνέντευξης έχει ως εξής: 

 

7) Σε ποι­ο βαθ­μό πι­στεύ­ε­τε πως α­πει­λεί­ται η πί­στη μας αλ­λά και η κοι­νω­νί­α ο­λό­κλη­ρη α­πό φαι­νό­με­να γά­μων με­τα­ξύ α­τό­μων του ι­δί­ου φύ­λου, σύμ­φω­να συμ­βί­ω­σης, υι­ο­θε­σί­ες παι­δι­ών α­πό ο­μό­φυ­λα ζευ­γά­ρια και τα συ­να­φή;

Την πί­στη μας, δη­λα­δή την α­λή­θεια του Ευ­αγ­γε­λί­ου της σω­τη­ρί­ας, κα­νείς και τί­πο­τε δεν μπο­ρεί να α­πει­λή­σει. Και η α­ξί­α της δεν α­πο­τι­μά­ται ού­τε α­πό το πό­σοι την α­κο­λου­θούν ού­τε και α­πό το ε­άν και σε ποι­ο βαθ­μό την εν­στερ­νί­ζε­ται η κρα­τι­κή ε­ξου­σί­α με τους νό­μους που ψη­φί­ζει. Το ε­ρώ­τη­μα εί­ναι αν η νο­μι­μο­ποί­η­ση πα­ρακ­μια­κών φαι­νο­μέ­νων και πρα­κτι­κών σαν αυ­τά που α­να­φέ­ρα­τε (τα ο­ποί­α κα­τα­δι­κά­ζει η Εκ­κλη­σί­α και α­πορ­ρί­πτει το η­θι­κό αι­σθη­τή­ριο του λα­ού μας), ω­φε­λούν την κοι­νω­νί­α ευ­ρύ­τε­ρα· αν στη­ρί­ζουν τον ι­ε­ρό θε­σμό της οι­κο­γέ­νειας ή, αν­τί­θε­τα, α­πο­προ­σα­να­το­λί­ζουν τους αν­θρώ­πους και εκ­μαυ­λί­ζουν τη νέ­α γε­νιά. Πε­ποί­θη­σή μου εί­ναι ό­τι α­πό την πα­ρο­χή νο­μι­κής κά­λυ­ψης αυ­τών των κα­τα­στά­σε­ων, η κοι­νω­νι­κή φθο­ρά μα­κρο­πρό­θε­σμα θα εί­ναι με­γά­λη.

8) Εί­στε έ­νας Ε­πί­σκο­πος που δε μι­λά­ει συ­χνά, αλ­λά ό­ταν το κά­νει εί­ναι πάν­τα εύ­στο­χος, για αυ­τό το ε­ρώ­τη­μα που α­κο­λου­θεί έ­χει ι­δι­αί­τε­ρη ση­μα­σί­α. Θα πρέ­πει να έ­χει λό­γο η Εκ­κλη­σί­α στα δη­μό­σια πράγ­μα­τα; Α­κό­μη και στα πο­λι­τι­κά δρώ­με­να; Ή μπο­ρεί αυ­τό να α­πο­τε­λέ­σει άλ­λο­θι για ό­σους α­περ­γά­ζον­ται το δι­α­χω­ρι­σμό Κρά­τους-Εκ­κλη­σί­ας;

Ε­πι­τρέψ­τε στο ε­ρώ­τη­μά σας αυ­τό να ε­πα­να­λά­βω ό,τι α­πάν­τη­σα προ­σφά­τως σε α­νά­λο­γη ε­ρώ­τη­ση το­πι­κής ε­φη­με­ρί­δας του Πα­λαι­ού Φα­λή­ρου. Οι Ι­ε­ράρ­χες ως υ­πεύ­θυ­νοι ποι­μέ­νες του χρι­στι­α­νι­κού λα­ού ο­φεί­λουν να προ­α­σπί­ζον­ται την ορ­θή πί­στη και να κα­θο­δη­γούν τους πι­στούς στον δρό­μο της χρι­στι­α­νι­κής ζω­ής. Και α­πό τον άμ­βω­να και με τη γρα­φί­δα τους, α­κό­μη και μέ­σα α­πό τα σύγ­χρο­να μέ­σα ε­πι­κοι­νω­νί­ας και κοι­νω­νι­κής δι­κτύ­ω­σης. Ε­πο­μέ­νως έ­χουν λό­γο, λό­γο δη­μό­σιο, υ­πεύ­θυ­νο και, βέ­βαι­α, πρω­τί­στως ποι­μαν­τι­κό, δη­λα­δή κα­θο­δη­γη­τι­κό για τους πι­στούς. Αυ­τό ε­νο­χλεί ο­ρι­σμέ­νους, ό­ταν δεν συμ­φω­νούν ή ό­ταν δεν τους α­ρέ­σουν οι θέ­σεις που οι ε­πί­σκο­ποι δι­α­τυ­πώ­νουν, πι­στοί στις αρ­χές του Ευ­αγ­γε­λί­ου και στον τρό­πο ζω­ής που η Εκ­κλη­σί­α προ­τεί­νει.

Α­να­φο­ρι­κά με τα «πο­λι­τι­κά δρώ­με­να» : αν εν­νο­εί­τε τα κομ­μα­τι­κά δρώ­με­να και τις δι­α­μά­χες και αν­τι­πα­ρα­θέ­σεις του πο­λι­τι­κού προ­σω­πι­κού της χώ­ρας, ε­μείς οι ι­ε­ρω­μέ­νοι ο­φεί­λου­με να α­πέ­χου­με. Η Εκ­κλη­σί­α ε­νώ­νει τους αν­θρώ­πους και ει­ρη­νεύ­ει τις ψυ­χές. Η Εκ­κλη­σί­α α­πε­θύ­νε­ται σε πι­στούς. Αν­τί­θε­τα, τα κόμ­μα­τα δια­ιρούν και φα­να­τί­ζουν. Τα κόμ­μα­τα θέ­λουν και ε­πι­δι­ώ­κουν να α­πο­κτή­σουν ο­πα­δούς και ψη­φο­φό­ρους.
Άλ­λος χώ­ρος, βέ­βαι­α, εί­ναι τα ε­θνι­κά θέ­μα­τα· θέ­μα­τα, δη­λα­δή, ζω­ής και ε­πι­βί­ω­σης του έ­θνους. Και στα θέ­μα­τα αυ­τά ο ελ­λη­νι­κός Κλή­ρος, λό­γω προ­σφο­ράς και θυ­σι­ών, εί­χε α­νέ­κα­θεν λό­γο.
Και αυ­τό συ­νε­χί­ζει να το κά­νει μέ­χρι σή­με­ρα. Το α­ξι­ώ­νει άλ­λω­στε και ο πι­στός λα­ός.

9) Με δε­δο­μέ­νη πλέ­ον τη συ­νάν­τη­ση στα Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα του Οι­κου­με­νι­κού Πα­τριά­ρχη με τον Πά­πα ποι­α εί­ναι η ά­πο­ψή σας για τους δι­α­χρι­στι­α­νι­κούς, αλ­λά γε­νι­κό­τε­ρα τους δι­α­θρη­σκεια­κούς δι­α­λό­γους;

Το θέ­μα εί­ναι πε­λώ­ριο και το α­δι­κού­με ό­ταν το συμ­πι­έ­ζου­με σε μορ­φή δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κού ε­ρω­τή­μα­τος, η α­πάν­τη­ση του ο­ποί­ου εκ των πραγ­μά­των θα πρέ­πει να δο­θεί α­πό τον ε­ρω­τώ­με­νο με με­ρι­κές φρά­σεις.
Η πε­ρι­χα­ρά­κω­ση, η πο­λε­μι­κή, η αν­τιρ­ρη­τι­κή στά­ση α­πο­τε­λούν φαι­νό­με­να του πα­ρελ­θόν­τος. Το ά­νοιγ­μα, η ε­πι­κοι­νω­νί­α, ο δι­ά­λο­γος για α­μοι­βαί­α γνω­ρι­μί­α και κα­τα­νό­η­ση α­πο­τε­λούν δε­δο­μέ­να της ε­πο­χής μας· της σύγ­χρο­νης σκέ­ψης και του συγ­χρό­νου τρό­που ζω­ής.
Με αυ­τά τα δε­δο­μέ­να θα πρέ­πει να κα­τα­νο­ή­σου­με και την εμ­φά­νι­ση των «δι­α­λό­γων» σε εκ­κλη­σι­α­στι­κό και θρη­σκευ­τι­κό γε­νι­κό­τε­ρα ε­πί­πε­δο.
Κα­λοί, λοι­πόν, κατ᾽ αρ­χήν και χρή­σι­μοι οι δι­ά­λο­γοι και α­πό εκ­κλη­σι­α­στι­κή σκο­πιά. Μό­νο μην κα­τα­λή­ξου­με να κά­νου­με δι­α­λό­γους για τους δι­α­λό­γους. Δι­α­λό­γους με­τα­ξύ ει­δι­κών και τε­χνο­κρα­τών, τους ο­ποί­ους ού­τε πα­ρα­κο­λου­θεί ού­τε κα­τα­νο­εί το εκ­κλη­σι­α­στι­κό πλή­ρω­μα. Δι­α­λό­γους α­τέρ­μο­νες με τους ε­τε­ρο­δό­ξους και ε­τε­ρο­θρή­σκους με τον εν­δε­χό­με­νο κίν­δυ­νο να δι­α­σπα­στού­με οι ορ­θό­δο­ξοι με­τα­ξύ μας ή να προ­κλη­θούν σχί­σμα­τα στους κόλ­πους Ορ­θο­δό­ξων Εκ­κλη­σι­ών. Η Εκ­κλη­σί­α πο­ρεύ­ε­ται στα μο­νο­πά­τια της ι­στο­ρί­ας φυ­λάσ­σον­τας με ζή­λο τον θη­σαυ­ρό της πί­στε­ως και τον πλού­το της εν Χρι­στώ ζω­ής και εμ­πει­ρί­ας· πο­ρεύ­ε­ται ό­χι μό­νο με τόλ­μη αλ­λά και με σύ­νε­ση και με δι­ά­κρι­ση. Και πά­νω απ᾽ ό­λα, με τον φω­τι­σμό του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος. «Ώ­δε η σο­φί­α ε­στίν» (Α­ποκ. 13,18).

10) Πι­στεύ­ε­τε πως γε­νι­κό­τε­ρα ο χρι­στι­α­νι­σμός δέ­χε­ται μια τε­ρά­στια πο­λε­μι­κή δι­ε­θνώς; Πως κρί­νε­τε τον σύγ­χρο­νο δι­ωγ­μό των Χρι­στια­νών στη Μέ­ση Α­να­το­λή;

Ο Κύ­ριός μας Ι­η­σούς Χρι­στός, κα­τά τον προ­φη­τι­κό λό­γο του δι­καί­ου Συ­με­ών «κεί­ται εις πτώ­σιν και α­νά­στα­σιν πολ­λών» και εί­ναι «ση­μεί­ον αν­τι­λε­γό­με­νον» (Λουκ. 2,34). Αυ­τό ε­πι­βε­βαι­ώ­νει η ι­στο­ρί­α. Ο δι­ωγ­μός α­πο­τε­λεί τον κλή­ρο μας. Η πο­λε­μι­κή κα­τά του Χρι­στού, της Εκ­κλη­σί­ας, των χρι­στια­νών, θα συ­νε­χί­ζε­ται «ά­χρι ού αν ή­ξει ο Κύ­ριος» (Α­ποκ. 2,25). Δη­λα­δή, μέ­χρι τη δεύ­τε­ρη Πα­ρου­σί­α Του.
Πα­ρά ταύ­τα, δεν σας κρύ­βω ό­τι με λυ­πεί βα­θιά το γε­γο­νός ό­τι δι­ώ­κον­ται σή­με­ρα οι χρι­στια­νοί σε τό­πους, ό­πως η Μέ­ση Α­να­το­λή, στους ο­ποί­ους γεν­νή­θη­κε, έ­ζη­σε, σταυ­ρώ­θη­κε και α­να­στή­θη­κε ο Κύ­ριός μας, προ­ήλ­θαν οι Ά­γιοι Α­πό­στο­λοι, συγ­κρο­τή­θη­καν οι πρώ­τες χρι­στι­α­νι­κές κοι­νό­τη­τες και ο­νο­μά­στη­καν οι πρώ­τοι α­δελ­φοί μας, οι πρώ­τοι «μα­θη­τές» «χρι­στια­νοί» (Πράξ. 11,26).

11) Α­πο­τε­λεί α­πει­λή για την Εκ­κλη­σί­α η εκ­κο­σμί­κευ­ση;

Η ει­σβο­λή του πνεύ­μα­τος του κό­σμου τού­του στον χώ­ρο της Εκ­κλη­σί­ας, ό­πο­τε και σε ό­ποι­ο βαθ­μό κι αν συ­νέ­βη, την έ­βλα­ψε. Το ί­διο ι­σχύ­ει και για την ε­πο­χή μας. Η εκ­κο­σμί­κευ­ση ως ρεύ­μα σκέ­ψης ή ως πρα­κτι­κή και τρό­πος ζω­ής συ­νι­στά α­πει­λή για την Εκ­κλη­σί­α. Α­κρι­βέ­στε­ρα, για τα μέ­λη της Εκ­κλη­σί­ας, ποι­μέ­νες και ποι­μαι­νο­μέ­νους. Η Εκ­κλη­σί­α στρα­τεύ­ε­ται μέ­σα στον κό­σμο. Ω­στό­σο, ο­φεί­λει να μέ­νει α­νε­πη­ρέ­α­στη α­πό το πνεύ­μα του κό­σμου, ο ο­ποί­ος κα­τά τόν λό­γο του ευ­αγ­γε­λι­στού Ι­ω­άν­νου «εν τω πο­νη­ρώ κεί­ται» (Α’ Ι­ω. 5,19).

Από τον φετινό εορτασμό της Υπαπαντής στην Καλαμάτα 

12) Ποι­ες εί­ναι οι εμ­πει­ρί­ες σας α­πό το Ά­γιον Ό­ρος;

Το τε­λευ­ταί­ο τού­το ε­ρώ­τη­μά σας, κ. Χα­τζη­γιά­ννη, α­να­σκα­λεύ­ει μέ­σα μου α­λη­σμό­νη­τες εμ­πει­ρί­ες α­πό τη γνω­ρι­μί­α και τις κα­τά και­ρούς ε­πι­σκέ­ψεις μου στο Ά­γιον Ό­ρος. Η ε­πι­κοι­νω­νί­α μου με το Ό­ρος ξε­κί­νη­σε α­πό τα φοι­τη­τι­κά μου χρό­νια. Γνώ­ρι­σα, α­να­στρά­φη­κα, και συν­δέ­θη­κα με πολ­λούς και σε­βά­σμιους Πα­τέ­ρες. Ι­δι­αι­τέ­ρως τον γέ­ρον­τα η­γού­με­νο της Μο­νής Δι­ο­νυ­σί­ου Αρ­χιμ. Γα­βρι­ήλ και τον μο­να­χό Θε­ό­κλη­το Δι­ο­νυ­σιά­τη, α­πό τους ο­ποί­ους ω­φε­λή­θη­κα πνευ­μα­τι­κά τα μέ­γι­στα. Α­πό α­γά­πη και για πνευ­μα­τι­κή προ­ε­τοι­μα­σί­α πα­ρέ­μει­να ε­πί έ­να συ­νε­χές ε­ξά­μη­νο προ της χει­ρο­το­νί­ας μου στην Ι. Μο­νή Δι­ο­νυ­σί­ου, στην ο­ποί­α έ­λα­βα και τη ρα­σο­φο­ρί­α α­πό τον γέ­ρον­τα Γα­βρι­ήλ, κα­τά πα­ρά­κλη­ση του μα­κα­ρι­στού Μη­τρο­πο­λί­του Ύ­δρας Ι­ε­ρο­θέ­ου, ο ο­ποί­ος και με χει­ρο­τό­νη­σε Δι­ά­κο­νο και Πρε­σβύ­τε­ρο. Έ­τσι οι δε­σμοί μου με τον ι­ε­ρό τό­πο και με πολ­λούς α­γι­ο­ρεί­τες πα­τέ­ρες (α­πό αυ­τούς ουκ ο­λί­γοι έ­χουν α­να­παυ­θεί εν Κυ­ρί­ω) εί­ναι στε­νοί και οι α­να­μνή­σεις μου πολ­λές και συγ­κι­νη­τι­κές.

 



Ετικέτες