Τουρκία: Από τον Εξευρωπαϊσμό ολοταχώς πίσω στον (Νέο)Οθωμανισμό

Loading...


Γράφει ο Δρ. Πέτρος Βιολάκης, Αναλυτής Κέντρο Διεθνών και Στρατηγικών Αναλύσεων

Το βλέπουμε μέρα με την ημέρα, τώρα πια το βλέπουν ακόμα και αυτοί που δεν ήθελαν να το δουν, που δεν μπορούσαν να το πιστέψουν, που είχαν επενδύσει πολλά στο ότι δεν θα γίνει.

Ο σταθερά και συστηματικά απομακρύνει τη από την , την εκτροχιάζει από την Ευρωπαϊκή της πορεία. Τα σημάδια είναι ποια σαφή: αυτός ο εκτροχιασμός δεν «είναι λάθος» δεν οφείλεται ούτε σε εσφαλμένο σχεδιασμό ούτε και σε διαχειριστική ανεπάρκεια αποτελεί συνειδητή στρατηγική επιλογή.

Ας πάμε λίγα χρόνια πίσω, το 2004 ο ίδιος ο Ερντογάν είχε χαρακτηρίσει την Ευρωπαϊκή πορεία της χώρας του «ως προτεραιότητα και ένα κοινό τόπο για τη διευθέτηση διαφορετικών αντιλήψεων». Δεδομένου ότι αυτή την άποψη τη συμμερίζονταν το 62% της Τουρκικής κοινής γνώμης (Eurobarometer, 2004: 5) δημιουργούνται δύο εύλογα ερωτήματα: πρώτο, πόσο πραγματικά επιθυμούσε η Τουρκία μια δυτική/Ευρωπαϊκή πορεία και δεύτερο, ποια τα αίτια αυτής της μεταστροφής.

Διαβάστε εδώ:  Τουρκία: ΗΠΑ και Ομπάμα υπεύθυνοι για την τρομοκρατία

Το πρώτο ερώτημα έχει ήδη απαντηθεί από αναλυτές, οι οποίοι χαρακτηρίζουν την υποψηφιότητα για ένταξη στην ΕΕ της Τουρκίας, ως την πιο σημαντική πρόκληση στην 200ετή ιστορία του Οθωμανικού και Τουρκικού κράτους για ενσωμάτωση Ευρωπαϊκών προτύπων πολιτικής, οικονομίας και πολιτισμού (Grigoriadis, 2006:148; CamyarandTagma, 2010; Çakar, 1998). Δεδομένου, λοιπόν, αυτής της σημαντικότητας για την Τουρκική κοινωνία, γιατί, ο πρόεδρος Ερντογάν τερματίζει αυτήν την 200ετή πορεία προς τον εκσυγχρονισμό; Τι τον ώθησε σε αυτή την αλλαγή πλεύσης; Μήπως υπήρχε εξαρχής η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας αποτέλεσε αντιπερισπασμό για ένα άλλο σχέδιο που εκτελούνταν σιωπηλά;

Η απάντηση σε αυτό το (β) ερώτημα αποδίδει και τα πραγματικά αίτια αυτής της μεταστροφής ενώ εξηγεί τις πραγματικές αιτίες που κάθε φορά οδηγούσαν την Τουρκία σε μεταρρυθμίσεις. Όλες οι μεταρρυθμίσεις (δυτικοποίηση) της Τουρκίας, στόχευαν στην ενδυνάμωση της εξωτερικής πολιτικής με το σκεπτικό της επαναφοράς της «δόξας» της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (CamyarandTagma, 2010). Αυτό το σκεπτικό παραμένει ακόμα και σήμερα αναλλοίωτο, ενώ εξηγεί την αντίδραση της Τουρκίας σε πολλές καταστάσεις (αμφισβήτηση Ελληνο-Τουρκικών συνόρων & συνθήκης Λοζάνης, Κυπριακό κ.α.). Τα δεδομένα αυτά, αποδεικνύουν μια έντονη διαφοροποίηση στη θεσμική αντίληψη της Τουρκίας σε σχέση με αυτή της ΕΕ, με την Τουρκία να δηλώνει απρόθυμη να γεφυρώσει αυτό το χάσμα. Σύμφωνα με τον Αϊμπέι Ευρωπαϊκοί θεσμοί και αξίες φέρονται να είναι δευτερεύουσας προτεραιότητας για τη Τουρκία παρά ένας στρατηγικός στόχος (Aybey, 2004).Τα χαμηλά ποσοστά εξοικείωσης με τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς, όπως καταγράφονται ήδη από το 2004, είναι ενδεικτικά αυτής της κατάστασης. Το ίδιο αποκαλύπτει πρόσφατη μελέτη του Άτλι για την Τουρκία, όπου αποτυπώνεται ιδιαίτερα χαμηλό ποσοστό (24,4% των ερωτηθέντων) η προτεραιότητα για την ανάπτυξη Ευρωπαϊκής ταυτότητας (Atlı, 2016). Τα δεδομένα αυτά σε συνδυασμό με τη μακροχρόνια πορεία της Τουρκίας ως υποψήφιο για ένταξη μέλος, συνηγορούν ότι αντί της Ευρωπαϊκής ταυτότητας και του Εξευρωπαϊσμού της Τουρκίας υλοποιείται ένα διαφορετικό σχέδιο.

Η ύπαρξη ενός εναλλακτικού σχεδίου είχε ανακοινωθεί (ήδη)από τον ίδιο τον Ερντογάν και αποτέλεσε στόχο από τα χρόνια που διετέλεσε δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης (1994-1998). Βασιζόμενο σε αυτό το σκεπτικό, το κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του Ερντογάν ξεκίνησε μια σειρά μεταρρυθμίσεων με στόχο την δημιουργία ενός Νέο-Οθωμανικού κράτους το οποίο θα βασίζεται στην Ισλαμική θρησκεία. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές εμπεριέχουν στοιχεία της θεωρίας εξευρωπαϊσμού, με τη σημαντικότατη διαφορά ότι αντί για εμφύσηση των Ευρωπαϊκών θεσμών και δομών, συγκροτείται μια διαφορετική ταυτότητα που βασίζεται στο Ισλάμ και το Νέο-Οθωμανικό τρόπο που γίνονται τα πράγματα. Tο εν λόγω μεταρρυθμιστικό σχέδιο περιλαμβάνει ρητορική, πολιτικές και δομικές αλλαγές και τέλος ενσωμάτωση των αλλαγών στην καθημερινότητα των Τούρκων πολιτών. Στη μεταρρύθμιση αυτή σημαντικό ρόλο έπαιξε και συνεχίζει να παίζει η ρητορική του προέδρου Ερντογάν η οποία είναι συνδεδεμένη με την διαδικασία μάθησης ή αλλιώς (επαν)εκπαίδευσης της κοινής γνώμης στο νέο ιδεολογικό και δομικό/οργανωτικό του πλαίσιο.

Χαρακτηριστική είναι η δήλωση που ως πρόεδρος της Τουρκίας (αυτό)ανακηρύσσεται φυσικό κληρονόμο της επανασύστασης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας όπως και ο χαρακτηρισμός της μετανάστευσης ως μέσο κατάκτησης- επέκτασης του Ισλάμ (Hijrah) (Observer, 2016). Παράλληλα, σε μια άλλη ομιλία του δεν δίστασε να αναφέρει ότι η «ελευθερία και η δημοκρατία δεν έχουν αξία στην Τουρκία» (Dearden, 2016). Η ρητορική αυτή ήρθε να προστεθεί σε μια ήδη τεταμένη κατάσταση για την Τουρκική κοινωνία που, ως φάνηκε, ήδη από τα μέσα του 2016 οδηγούνταν σε σκοτεινούς ατραπούς.

Ακολούθως, το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, αποτελεί μια σημαντική απόδειξη για την πρόοδο της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας του Ερντογάν. Σημείο αναφοράς αποτελεί το γεγονός ότι περισσότεροι από 80.000 Ιμάμηδες καλούσαν στο όνομα του Κορανίου και μέσω προσευχών (Αζαν) τους πολίτες στους δρόμους κατά της απόπειρας του πραξικοπήματος (Khan, 2016; Karvounopoulos, 2016; EuroNews, 2016). Αυτά αποδεικνύουν την ύπαρξη εναλλακτικών διοικητικών δομών που βασίζονται στη θρησκεία και όχι στο κοσμικό κράτος. Ως εκ τούτου, η αποτροπή του πραξικοπήματος, όπως αυτή έγινε (μέσω των θρησκευτικών δομών), έστειλε το μήνυμα ότι οι νέες Νέο-Οθωμανικές δομές έχουν περιέλθει σε κατάσταση ωρίμανσης και είναι πλέον λειτουργικές.

 

 

Αυτό έγινε περισσότερο κατανοητό από τα γεγονότα που ακολουθήσαν το αποτυχημένο πραξικόπημα. Μερικές ημέρες μετά, και παρά την διεθνή κατακραυγή, ο Τούρκος πρόεδρος έλαβε ιδιαίτερα αυξημένες εξουσίες (ABC/Reuters, 2016). Ακολούθησαν σαρωτικές εκκαθαρίσεις που συνοψίζονται στην (μέχρι τα τέλη του Νοέμβρη 2016) απόλυση ή διαθεσιμότητα περισσοτέρων από 125.000 άτομων (δημόσιοι υπάλληλοι, δικαστές, καθηγητές, στρατιωτικοί και αστυνομικοί) και τη σύλληψη άλλων 40.000 με την κατηγορία για διασυνδέσεις με την Ισλαμικό κίνημα του Φετουλάχ Γκιουλέν (Lowen, 2016; Baker, 2016). Η κατάσταση αυτή, που οδήγησε στο πάγωμα της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας, μπορεί να θεωρηθεί συνεπακόλουθο της Νέο-Οθωμανικής αναβίωσης. Μια αναβίωση που συμπεριλαμβάνει Οθωμανικούς θεσμούς και πρακτικές που εξ ’ορισμού είναι ασύμβατες με τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς και δομές.

Η αναβίωση αυτή, επίσης, εξηγεί την πρόσφατη αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάνης από τη μεριά της Τουρκίας (Kramer, 1991: 64). Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο Τούρκος πρόεδρος, «η Λωζάνη δεν είναι μια συνθήκη που δεν μπορεί να συζητηθεί. Σε καμία περίπτωση δεν είναι ένα ιερό κείμενο. Και φυσικά θα τη συζητήσουμε» (NOVINITE, 2016; eKathimerini, 2016). Η δήλωση αυτή έχει διττή ανάγνωση: Αφενός (α) επιβεβαιώνει τη γενική φιλοσοφία αμφισβητήσεων από τη μεριά των Τούρκων σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, και αφετέρου (β) αναφέρει ότι όλα το μη-ιερά κείμενα υπόκεινται σε αμφισβήτηση. Ειδικά το 2ο μέρος της ανάγνωσης της δήλωσης φέρει ειδική βαρύτητα μιας και εγείρει ερωτήματα ως προς την αξιοπιστία της Τουρκίας σε διεθνείς συμφωνίες και θεσμούς (συμπεριλαμβανομένων ΝΑΤΟ, ΕΕ). Δεδομένου των ανωτέρω, μπορεί κάποιος να συμπεράνει ότι η υποψηφιότητα της Τουρκίας ήταν τελικά ένα μέσο για την αποκόμιση οικονομικών ωφελημάτων παρά μια αυτόβουλη επιλογή για δυτικοποίηση. Αυτό επιβεβαιώνει και μια δήλωση που είχε κάνει ο Ερντογάν στην αρχή της πολιτικής του σταδιοδρομίας. Όπως χαρακτηριστικά είχε δηλώσει «η δημοκρατία είναι σαν ένα τρένο. Αποβιβάζεσαι μόλις φτάσεις στον προορισμό σου» (Economist, 2016). Ο προορισμός για τον πρόεδρο Ερντογάν ήταν πάντα η δημιουργία μιας Νέο-Οθωμανικής ταυτότητας και αυτοκρατορίας.

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην Κυπριακή εφημερίδα » Ο Φιλελεύθερος της Κυριακής» τη 18η Δεκεμβρίου 2016