Σέρβοι εμπειρογνώμονες σε θρησκευτικά ζητήματα συμβουλεύουν συνεχή προσπάθεια για αποφυγή συγκρούσεων

Loading...


Οι αναλυτές λένε ότι ο εξτρεμισμός μπορεί να αποφευχθεί με τη βελτίωση του διαθρησκευτικού διαλόγου και έχοντας επίγνωση άλλων κοινωνικών παραγόντων που συχνά οδηγούν σε συγκρούσεις

Της Ιβάνα Γιοβάνοβιτς 

Η θρησκεία στη Σερβία αναπτύχθηκε σημαντικά κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, αλλά μαζί με αυτή έχουν προκύψει ανησυχίες σχετικά με το ενδεχόμενο διεθνικών συγκρούσεων και θρησκευτικού εξτρεμισμού.

Αν και υπήρξαν μερικά πρόσφατα περιστατικά βίας υποκινημένα από τη θρησκεία, οι ειδικοί λένε ότι απαιτείται συνεχής δουλειά, τόσο από το κράτος όσο και από τις θρησκευτικές κοινότητες, για να προωθηθεί η επικοινωνία και να εξαλειφθεί κάθε περιβάλλον που θα ήταν γόνιμο για τον εξτρεμισμό.

Στο κομμουνιστικό καθεστώς της πρώην Γιουγκοσλαβίας, η θρησκεία ήταν περιθωριοποιημένη σε σημείο που σχεδόν απαγορευόταν. Ωστόσο, οι θρησκευτικές κοινότητες στη Σερβία έχουν αυξηθεί από το 1990. Σύμφωνα με την απογραφή που έγινε το 2011 στη χώρα, το 94 τοις εκατό των 7.180.000 πολιτών της Σερβίας δηλώνει ότι είναι πιστοί.

Ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός είναι η επικρατούσα θρησκεία της Σερβίας (84 τοις εκατό), αλλά σχεδόν το 10 τοις εκατό των πιστών στη χώρα ανήκουν σε άλλες θρησκείες. Οι Καθολικοί αριθμούν περίπου 357.000, ενώ υπάρχουν περίπου και 223.000 Μουσουλμάνοι.

Κατά τη διάρκεια της θητείας του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς στη δεκαετία του 1990, η Ορθόδοξη Χριστιανοσύνη είχε συνδεθεί στενά με τον σερβικό εθνικιστικό σοβινισμό. Ωστόσο, η επικοινωνία και η κατανόηση μεταξύ των θρησκειών στη Σερβία έχει βελτιωθεί.

Στην Σαντζάκ, περιοχή στη νοτιοδυτική Σερβία στην οποία η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι Μουσουλμάνοι, εξακολουθούν να υπάρχουν ορισμένες εθνοτικές και θρησκευτικές εντάσεις. Αλλά ο Σαεντετίν Μουγιεζίνοβιτς, μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου της Νόβι Παζάρ, της μεγαλύτερης πόλης στη Σάντζακ, είπε ότι υπάρχουν ενδείξεις προόδου, ​​διότι περισσότεροι άνθρωποι έχουν αγκαλιάσει την ιδέα ενός μέλλοντος όπου η Σερβία είναι μέλος της ΕΕ και οι αξιωματούχοι προωθούν την ανεκτικότητα.

«Εμείς [οι Μουσουλμάνοι] γιορτάζαμε τον ιερό μήνα του Ραμαζανιού και ήταν πραγματικά ωραίο να βλέπεις Ορθόδοξους και άλλους γείτονές μας, καθώς και κρατικούς αξιωματούχους να ενδιαφέρονται να μάθουν λεπτομέρειες σχετικά με αυτό, να συμμετέχουν σε αυτό, να μας συγχαίρουν σχετικά με αυτό. … Αυτό προέρχεται από την ιδέα ότι μόνο μαζί μπορούμε να σταματήσουμε τον εξτρεμισμό, που αποτελεί εμπόδιο στον δρόμο μας προς την ΕΕ, κάνοντας τις διαφορές μας εμπόδια, κάτι που είναι λάθος επειδή οι διαφορές μας είναι ο πλούτος μας», δήλωσε ο Μουγιεζίνοβιτς.

Ο ίδιος πρόσθεσε ότι το κράτος και το σύνολο της κοινωνίας θα πρέπει να κάνουν περισσότερα για να σταματήσουν οι όποιες συνθήκες μπορεί να συμβάλλουν στην κλιμάκωση του θρησκευτικού εξτρεμισμού, καθώς και να παρέχουν την κατάλληλη εκπαίδευση, έτσι ώστε να μην δημιουργούνται παρεξηγήσεις εξαιτίας της έλλειψης ενημέρωσης.

Ο Μονσίνιορ Στάνισλαβ Χότσεβαρ, ο Ρωμαιοκαθολικός Αρχιεπίσκοπος του Βελιγραδίου από το 2001, δήλωσε στους SETimesότι οι διαθρησκευτικές σχέσεις στη Σερβία έχουν βελτιωθεί από τότε που ήρθε στη Σερβία από τη Σλοβενία​​.

«Πλέον είμαι πολύ ευπρόσδεκτος παντού», είπε ο Χότσεβαρ. «Οι άνθρωποι είναι διατεθειμένοι να συζητήσουν. Μερικές βασικές προκαταλήψεις δεν υπάρχουν πια, ενώ έχουν σταματήσει και οι απειλητικές επιστολές και απειλές που άκουγα στον δρόμο κατά τα δύο πρώτα χρόνια μου εδώ. Η πλειοψηφία της Σερβίας πρέπει τώρα να έχει καλές σχέσεις με τους εκπροσώπους όλων των μειονοτικών ομάδων — εθνικές, εθνοτικές και θρησκευτικές».

Ο Χότσεβαρ είπε ότι οι Σέρβοι που είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι, του έχουν πει ότι θα καλωσόριζαν μια επίσκεψη του Πάπα στη Σερβία, αλλά πρόσθεσε ότι παρά την τόσο προφανή αποδοχή, εξακολουθεί να υπάρχει περιθώριο για πρόοδο.

«Στην αρχή σχεδόν κανείς δεν ήθελε κάτι τέτοιο, αλλά τώρα σχεδόν κάθε Ορθόδοξος Σέρβος με τον οποίο έχω μιλήσει προσωπικά λέει ότι θα ήθελε να έρθει ο Πάπας στη Σερβία. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι αυτό είναι κάτι για το οποίο οι άνθρωποι μιλούν μόνο σε προσωπικό επίπεδο. Όταν είναι σε κάποια ομάδα δεν τολμούν να μιλήσουν πια και ο λόγος είναι η έλλειψη δημόσιου διαλόγου, κάτι που θα πρέπει να αλλάξει», δήλωσε ο Χότσεβαρ.

Είπε ότι αν και δεν υπάρχει επίσημος θρησκευτικός εξτρεμισμός, παρόμοια συμπεριφορά υπάρχει μεταξύ των ανθρώπων που επηρεάζονται από τις συγκρούσεις του παρελθόντος. Ο ρόλος των θρησκευτικών κοινοτήτων είναι ζωτικής σημασίας για τη βελτίωση του διαθρησκευτικού διαλόγου και τη μείωση του εξτρεμισμού, είπε ο Χότσεβαρ.

«Έχοντας κατά νου ότι ζούμε στη γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης, όπου η ιστορία είναι πολύπλοκη, όπως και οι σχέσεις μεταξύ πλειοψηφίας και μειοψηφίας, τόσο από θρησκευτικής όσο και από εθνικής άποψης, ως εκπρόσωποι θρησκευτικών κοινοτήτων γνωρίζουμε ότι ο διάλογος πρέπει να είναι φιλικός, συνεχής και δεν είναι δυνατό να λυθούν αμέσως όλα τα ιστορικά ζητήματα. Δουλεύουμε γι’ αυτό μέσα από συχνές επαφές και συζητήσεις για όλα τα θέματα, όπως την αποκατάσταση και τις σχέσεις με την κοινωνία, το κράτος, τα μέσα ενημέρωσης και την εκπαίδευση»,ανέφερε ο Χότσεβαρ.

1Ο Νίκολα Κνέζεβιτς, Διευθύνων Σύμβουλος και ιδρυτής του Κέντρου για τη Μελέτη της Θρησκείας, της Πολιτικής και της Κοινωνίας, καθώς και δάσκαλος στην Προτεσταντική Θεολογική Σχολή της Νόβι Σαντ, είπε στους SETimesότι, παρόλο που το επίπεδο των διαθρησκευτικού διαλόγου στη Σερβία είναι ικανοποιητικό, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην αύξηση του θρησκευτικού εξτρεμισμού.

«Οι κακές οικονομικές συνθήκες, η άκριτη αποδοχή της εθνικιστικής [ρητορικής], η πολιτιστική υποβάθμιση της κοινωνίας και η έλλειψη κατάλληλης εκπαίδευσης είναι μόνο μερικές από τις συνθήκες που δημιουργούν ευνοϊκό κλίμα για τη δημιουργία εξτρεμιστικών κινημάτων», δήλωσε ο Κνέζεβιτς.

«Πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει ότι υπάρχει σύνδεση μεταξύ του άγχους, της ανασφάλειας και του θρησκευτικού εξτρεμισμού. Τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν την άποψη ότι οι άνθρωποι που έχουν τέτοια προβλήματα συχνά διαμορφώνουν τα ιδανικά τους, σύμφωνα με ακραία μέτρα».

Ο Κνέζεβιτς πρόσθεσε ότι ο θρησκευτικός εξτρεμισμός συχνά αυξάνεται εξαιτίας παρερμηνειών, που παρουσιάζουν τις θρησκευτικές αρχές μέσα σε εθνικιστικό, ιδεολογικό ή πολιτικό πλαίσιο.

«Το ζήτημα είναι πάντα η απουσία ταυτότητας, γιατί ένα άτομο που ασπάζεται ακραίες θρησκευτικές απόψεις δεν είναι σίγουρο για τη δική του ταυτότητα και ταυτίζεται με μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων με τις ίδιες αρχές, ενώ αρνείται να επικοινωνήσει με άλλους που είναι διαφορετικοί, φοβούμενος ότι θα κινδυνέψει», δήλωσε ο Κνέζεβιτς.

Ο ίδιος πρόσθεσε ότι το κράτος και οι θρησκευτικοί θεσμοί είναι υπεύθυνοι για τον περιορισμό του θρησκευτικού εξτρεμισμού.

«Το καθήκον του κράτους είναι να προστατεύει το δικαίωμα κάθε πολίτη στη ζωή και στις ελευθερίες που εγγυάται το σύνταγμα. Θα πρέπει να είναι πιο αποτελεσματικό στη δίωξη της βίας και στο να δείχνει ότι η βία δεν είναι ανεκτή. Το πρόβλημα είναι συστημικό και οι λύσεις πρέπει να είναι συστηματικές. Τα θρησκευτικά ιδρύματα θα πρέπει να αποστασιοποιηθούν από εκείνους που χρησιμοποιούν τις θρησκευτικές αρχές για τους δικούς τους ιδεολογικούς και πολιτικούς σκοπούς. Επίσης, θα πρέπει να τονίζουν συνεχώς τις θεμελιώδεις αξίες τους: σεβασμό προς τους άλλους, αγάπη, συγχώρεση και μη βία», δήλωσε ο Κνέζεβιτς.

Ο Ζίβιτσα Τούτσιτς, εκδότης της Θρησκευτικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και έγκριτος αναλυτής σε ζητήματα θρησκείας, είπε στους SETimesότι οι συντηρητικές τάσεις ορισμένων θρησκευτικών ηγετών μπορεί να ενισχύσουν τον εξτρεμισμό.

«Οι Σέρβοι Ορθόδοξοι ιερείς δεν θα αντιδράσουν αν κάποιος Ορθόδοξος Χριστιανός, παρουσία τους, πει ότι οι Καθολικοί είναι αιρετικοί, ότι βρίσκονται στη λάθος πλευρά από θρησκευτικής άποψης, για να μην αναφέρουμε τους Βαπτιστές, τους Μεθοδιστές και άλλους», είπε ο Τούτσιτς.

«Όταν εντοπίζονται οι εξτρεμιστές, και αν υπάρχει πιθανότητα να είναι επιρρεπείς στη βία, το κράτος πρέπει να δράσει και οι θρησκευτικές κοινότητες θα πρέπει να προειδοποιούν τους εισαγγελείς για την ύπαρξη επικίνδυνων ομάδων. Τόσο η αστυνομία όσο και η μυστική αστυνομία θα πρέπει να γνωρίζουν και ποιος είναι επιρρεπής στη βία. Επισήμως, καμία θρησκευτική κοινότητα δεν έχει μαχητικές ομάδες, αλλά πιθανότατα υπάρχουν άτομα σε κάθε εκκλησία που υποστηρίζουν ορισμένες από αυτές», ανέφερε ο Τούτσιτς.

Ο Μίρκο Τζόρτζεβιτς, μέλος της συντακτικής επιτροπής και του εκδοτικού συμβουλίου της Republika, μιας δεκαπενθήμερης επιστημονικής έκδοσης που αναλύει τον δημοκρατικό μετασχηματισμό του κράτους, δήλωσε ότι η πλήρης ελευθερία της θρησκευτικής έκφρασης μπορεί να βοηθήσει να σταματήσει ο εξτρεμισμός και η χρήση τους για πολιτικούς σκοπούς.

«Υπάρχει ακόμη ένα μέσο αποκατάστασης γι’ αυτό το θέμα και έχει ήδη δοκιμαστεί με επιτυχία, αλλά είναι κάτι που εμείς, στα Βαλκάνια, δεν έχουμε — ούτε στη Σερβία, ούτε στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη, ούτε στο Κοσσυφοπέδιο, και αυτό είναι η αληθινή ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, καθώς και μέσα ενημέρωσης που δημοσιεύουν την αλήθεια. Τα μέσα ενημέρωσής μας συμπεριφέρονται σαν παθιασμένοι οπαδοί», είπε ο Τζόρτζεβιτς.

Ο ίδιος πρόσθεσε ότι τόσο η ελευθερία της θρησκευτικής έκφρασης όσο και η ελευθερία των μέσων μαζικής ενημέρωσης εξαρτώνται από την πολιτική βούληση, δεδομένου ότι οι εκκλησίες και οι θρησκευτικές κοινότητες στα Βαλκάνια είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις πολιτικές δομές.

«Μια πνευματική κοινωνία διαδραματίζει επίσης καθοριστικό ρόλο στην πρόληψη του θρησκευτικού εξτρεμισμού. Φαίνεται ότι αυτό δεν το έχουμε καταφέρει και ότι πρέπει να το βελτιώσουμε. Διανοούμενοι είναι εκείνοι που θα μπορούσαν να σταματήσουν αυτή τη διαδικασία», δήλωσε ο Τζόρτζεβιτς.