Η «Σιδηρά κυρία» της Μόσχας ανοίγει τον δρόμο για επενδύσεις στην Ελλάδα

Loading...


Μηνύματα αισιοδοξίας από τη Μόσχα…

Την ιδιαίτερη ικανοποίησή της για τις εποικοδομητικές συνομιλίες και διαπραγματεύσεις που είχε με τον πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά και τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης και υπουργό Εξωτερικών Ευάγγελο Βενιζέλο εξέφρασε η πρόεδρος του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας Βαλεντίνα Ματβιένκο, επικεφαλής αντιπροσωπείας του Συμβουλίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας που βρίσκεται από προχθες στην Αθήνα, σε συνέντευξη τύπου που παραχώρησε χθες το απόγευμα στα ελληνικά και ρωσικά ΜΜΕ μιλώντας εφ’ όλης της ύλης.


Ρωσικές επενδύσεις στην Ελλάδα, συμμετοχή της GAZPROM σε περαιτέρω διαδικασίες ιδιωτικοποιήσεων, ενδιαφέρον των ρωσικών σιδηροδρόμων για ένα ενιαίο πακέτο διαγωνισμού ΤΡAIΝΟΣΕ και λιμένος Θεσσαλονίκης, αλλά και το θέμα του αγωγού Μπουργκάς Αλεξανδρούπολη, όπως επίσης και το θέμα της άδειας εισόδου για τους Ρώσους επισκέπτες στη χώρα μας ήταν τα βασικά σημεία στα οποία αναφέρθηκε η κυρία Ματβιένκο.

Η κ. Ματβιένκο, τονίζοντας ότι υπάρχει μία ανακριβής απόδοση του κλίματος των σχέσεων των δύο κυβερνήσεων, όπως παρατηρεί στον ελληνικό τύπο, θέλησε πρωτίστως να διαβεβαιώσει ότι η πολιτική ηγεσία της Ρωσίας υποστηρίζει με κάθε τρόπο τη συμμετοχή των ρωσικών επιχειρήσεων μεγάλων και μικρών σε επενδυτικά σχέδια στην Ελλάδα και έχουν ληφθεί όλες οι απαραίτητες τυπικές και άτυπες αποφάσεις.

Ειδικότερα αναφερόμενη στη GAZPROM, και την ΔΕΠΑ είπε ότι «έχει εκφραστεί το ενδιαφέρον της για αυτή την επένδυση, πλην όμως θεωρεί ότι ήταν μη αποδεκτοί οι όροι βάσει των οποίων διεξήχθη αυτός ο διαγωνισμός. Η ελληνική πλευρά, ιδιαίτερα σε πολιτικό επίπεδο αντιλαμβανόταν τις ενστάσεις και τα προβλήματα που έθετε η GAZPROM σχετικά με τους όρους, την διαφάνεια διεξαγωγής του διαγωνισμού. Ωστόσο δεν έφτασε, εικάζω, ο χρόνος για να προσλάβουν όλα αυτά μία νομική σαφή διατύπωση σε ένα έγγραφο ώστε οι ανησυχίες και οι επιφυλάξεις της GAZPROM να καμφθούν».

«Εάν όμως στο εξής» πρόσθεσε «οι όροι διεξαγωγής του διαγωνισμού, είναι με βάση τις απαιτήσεις για ένα δίκαιο διεθνή διαφανή διαγωνισμό η GAZPROM έχει εκφράσει την ετοιμότητά της να συμμετάσχει σε περαιτέρω διαδικασίες ιδιωτικοποιήσεων».

«Εμείς επιθυμούμε να είναι η ελληνική πλευρά αυτή που θα λάβει την τελική απόφαση. Δηλαδή αφού έχουν συμφωνηθεί όλα για τους όρους διεξαγωγής με την ΕΕ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή η υπόλοιπη διαπραγμάτευση και η τελική απόφαση να είναι στα χέρια της ελληνικής κυβερνήσεως ως κυριαρχικής» τόνισε εξηγώντας ότι η η ρωσική πλευρά κατανοεί «ότι η Ελλάδα είναι μέρος της ΕΕ, ότι πρέπει να υπάρχει μία συμφωνία των όρων οι οποίοι δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ του ενός ή του άλλου διεθνούς διαγωνισμού ιδιωτικοποίησης με τους όρους που θέτει η ΕΕ, ωστόσο θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι απόψεις και ανησυχίες των επιχειρήσεων που συμμετέχουν στον διεθνή διαγωνισμό».

«Εμείς φρονούμε ότι θα πρέπει να είναι εξ αρχής προδιαγεγραμμένοι σε ένα νομικό έγγραφο οι όροι, δεν απαιτούμε ως ρωσικές επιχειρήσεις κάποια ειδικά προνόμια αλλά αποδεδειγμένα διαφανείς όρους και συμμετοχή στον διαγωνισμό επί ίσοις όροις».

Επισημαίνοντας ότι η GAZPROM έχει μία 17χρονη παρουσία στην Ελλάδα, τόνισε ότι αυτή «επιθυμεί να διεξαγάγει όχι μία επιμέρους τεχνική επένδυση στο πλαίσιο της ιδιωτικοποίησης της ΔΕΠΑ αλλά μία πολύ επωφελή για την ελληνική οικονομία δέσμη επενδυτικών προγραμμάτων στον ενεργειακό τομέα. «Ενδιαφέρεται για την κατασκευή μιας διακλάδωσης του υπό κατασκευή south stream προς την Ελλάδα γεγονός που θα οδηγήσει σε περαιτέρω μείωση των τιμών του φυσικού αερίου για την Ελλάδα όπως επίσης και για την κατασκευή θερμοηλεκτρικών σταθμών με φυσικό αέριο που θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να κάνει εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς επίσης και για την διεύρυνση των καταναλωτών φυσικού αερίου με αντίστοιχες υποδομές που θα συμβάλει επίσης στη πτώση της τιμής του φυσικού αερίου».

«Η ηγεσία της Ρωσίας» είπε η κ. Ματβιένκο «παρακολουθεί με ιδιαίτερη προσοχή κάθε επιθυμία της ελληνικής πλευράς και πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι μεταξύ των χωρών μας υπάρχουν αδελφικοί στενοί πολιτισμικοί και άλλοι δεσμοί που μπορούν να δράσουν καταλυτικά στην ανάπτυξη των οικονομικών μας σχέσεων», και αναφέροντας το παράδειγμα της πρότασης του Α. Σαμαρά τον περασμένο Ιούλιο για μείωση της τιμής του φυσικού αερίου επισήμανε ότι «τέλη Σεπτεμβρίου αναμένεται ο τρίτος κύκλος και ευελπιστούμε να επιτευχθεί στο πλαίσιο της διακυβερνητικής συμφωνίας μία παράταση πέραν του 2016 της συμφωνίας για την παροχή αερίου από την GAZPROM» .

Η ίδια ανέφερε ότι «είναι τουλάχιστον περίεργο το γεγονός ότι όλες οι χώρες της ΕΕ αναπτύσσουν ενεργώς αμοιβαίες σχέσεις με την GAZPROM» και «για την Ελλάδα έχουμε δύο μέτρα και δύο σταθμά» προσθέτοντας ότι «η Ελλάδα είναι ένα κυρίαρχο κράτος το οποίο έχει το δικαίωμα να συνάπτει σε αμοιβαία επωφελή βάση τις συμφωνίες και τις συνεργασίες εκείνες που τις χρειάζονται».

Όσον αφορά τις ιδιωτικοποιήσεις και τη συμμετοχή των ρωσικών επιχειρήσεων η ίδια επισήμανε ότι οι Ρωσικοί Σιδηρόδρομοι, «η μεγαλύτερη σιδηροδρομική επιχείρηση του κόσμου», έχουν υποβάλει τις δικές τους προτάσεις για την ΤΡΑΙΝΟΣΕ αλλά πως «η απλή επιμέρους ιδιωτικοποίηση του διαχειριστή του τροχαίου υλικού της ΤΡΑΙΝΟΣΕ από μόνη της δεν αποτελεί κάποιο σοβαρό επενδυτικό ενδιαφέρον για μία επένδυση τέτοιας κλίμακας».

«Η πρόταση των ρωσικών σιδηροδρόμων» υπογράμμισε «εξετάζεται στο πλαίσιο ενός σοβαρότατου επενδυτικού πακέτου που αποσκοπεί σε ευρύτατο εκσυγχρονισμό των υποδομών και του σιδηροδρομικού δικτύου της χώρας καθώς και επενδύσεις που να αφορούν συνδυαστικές χρήσεις, συγκοινωνίες και μεταφορές σε ένα ενιαίο σύμπλεγμα λιμενικών και σιδηροδρομικών υποδομών το οποίο θα περιλαμβάνει και τον λιμένα της Θεσσαλονίκης ώστε η Ελλάδα να μετατραπεί σε ένα συγκοινωνιακό μεταφορικό κόμβο με αντίστοιχες υποδομές logistics που θα απευθύνεται στο σύνολο της ΝΑ Ευρώπης και μέσω αυτής στην Ευρώπη συνολικά».

«Κυριαρχικό δικαίωμα της ελληνικής κυβέρνησης» πρόσθεσε «είναι να δει τμηματικά αυτές τις ιδιωτικοποιήσεις, ωστόσο μια τέτοια μεθόδευση δεν θα οδηγήσει στην πραγμάτωση μιας κλίμακας επενδυτικών προγραμμάτων σαν αυτά που προανέφερα. Για την κλίμακα ενός οργανισμού, όπως οι ρωσικοί σιδηρόδρομοι μία επένδυση που θα αφορά στενά και αποκλειστικά την ΤΡΑΙΝΟΣΕ από τεχνικής και οικονομικής άποψης είναι μηδαμινής σημασίας και αξίας».

Σχετικά με το θέμα του αγωγού Μπουργκάς- Αλεξανδρούπολη που απέρριψε η βουλγαρική πλευρά ανέφερε ότι «η ελληνική πλευρά επαναβεβαίωσε τη συνέπειά της» καθώς επίσης και ότι «η ρωσική πλευρά είναι υπέρ της ανανέωσης των διαπραγματεύσεων αλλά σε τριμερές επίπεδο» ενώ εξέφρασε τη λύπη της «για την μονομερή απόφαση της βουλγαρικής πλευράς η οποία δεν ελήφθη χωρίς πολιτικές πιέσεις» αλλά και την πεποίθησή της ότι «αυτό το σχέδιο είναι ιδιαίτερα επωφελές και για τα τρία εμπλεκόμενα μέρη και η ρωσική κυβέρνηση θα κάνει ό,τι μπορεί ώστε να επαναενεργοποιηθεί».

Σχετικά με το καθεστώς αδείας εισόδου, της βίζας των Ρώσων επισκεπτών η κ. Ματβιένκο εξήγησε ότι τόσο ο πρωθυπουργός όσο και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης της επιβεβαίωσαν ότι η Ελλάδα στο πλαίσιο της προεδρίας της στην ΕΕ «θα αναλάβει πρωτοβουλίες για την περαιτέρω ενίσχυση του διαλόγου μεταξύ ΕΕ και Ρωσίας και θα καταβάλει προσπάθειες για την απλούστευση αδείας εισόδου με προοπτική την πλήρη κατάργηση».

«Χαιρόμαστε για την αύξηση των Ρώσων τουριστών στην Ελλάδα. Το τρέχον έτος έχουμε 1.200.000 τουρίστες που επισκέφθηκαν την Ελλάδα και ξοδεύουν πέρα των δαπανών για τη διαμονή και διατροφή κατά μέσο όρο πάνω από 1.000 ευρώ κατά κεφαλήν. Γεγονός που δεν είναι αμελητέο» είπε η κα Ματβιένκο προσθέτοντας ότι «πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το θέμα της βίζας έχει πολλαπλασιαστικό αντίκτυπο στις ροές τουριστών από τη Ρωσία προς την Ελλάδα.

Οι Ρώσοι αγαπούν ιδιαίτερα την Ελλάδα και έχουν ενδιαφέρον για πολιτισμικό και προσκυνηματικό τουρισμό και εναλλακτικές μορφές τουρισμού γεγονός που θα οδηγήσει σε περαιτέρω ανάπτυξη των οικονομικών μας σχέσεων».

Ερωτηθείσα για τη θητεία της ως πρέσβης στην Αθήνα και αν αυτή αντανακλάται στη σημερινή διαπραγμάτευση η κ. Ματβιένκο είπε ότι «η Ελλάδα πάντα κατέχει μια ιδιαίτερα θερμή θέση στην καρδιά μου.

Αγάπησα την Ελλάδα, τους Έλληνες που είναι πάντα ανοιχτοί και πάντα τρέφουν αγάπη και συμπάθεια για τους Ρώσους. Ήταν μία δύσκολη φάση τότε για εμάς αλλά παρόλα αυτά καταφέραμε να εμβαθύνουμε τις σχέσεις συνεργασίας στον ανθρωπιστικό και πολιτιστικό τομέα και να αναπτύξουμε τις σχέσεις μας επίσης στον στρατιωτικό και τεχνικό τομέα».

Η ίδια θέλησε να επισημάνει ότι η βράβευση της εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης είναι ιδιαίτερα τιμητική: «Καταβάλλω πάντα ιδιαίτερες προσπάθειες για την ανάπτυξη της φιλίας, της αλληλοκατανόησης δεδομένων των ιστορικών, των πνευματικών και πολιτισμικών δεσμών που χαρακτηρίζουν τους λαούς μας. Οι λαοί μας συνδέονται με προαιώνια φιλία, αυτή είναι μία πολύτιμη παρακαταθήκη για την περαιτέρω ανάπτυξη των σχέσεών μας, όσον αφορά το επίπεδο της νοοτροπίας, των διαθέσεων.

Νομίζω ότι ίσως να ήμουν και εγώ Ελληνίδα σε κάποια άλλη ζωή, αισθάνομαι πνευματική ομοιότητα με τους Έλληνες. Έχω πολλούς φίλους στην Ελλάδα» κατέληξε.

Απαντώντας σε σχετική ερώτηση για την αναφορά του προέδρου Πούτιν ότι η Ελλάδα είναι επισφαλής χώρα για επενδύσεις η κ. Ματβιένκο είπε: «Παρακολουθώ στενά τον τύπο της Ελλάδας και αυτό είναι ένα παράδειγμα της μη αντίστοιχης ερμηνείας της πραγματικότητας αυτών που συμβαίνουν.

Ο πρόεδρος μας αναφέρθηκε υπέρ της Ελλάδας. Ανέφερε επί λέξη τα εξής: ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε μία δοκιμασία από πλευράς οικονομικής και πιστωτικής, αλλά οι ρωσικές εταιρείες επενδύουν στη χώρα, συνεπώς έθεσε το ρητορικό ερώτημα «γιατί εμείς να μην εξετάσουμε την περαιτέρω δημιουργία κινήτρων και ευνοϊκού επενδυτικού κλίματος και για τη Ρωσία;» δηλαδή υποστήριξε την Ελλάδα και μίλησε για την ανάγκη αναβάθμισης του επενδυτικού κλίματος και στη Ρωσία».

Απαντώντας τέλος για το αν θα ήταν διατεθειμένοι οι Ρώσοι επενδυτές να υποβάλλουν ξεχωριστή συμμετοχή στους διαγωνισμούς ΤΡΑΙΝΟΣΕ και λιμένος Θεσσαλονίκης η κ. Ματβιένκο απάντησε: «Δεν γνωρίζουμε τις λεπτομέρειες των διαδικασιών ιδιωτικοποίησης των διαγωνισμών. Εάν διεξαχθούν χωριστά η οικονομική σκοπιμότητα, άρα και το ενδιαφέρον, όχι μόνο των ρωσικών σιδηροδρόμων αλλά και άλλων εταιριών, θα υποβαθμιστεί αντιστοίχως και μπορεί να μην κρίνουν σκόπιμη τη συμμετοχή τους κάποιοι. Πρέπει λοιπόν να ενεργοποιήσουμε διαπραγματεύσεις επί αυτού του ζητήματος.

Αναλογιστείτε τι πρακτικώς και τεχνικώς σημαίνει ιδιωτικοποίηση του διαχειριστού του τροχαίου υλικού. Είναι αέρας. Τι ενδιαφέρον να παρουσιάζει μία επένδυση τέτοιου τύπου;».