Η ημέρα της »κρίσεως» του Πάπα

Loading...


Της Μαρίας Αντωνιάδου
Το «Μπάστα» του καρδιναλίου Ράτζιγκερ και οι αντιδράσεις.

Διάλογος ορθοδόξων – καθολικών για ποια λάθη θα ζητήσει συγγνώμη ο Ιωάννης-Παύλος Β´.
Την Κυριακή 12 Μαρτίου του 2000 τα μάτια δισεκατομμυρίων Ρωμαιοκαθολικών θα στραφούν στον Αγιο Πέτρο της Ρώμης. Ο πάπας Ιωάννης-Παύλος Β’ θα χοροστατήσει στην τελετή της πρώτης Κυριακής των Νηστειών.Θα προετοιμάσει τους πιστούς για την Τετάρτη των Τεφρών.
Την ημέρα κατά την οποία οι εφημέριοι, αφού κάψουν τα βάγια της προηγούμενης χρονιάς, με την τέφρα που θα δημιουργηθεί θα σχηματίσουν το σήμα του σταυρού στο μέτωπο του κάθε πιστού. Το μήνυμα ένα και μοναδικό: ο άνθρωπος είναι στάχτη ­ όπως «βοά» ο Προφήτης: «Εγώ ειμί γη και σποδός».
Ο Δούλος των Δούλων του Θεού, Διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου, Επίσκοπος Ρώμης, Μητροπολίτης Ιταλίας, Πατριάρχης της Δύσεως, Πάπας της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, Ηγεμόνας του Κράτους του Βατικανού και αντιπρόσωπος του Ιησού Χριστού επί της Γης Ιωάννης-Παύλος Β’ είναι έτοιμος για τη δική του υπέρβαση από τη ματαιότητα.

Κυριακή 12 Μαρτίου, mea culpa για τα 1.000 χρόνια μιας Εκκλησίας που συνδέθηκε άμεσα ή έμμεσα με το Σχίσμα των Εκκλησιών, τις Σταυροφορίες, τη διαμαρτυρία του Λούθηρου και τα παρεπόμενά της, την Ιερά Εξέταση, το ολοκαύτωμα των Εβραίων.

* Το φυλαγμένο μυστικό

Το κείμενο που ο Ποντίφικας θα διαβάσει παραμένει ως και σήμερα ένα καλά φυλαγμένο μυστικό καθώς το επεξεργάζονται δύο κυρίως άνθρωποι: ο ίδιος ο Πάπας, αλλά και ο καρδινάλιος Γιόζεφ Ράτζιγκερ. Επί τρία σχεδόν χρόνια ο πάπας Ιωάννης- Παύλος και το δεξί χέρι του, ο καρδινάλιος Ράτζιγκερ, δουλεύουν για την κρίσιμη ημέρα: την Τετάρτη των Τεφρών. Με απόφασή τους συστήθηκε μία ειδική επιτροπή θεολόγων, η οποία μελέτησε και συνέταξε ένα κείμενο που φέρει τον τίτλο: «Μνήμη και Συμφιλίωση: η Εκκλησία και τα σφάλματα του παρελθόντος».

Μέσα από τις 95 σελίδες που συνέγραψαν τα μέλη της επιτροπής προσπάθησαν να απαντήσουν σε ένα βασικό ερώτημα που έθεσε ο δομινικανός Θεολόγος Ζαν-Λουί Βρυγκ: «Μπορεί η τωρινή συνείδηση να αναλάβει ευθύνες για ενοχές που συνδέονται με μοναδικά ιστορικά γεγονότα, όπως οι Σταυροφορίες ή η Ιερά Εξέταση; Δεν είναι υπερβολικά εύκολο να κρίνουμε τους πρωταγωνιστές του παρελθόντος με την τωρινή συνείδηση σαν να μη βρισκόταν και η ηθική συνείδηση μέσα στον χρόνο; Και αφετέρου μπορούμε να αρνηθούμε πως η ηθική κρίση είναι πάντα επίκαιρη για τον απλό λόγο πως η αλήθεια του Θεού και οι ηθικές της ανάγκες παραμένουν για πάντα σε ισχύ;».

Το κείμενο τονίζει ότι «η Εκκλησία δεν αμαρτάνει», μπορεί όμως και πρέπει, όπως επισημαίνεται, «με μητρική αλληλεγγύη να αναλάβει το βάρος των σφαλμάτων των τέκνων της για να βοηθήσει να τα ξεπεράσουν εν μετανοία».

Οι θεολόγοι δεν προβαίνουν στην καταγραφή των ιστορικών γεγονότων, αλλά και των ονομάτων στα οποία είχαν ανάμειξη οι Προκαθήμενοι της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

Μιλώντας για τα κρεματόρια, στα οποία οδηγήθηκαν εκατομμύρια Εβραίοι, οι συντάκτες του κειμένου δεν κατονομάζουν, αλλά και δεν αποδίδουν ευθύνες στον πάπα Πίο ΙΒ’, ο οποίος κατηγορήθηκε για φιλοναζιστική στάση. Παράλληλα δηλώνουν ότι πολλοί ήταν οι καθολικοί που συμπεριφέρθηκαν θαρραλέα σε αντίθεση με «άλλους που δεν στάθηκαν στο ύψος της πίστης τους».

Το Σχίσμα των Εκκλησιών και ο τρόπος χειρισμού των θεμάτων που ανακύπτουν κυρίως από τις Σταυροφορίες, που επακολούθησαν, ίσως ήταν το ζήτημα που χρειάστηκε τον καλύτερο διπλωματικό χειρισμό. Οι θεολόγοι περιορίζονται στο να καταγράψουν ότι το Σχίσμα «βρίσκεται σε ανοιχτή αντίθεση με την ρητή βούληση του Θεού», ενώ εμμέσως καταδικάζουν «ορισμένους καθολικούς που αρέσκονται να διαιωνίζουν τις διαιρέσεις του παρελθόντος και δεν κάνουν τίποτε για να παραμερίσουν τα εμπόδια στην ενότητα».

Οσον αφορά το θέμα της Ιεράς Εξέτασης, η επιτροπή δεν αναφέρεται στα όσα φαίνεται ότι συνέβαιναν ως και τις αρχές του αιώνα που πέρασε, αλλά περιορίζεται σε αναφορές στον Μεσαίωνα.

Η Εκκλησία άλλωστε, όπως τονίζεται και στο κείμενο, ομολογεί τα αμαρτήματα των τέκνων της, αποκαθαίροντας την εικόνα της για τα λάθη τους που διαπράχθηκαν στο παρελθόν. Εχοντας τις απόψεις αυτές ως βάση, ο Πάπας θα άρει τις αμαρτίες του ρωμαιοκαθολικού παρελθόντος.

Ομως οι πρώτες αντιδράσεις είναι υπαρκτές και σημειώθηκαν από γάλλους και γερμανούς θεολόγους, οι οποίοι επέκριναν τον έντονο συγκεντρωτισμό που επέβαλε στο ήδη μοναρχικό διοικητικού σύστημα του Βατικανού ο Κάρολος Βοϊτίλα όταν εξελέγη Πάπας της Ρώμης.

Οι εκπρόσωποι των σχολών τους ήταν οι άνθρωποι που «καθοδήγησαν» τον Παύλο Στ´, αλλά και τον Ιωάννη ΚΓ´ μεταξύ άλλων στη Β´ Σύνοδο του Βατικανού, η οποία αποτέλεσε μία επανάσταση για τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, ενώ είναι κυρίως αυτοί που αμφισβητούν τη σχολαστική θεολογία που κυριάρχησε κατά τον Μεσαίωνα και θεμελίωσε το Αλάθητο του Πάπα και το Filioque.

Ο Χανς Κιουνγκ, κύριος εκφραστής της τάσης αυτής, κληθείς να σχολιάσει το κείμενο που εξέδωσαν οι συνάδελφοί του, ήταν έντονα επικριτικός: «Είναι παραπλανητικό» δήλωσε «να θεωρούνται ένοχοι μόνο τα τέκνα της Εκκλησίας και όχι οι πραγματικοί υπεύθυνοι, όπως ο Πάπας, οι επίσκοποι και οι εκκλησιαστικοί θεσμοί». «Πρόκειται» σημείωσε «απλώς για μία ρητή διατύπωση χωρίς κανένα επακόλουθο».

Ο πάπας Ιωάννης-Παύλος Β’ επί χρόνια ετοιμάζεται για την κρίσιμη ημέρα της ποιμαντορίας του: τη 12η Μαρτίου 2000. Σε αντίθεση με όλους αυτούς που πίστευαν ότι θα πεθάνει πριν από τη χαραυγή του 2000, ο ποντίφικας «αγκιστρώθηκε» από τον θρόνο του για να γραφτεί στην ιστορία του Βατικανού ως ο Προκαθήμενος που οδήγησε τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία στη νέα χιλιετία. Και αυτό το πέρασμα του ημερολογίου από τον έναν αιώνα στον άλλον και από τη μία χιλιετία στην άλλη ήθελε να συνοδευτούν από γεγονότα που δεν υπήρχαν όμοιά τους στην εκκλησιαστική ιστορία. Ετσι αποφάσισε να ζητήσει συγγνώμη για όλα τα αμαρτήματα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, ενώ ταυτόχρονα ανακοίνωσε ότι θα πραγματοποιήσει ένα ταξίδι-προσκύνημα στις περιοχές που συνδέονται με τους βίους του Αβραάμ και του Αποστόλου Παύλου.

Παρά την ασθένεια Πάρκινσον, που επί χρόνια τού δημιουργεί σημαντικά προβλήματα κίνησης, ο Ποντίφικας επισκέφθηκε ήδη το Σινά και σε λίγες ημέρες αναμένεται να επισκεφθεί και το Ισραήλ, και όσες αντιδράσεις και αν σημειώνονται με αφορμή τη συγγνώμη του, είναι έτοιμος για την ημέρα της «κρίσης» του, τη 12η Μαρτίου.

* Ο πρωταγωνιστής του παρασκηνίου

Οταν ο πάπας Παύλος ΣΤ’ κατέβαινε την κλίμακα του αεροπλάνου κάτω από το οποίο τον ανέμενε ο πατριάρχης Αθηναγόρας, οι καρδινάλιοι που τον συνόδευαν φώναζαν «Μπάστα» (που στα ιταλικά σημαίνει φτάνει, αρκετά). Στόχος τους ήταν να του δείξουν ότι για λόγους γοήτρου θα έπρεπε να ανέβει μερικές σκάλες και ο Πατριάρχης. Ο Παύλος ΣΤ’ όμως δεν σταμάτησε. Αντίθετα, αφού κατέβηκε τα σκαλοπάτια, άνοιξε τα χέρια του για να ασπαστεί τον πατριάρχη Αθηναγόρα.

Από τότε πέρασαν σχεδόν 40 χρόνια και το «Μπάστα» ακούγεται από τον Γιόζεφ Ράτζιγκερ. Τον Πρόεδρο της Επιτροπής Δόγματος του Βατικανού.

Ο πιο ισχυρός κληρικός στο Βατικανό και επί δεκαετίες δεξί χέρι του πάπα Παύλου Β’ ο καρδινάλιος Ράτζιγκερ, όπως δηλώνουν άνθρωποι που τον γνωρίζουν και έχουν συνεργαστεί μαζί του, φοβάται μήπως οι πονοκέφαλοι που προκάλεσε η διαρροή της έκθεσης που συνέταξε η επιτροπή των Θεολόγων μετατραπούν σε ημικρανίες.

Πάνω απ’ όλα όμως και πέρα απ’ όλα δεν διακινδυνεύει να εκφραστεί μία συγγνώμη που μπορεί να προκαλέσει ενίσχυση των κραδασμών που σημειώνονται τις τελευταίες δεκαετίες στο εσωτερικό της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Ταυτόχρονα δεν επιθυμεί να ενισχυθεί η αμφισβήτηση που διατυπώνουν οι πιστοί για την ολοκληρωτική διοίκηση του Βατικανού.

Στον άνθρωπο αυτόν αποδίδονται «οι συμβιβασμοί που επιτεύχθηκαν» την τελική στιγμή στη σύνταξη του κειμένου των θεολόγων. Το θέμα ωστόσο είναι αν ο Παύλος Β’ στις 12 Μαρτίου θα ακούσει το «Μπάστα» του στενού συνεργάτη του ή θα προχωρήσει όπως προχώρησε ο Παύλος Στ´.