Ένα θέλω, ένα επιθυμώ, ένα ζητώ, Χριστέ μου, να είμαι μαζί Σου

Loading...


Ν’ άγαπάμε τόν Χριστό καί μόνη έλπίδα καί φροντίδα μας νά είναι Αυτός.

Ν’ άγαπάμε τόν Χριστό μόνο γι’ αuτόν Ποτέ γιά μας. ‘Άς μας βάλει όπου θέλει.

‘Άς μας δώσει ο,τι θέλει. Νά μήν Τόν αγαπαμε γιά τά δώρα Του.

Είναι έγωισμός νά λέμε: «Θά μέ βάλει ό Χριστός σέ μία ώραία μονή, πού εχει φτιάξει. Τήν εχει έτοιμάσει ό Χριστός, τό λέει τό Ευαγγέλιο: «‘Εν τη οικία του Πατρός μου μοναί πολλαί εισίν… ‘ίνα όπου είμι έγω και ύμεις ητε»5».

Τό σωστό είναι νά λέμε: «Χριστέ μου, ο,τι θέλει ή αγάπη Σου’ αρκείνά ζω στήν αγάπη Σου» ‘Εγώ ό καημένος, τί νά σας πω … είμαι πολύ άδύνατος. Δέν εχω κατορθώσει ν’ αγαπήσω τόσο πολύ τόν Χριστό, νά Τόν λαχταρήσει ή ψυχή μου. Αίσθάνομαι ότι είμαι πολύ πίσω.

‘Έτσι τό αισθάνομαι. Δέν εχω φθάσει εκεί πού θέλω, δέν ζω αυτή τήν αγάπη. Άλλά δέν άποθαρρύνομαι. ‘Εμπιστεύομαι τήν αγάπη του Θεοϋ. Λέω στόν Χριστό:«Τό ξέρω, δέν είμαι αξιος.

Στείλε με όπου θέλει ή αγάπη Σου. Αύτό έπιθυμω, αύτό θέλω. Στή ζωή μου πάντα Σέ λάτρευα».

‘Όταν ήμουν άρρωστος βαριά καί θά εφευγα γιά τούς ουρανούς, δέν ηθελα νά σκέπτομαι τίς άμαρτίες μου. «Ήθελα νά σκέπτομαι τήν αγάπη του Κυρίου μου, του Χριοτοϋ μου, καί τήν αίωνια ζωή.

Δέν ηθελα νά εχω φόβο. ‘Ήθελα νά πάω στόν Κύριο καί νά σκέπτομαι τήν αγαθότητά Του, τήν αγάπη Του. Καί τώρα, πού πλησιάζει τό τέλος της ζωης μου, δέν εχω αγχος, αγωνία, αλλά σκέπτομαι ότι, όταν παρουσιασθώ στή

Δευτέρα Παρουσία καί μου πεϊ ό Χριστός: «Έταιρε, πως είσηλθες ώδε, μη εχων ενδυμα γάμου;»6, θά σκύψω τό κεφάλι καί θά πω: «»Ο.τι θέλεις, Κύριέ μου, ο.τι θέλει ή αγάπη Σου.

Τό ξέρω, δέν είμαι αξιος. Στείλε με όπου θέλει ή αγάπη Σου. Γιά τήν κόλαση είμαι αξιος. Καί στήν κόλαση νά μέ βάλεις, αρκεί νά είμαι μαζί Σου.

‘Ένα θέλω, ενα έπιθυμω, ενα ζητώ; νά είμαι μαζί Σου, όπου καί οπως θέλεις ‘Εσύ».

Προσπαθώ νά δοθώ στήν αγάπη καί στή λατρεία του Θεοϋ. ‘Έχω τή συναίσθηση της άμαρτωλότητος, αλλά ζω μέ τήν έλπίδα. Είναι κακό ν’ άπελπίζεσαι, διότι ό άπελπισμένος πυκραίνεται καί χάνει τήν προθυμία καί τή δύναμή σου. ‘Ενω αυτός πού ελπίζει, προχωρεϊ πρός τά έμπρός.

‘Επειδή αισθάνεται ότι είναι φτωχός, προσπαθεί νά πλουτίσει. Τί κάνει ό φτωχός; ‘Όταν είναι εξυπνος, προσπαθεί νά βρεϊ εναν τρόπο νά πλουτίσει. Παρόλο πού νιώθω ετσι άδύναμος καί δέν εχω κατορθώσει αυτό πού ποθώ, έν τούτοις δέν άπελπίζομαι. Μέ παρηγορεί, όπως σας είπα, οτι δέν παύω άπό του νά προσπαθω διαρκως.

‘Όμως δέν κάνω αυτό πού θέλω. Κάνετε προσευχή καί γιά μένα. Τό θέμα είναι οτι δέν μπορώ ν’ άγαπήσω άπόλυτα τόν Χριστό χωρίς τήν χάρι Του.

Ό Χριστός δέν άφήνει νά έκδηλωθει ή άγάπη Του, αν ή ψυχή μου δέν εχει κάτι πού νά Τόν τραβήξει. Κι ‘ίσως αυτό τό κάτι μου λείπει, γι’ αυτό παρακαλώτόν Θεό καί λέω: «Πολύ άδύνατος είμαι, Χριστέ μου.

Μόνον ‘Εσύ θά κατορθώσεις μέ τήν χάρι Σου νά μ’ άξιώσεις ετσι, σάν τόν ‘Απόστολο Παύλο πού χαιρόταν καί καυχιόταν, νά λέγω κι έγώ μαζί του: «Ζω δε ουκέτι έγώ, ζη δε έν έμοι Χριστος »7. Μ’ αυτά άσχολοϋμαι.

Προσπαθώ νά βρίσκω τρόπους ν’ άγαπήσω τόν Χριστό. Δέν χορταίνεται αυτή ή άγάπη, «0σο άγαπάεις τόν Χριστό, τόσο νομίζεις ότι δέν Τόν άγαπάεις κι όλο λαχταράεις περισσότερο νά Τόν άγαπήσεις. Χωρίς, όμως, νά τό καταλαβαίνεις, πηγαίνεις πιό ψηλά, πιό ψηλά!

Από το βιβλίο: ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΙΒΙΤΟΥ Βίος καί Λόγοι – Θ’ ΕΚΔΟΣΗ



Ετικέτες