Γέροντας Παΐσιος: Οι πολύτεκνες οικογένειες

Loading...


Ο Θεός αγαπάει και φροντίζει ιδιαίτερα τους πολυτέκνους. Σε μια μεγάλη οικογένεια δίνονται πολλές ευκαιρίες στα παιδιά να αναπτυχθούν κανονικά, εφόσον οι γονείς τους δίνουν σωστή αγωγή. Το ένα παιδί βοηθάει το άλλο. Ή μεγαλύτερη κόρη βοηθάει την μητέρα, το δεύτερο παιδί φροντίζει το μικρότερο κ.λπ. Υπάρχει αυτό το δόσιμο και ζουν μέσα σε μια ατμόσφαιρα θυσίας και αγάπης. Ο μικρός τον μεγάλο και τον αγαπά και τον σέβεται. Αυτό φυσιολογικά καλλιεργείται σε μια πολύτεκνη οικογένεια.

Γι’ αυτό, όταν στην οικογένεια είναι μόνον ένα ή δυο παιδιά, οι γονείς χρειάζεται πολύ να προσέξουν πώς θα τα μεγαλώσουν. Συνήθως κοιτάζουν να μην τους λείψει τίποτε, οπότε τα παιδιά τα έχουν όλα δικά τους και αχρηστεύονται τελείως. Πάρε μια κοπέλα μοναχοκόρη που τα έχει όλα. Έχει την υπηρέτρια, που θα της φέρει το φαγητό στην ώρα του, που θα της νοικοκυρέψει το δωμάτιο της κ.λπ. Ή υπηρέτρια πληρώνεται, αλλά καλλιεργείται κιόλας, γιατί δίνεται, προσφέρει, ενώ αυτή, αν δεν κάνη καμιά θυσία, μένει κούτσουρο, ακαλλιέργητη. Εγώ συνιστώ στους νέους να πάρουν σύζυγο από πολύτεκνη οικογένεια, γιατί τα παιδιά που μεγαλώνουν με οικονομική δυσκολία συνηθίζουν στην θυσία, επειδή σκέφτονται πώς να βοηθήσουν τους γονείς. Αυτό σπάνια το συναντάς στα καλομαθημένα παιδιά.

Αλλά και οι πολύτεκνοι γονείς έχουν πλούσια καρδιά. Θυμάμαι στην Κατοχή ήταν στην γειτονιά μας ένα παιδάκι ορφανό, που είχε μείνει τελείως μόνο του. Ένας πολύτεκνος οικογενειάρχης, με δέκα παιδιά, το λυπήθηκε, το πήρε στο σπίτι του και το μεγάλωσε και αυτό μαζί με τα δικά του παιδιά. Και ξέρετε έπειτα τι ευλογίες είχε από τον Θεό! Θα τον άφηνε ό Θεός αβοήθητο με τέτοιο φιλότιμο που, είχε;

Ένας πολύτεκνος μπορεί στις αρχές να αντιμετώπιση δυσκολίες, αλλά ό Θεός δεν θα τον αφήσει. Να σας πω και για μια άλλη περίπτωση: Ένας πολύτεκνος, που είχε έξι παιδιά, μου είπε μια φορά να κάνω προσευχή να φωτίζει ό Θεός τους νοικοκυραίους να μην τον βγάζουν από το σπίτι. Δυστυχώς, πολλοί ιδιοκτήτες, ενώ νοικιάζουν το σπίτι τους σε οικογένειες με δύο ανθρώπους και πέντε σκύλους ή γατιά, που το μουρνταρεύουν, δεν θέλουν οικογένειες με πολλά παιδιά, για να μην τους χαλάσουν δήθεν το σπίτι τους. Αυτό λοιπόν ο οικογενειάρχης είχε κουραστεί ο καημένος να τον διώχνει ο ένας ιδιοκτήτης, να μην του νοικιάζει το σπίτι του ο άλλος και να μεταφέρει τα παιδάκια του και τα πράγματα του από σπίτι σε σπίτι με πολλή αγωνία.

Εργαζόταν σκληρά, οικονομούσε τα απαραίτητα για την οικογένεια του και δεν έκανε παζάρια για το ενοίκιο, αρκεί να τον άφηναν οι ιδιοκτήτες να μείνει λίγα χρόνια, για να μην ταλαιπωρούνται με τις μετακομίσεις. Όταν τα άκουσα αυτά, τον πόνεσα και του είπα: «Μη στενοχωριέσαι ο Θεός έχει στον λογαριασμό Του και τα δικά σου παιδιά. Αυτός είναι ο Δημιουργός που δίνει στα παιδιά το κυριότερο, την ψυχή, ενώ εσύ με την σύζυγο, σαν συνδημιουργοί, δίνετε το σώμα. Επομένως ο Θεός ενδιαφέρεται πιο πολύ από σας για τα παιδιά σας». Δεν πέρασαν δύο-τρεις μήνες, έρχεται χαρούμενος και μου λέει: «Δόξα τω Θεώ, ό Θεός μου οικονόμησε και σπίτι και μου περισσεύουν και αρκετά χρήματα». Τον ρώτησα τι συνέβη και μου διηγήθηκε το εξής περιστατικό:

«Πηγαίνοντας για το χωριό μου, κάθισα λίγο στο πρακτορείο, μέχρι να έρθει ή ώρα να φυγή το λεωφορείο. Με πλησιάζει λοιπόν ένας λαχειοπώλης και μου λέει να πάρω λαχεία. Εγώ, επειδή είχα την αρχή ως Χριστιανός να μην παίρνω λαχεία, του είπα ότι δεν ήθελα. Όταν όμως είδα τον λαχειοπώλη να φεύγει, σκέφτηκα μήπως είχε μεγάλη ανάγκη, γι’ αυτό τον φώναξα πάλι και έβγαλα χρήματα να του πληρώσω ένα λαχείο, χωρίς να το πάρω. Μα ο λαχειοπώλης ήταν φιλότιμος και δεν το δέχθηκε αυτό. Πάλι στενοχωρήθηκα και, επειδή ήθελα να τον βοηθήσω, του είπα: «Δώσ’ μου ένα λαχείο• ίσως μου χρειασθεί». Και αγόρασα ένα λαχείο με σκοπό να χάρη ο άλλος και εγώ να στενοχωρηθώ και λίγο, που παρέβηκα το τυπικό μου. Εκείνο λοιπόν το λαχείο κέρδισε ένα μεγάλο ποσό, αγόρασα σπίτι και μου περίσσεψαν και χρήματα, για να μεγαλώσω τα παιδιά μου. Έμαθα και που έμενε ο λαχειοπώλης και πήγα αθόρυβα και του άφησα στην θυρίδα του έναν φάκελο με αρκετά χρήματα, επειδή ήξερα πώς δεν θα τα δεχόταν, εάν του τα έδινα στα χέρια». Είναι φοβερό πώς ενεργεί στους φιλότιμους ή αγάπη του Θεού! (σ. 73-76).

Οι εκτρώσεις είναι φοβερή αμαρτία.

Γέροντα, κάποια κυρία σαράντα χρόνων, που έχει μεγάλα παιδιά, είναι έγκυος τριών μηνών. Ό άνδρας της την απειλεί πώς, αν δεν κάνη έκτρωση, θα την χωρίσει.

Αν κάμει έκτρωση, θα την πληρώσουν τα άλλα παιδιά τους με αρρώστιες και ατυχήματα Σήμερα οι γονείς σκοτώνουν τα παιδιά με τις εκτρώσεις και δεν έχουν την ευλογία του Θεού. Παλιά, αν γεννιόταν ένα παιδάκι άρρωστο, το βάπτιζαν, πέθαινε αγγελούδι, και ήταν πιο ασφαλισμένο.

Είχαν οι γονείς και άλλα γερά παιδιά, είχαν και την ευλογία του Θεού. Τώρα γερά παιδιά τα σκοτώνουν με τις εκτρώσεις και διατηρούν στην ζωή άλλα που είναι αρρωστημένα. Τρέχουν οι γονείς στην Αγγλία, στην Αμερική να τα θεραπεύσουν. Και συνεχίζεται μετά να γεννιούνται πιο άρρωστα, γιατί και αυτά, αν ζήσουν και κάνουν οικογένεια, μπορεί να γεννήσουν πάλι άρρωστα παιδιά, οπότε τι βγαίνει; Ενώ, αν γεννούσαν μερικά παιδιά, δεν θα έτρεχαν τόσο πολύ για το ένα, το άρρωστο. Θα πέθαινε και θα πήγαινε αγγελούδι.

– Γέροντα, διάβασα κάπου ότι κάθε χρόνο γίνονται σε όλο , τον κόσμο πενήντα εκατομμύρια εκτρώσεις και διακόσιες χιλιάδες γυναίκες πεθαίνουν από τις αμβλώσεις που κάνουν.

– Σκοτώνουν τα παιδιά, γιατί λένε ότι, αν πληθύνει ό κόσμος, δεν θα έχουν να φάνε, να συντηρηθούν οι άνθρωποι. Τόσες ακαλλιέργητες εκτάσεις υπάρχουν, τόσα δάση, που σε λίγο χρόνο, με τα μέσα που υπάρχουν σήμερα, μπορούν να τα κάνουν λ.χ. ελαιώνες και να τα δώσουν στους ακτήμονες. Δεν είναι ότι θα κοπούν τα δένδρα και δεν θα υπάρχει οξυγόνο, γιατί πάλι δένδρα θα μπουν. Στην Αμερική καινε το σιτάρι και εδώ στην Ελλάδα πετούν τα φρούτα κ.λπ. στην χωματερή, και εκεί στην Αφρική οι άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα. Όταν στην Αβησσυνία πέθαιναν οι άνθρωποι από πείνα, γιατί είχε πολλή ανομβρία, είχα πει σε κάποιον γνωστό μου εφοπλιστή, που βοηθάει σε τέτοιες περιπτώσεις, να πάει στην χωματερή και να παρακάλεση να φόρτωση κανένα πλοίο να τα πάει εκεί δωρεάν. Με κανέναν τρόπο δεν του έδωσαν.

Πόσες χιλιάδες έμβρυα σκοτώνονται κάθε μέρα!

– Η έκτρωση είναι φοβερή αμαρτία. Είναι φόνος, και μάλιστα πολύ μεγάλος φόνος, για τι σκοτώνονται αβάπτιστα παιδιά. Πρέπει να καταλάβουν οι γονείς ότι ή ζωή αρχίζει από την στιγμή της συλλήψεως.

Μια νύχτα ό Θεός επέτρεψε να δω ένα φοβερό όραμα, που με πληροφόρησε γι αυτό το θέμα! Ήταν βράδυ, Τρίτη της Διακαινησίμου το 1984. Είχα ανάψει δυο κεράκια μέσα σε δυο τενεκεδάκια, όπως συνηθίζω να κάνω, ακόμη και όταν κοιμάμαι, για όλους όσους πάσχουν ψυχικά και σωματικά. Σ’ αυτούς συμπεριλαμβάνω ζώντες και κεκοιμημένους. στις δώδεκα τα μεσάνυχτα, εκεί που έλεγα την Ευχή, βλέπω ένα μεγάλο χωράφι περιφραγμένο με μια μάνδρα, σπαρμένο με σιτάρι που μόλις άρχιζε να ψηλώνει. Εγώ στεκόμουν έξω από το χωράφι, άναβα κεριά για τους κεκοιμημένους και τα στερέωνα πάνω στον τοίχο της μάνδρας. Αριστερά ήταν ένας ξερότοπος, γεμάτος βράχους και κρημνούς, που σειόταν συνέχεια από μία δυνατή βοή από χιλιάδες σπαραχτικές φωνές, που σου σπάραζαν την καρδιά. Και ό πιο σκληρός άνθρωπος, αν τις άκουγε, ήταν αδύνατο να μη συγκλονισθεί. Ενώ υπέφερα από τις σπαραχτικές φωνές και αναρωτιόμουν από που προέρχονται και τι σημαίνουν όλα αυτά που έβλεπα, άκουσα μια φωνή να μου λέει: «Το χωράφι με το σπαρμένο σιτάρι, που δεν έχει ακόμη ξεσταχυάσει, είναι το Κοιμητήρι με τις ψυχές των νεκρών που θα αναστηθούν. Στον τόπο δε που σείεται από τις σπαραχτικές φωνές βρίσκονται οι ψυχές των παιδιών που έχουν σκοτωθεί με τις εκτρώσεις»! Έπειτα από αυτό το όραμα μου ήταν αδύνατο να συνέλθω από τον μεγάλο πόνο που δοκίμασα για τις ψυχές εκείνων των παιδιών. Ούτε να ξαπλώσω μπορούσα, για να ξεκουραστώ, παρόλο που ήμουν κατάκοπος εκείνη την ήμερα

– Γέροντα, μπορεί να γίνει κάτι, ώστε να αρθεί ο νόμος για τις εκτρώσεις;
Μπορεί, αλλά χρειάζεται να κινηθεί ή Πολιτεία, ή Εκκλησία κλπ., ώστε να ενημερωθεί ο κόσμος για τις συνέπειες που θα έχει ή υπογεννητικότητα. Οι Ιερείς να εξηγήσουν στον κόσμο ότι ο νόμος για τις εκτρώσεις είναι αντίθετος προς τις εντολές του Ευαγγελίου. Οι γιατροί πάλι από την δική τους πλευρά να μιλήσουν για τους κινδύνους που διατρέχει ή γυναίκα που κάνει έκτρωση. Βλέπεις, οι Ευρωπαίοι είχαν την ευγένεια και την άφησαν κληρονομιά και στα παιδιά τους.

‘Εμείς είχαμε τον φόβο του Θεού, αλλά τον χάσαμε και δεν τον αφήσαμε κληρονομιά στην επόμενη γενιά, γι’ αυτό τώρα νομιμοποιούμε τις εκτρώσεις, τον πολιτικό γάμο…Όταν παραβαίνει ένας άνθρωπος μια εντολή του Ευαγγελίου, ευθύνεται μόνον αυτός. Όταν όμως κάτι που αντίκειται στις εντολές του Ευαγγελίου γίνεται από το κράτος νόμος, τότε έρχεται ή οργή του θεού σε όλο το έθνος, για να παιδαγωγηθεί (σ. 76—78).

Εγκυμοσύνη και θηλασμός.

Ή ανατροφή του παιδιού αρχίζει από την εγκυμοσύνη. ‘Αν ή μητέρα που κυοφορεί συγχύζεται και στενοχωριέται, το έμβρυο μέσα στην κοιλιά της ταράζεται. Ενώ, όταν ή μάνα προσεύχεται και ζει πνευματικά, το παιδάκι στην κοιλιά της μάνας αγιάζεται. Γι’ αυτό ή γυναίκα, όταν είναι έγκυος, πρέπει να λέει την Ευχή, να μελετάει λίγο από το Ευαγγέλιο, να ψάλει, να μην έχει άγχος, αλλά και οι άλλοι να προσέχουν να μην την στενοχωρούν. Τότε το παιδί που θα γεννηθεί θα είναι αγιασμένο και οι γονείς δεν θα έχουν πρόβλημα μαζί του, ούτε όταν είναι μικρό, ούτε όταν μεγαλώσει.

Ύστερα, όταν γεννηθεί το παιδί, πρέπει να το θηλάσει, όσο πιο πολύ μπορεί. Το μητρικό γάλα δίνει υγεία στα παιδιά. Με τον θηλασμό τα παιδιά δεν θηλάζουν μόνο γάλα• θηλάζουν και αγάπη, στοργή, παρηγοριά, ασφάλεια, και αποκτούν έτσι δυνατό χαρακτήρα. Άλλα και την ίδια την μητέρα την βοηθάει ό θηλασμός. Όταν οι μητέρες δεν θηλάζουν τα παιδιά, δημιουργούνται ανωμαλίες στον οργανισμό τους, που μπορεί να οδηγήσουν σε μαστεκτομές.

Παλιά μια μητέρα μπορεί να θήλαζε και το παιδί της γειτόνισσας, αν δεν είχε γάλα.

Τώρα πολλές μητέρες βαριούνται να θηλάσουν ακόμη και τα δικά τους παιδιά. Ή μάνα που τεμπελιάζει και δεν θηλάζει το παιδί, μεταδίδει τεμπελιά και στο παιδί. Παλιά τα κουτιά με το συμπυκνωμένο γάλα είχαν απ’ έξω μια μάνα που κρατούσε στην αγκαλιά της ένα παιδάκι. Τώρα έχουν μια μάνα που κρατάει κάτι λουλούδια! Δεν θηλάζουν οι μάνες τα παιδιά, οπότε τα παιδιά μεγαλώνουν απαρηγόρητα Ποιος θα τους δώσει στοργή και αγάπη; Το κουτί με το γάλα της αγελάδας; Θηλάζουν από το «παγωμένο» μπουκάλι και παγώνει ή καρδιά τους. «Ύστερα, όταν μεγαλώσουν, ζητούν παρηγοριά στο μπουκάλι, στις ταβέρνες. Πίνουν, για να ξεχάσουν το άγχος, και γίνονται αλκοολικά. Αν δεν πάρουν στοργή τα παιδιά, δεν θα έχουν να δώσουν στοργή, και πάει σχοινί-κορδόνι. Έρχονται μετά οι μανάδες: «Κάνε προσευχή, πάτερ! Χάνω το παιδί μου» (σ. 84-85)