Ο Τρικαλινός Ιερομόναχος Χαρίτων ο Αγιορείτης (1836-1906)

Loading...


του Γεωργίου Στ. Αποστολάκη, Προέδρου Εφετών

Ο βίος του
Ελάχιστα είναι γνωστός στην πατρίδα του ο περίφημος και περιβόητος στα χρόνια του παπα-Χαρίτων ο πνευματικός που ασκήθηκε στο Άγιον Όρος. Θεωρούνταν και ήταν μεγάλο πνευματικό ανάστημα, ισάξιος των παλιών νηπτικών πατέρων και γνήσιο τέκνο των Κολλυβάδων.

Από την (ανέκδοτη δυστυχώς ακόμη) αυτοβιογραφία του που φυλάσσεται σε χειρόγραφο στη βιβλιοθήκη της Ιεράς Σκήτης Καυσοκαλυβίων Αγίου Όρους γνωρίζουμε ότι ο όσιος αυτός ασκητής γεννήθηκε στις 14 Δεκεμβρίου 1836 στο Μεγάλο Κεφαλόβρυσο Τρικάλων (Μεγάλο Μέρτσιο ονομαζόταν τότε). Ήταν γιος του ιερέα  του χωριού και όταν βαφτίσθηκε έλαβε το όνομα Χαράλαμπος. Το κοσμικό του επώνυμο ήταν «Παπαδόπουλος» ή «Παπαγεωργόπουλος». Σπούδασε στα Τρίκαλα κατά τα έτη 1844 έως 1852.

Μέσα του όμως έκαιγε ο πόθος του μοναχικού βίου που τον ωθούσε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια. Να πώς ο Κύριος οικονόμησε τη σωτηρία του:

«Ο πατέρας μου, έλεγε, ήταν ιερέας και είχε έργο πολύ βαρύ και δύσκολο στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και μάλιστα λίγο μετά την επανάσταση του ’21. Με έπαιρνε, όταν ήμουν ηλικίας δέκα έως δώδεκα χρονών, μαζί του να τον βοηθήσω να κάνει τις θείες λειτουργίες σε χωριά μακριά από το δικό μας. Περνούσαμε τη νύχτα με φόβο και τρόμο από το νεκροταφείο ενός χωριού που ήταν πολλοί Τούρκοι κάτοικοι.

»Στο κεφαλοχώρι αυτό, όταν περνούσαμε από το τούρκικο νεκροταφείο, βλέπω πάνω σε κάθε τάφο να κάθεται και ένα σκυλί. Από τα σκυλιά αυτά άλλο είχε για στρώμα ένα ωραίο χαλί, άλλο κάθονταν πάνω σε μαξιλαράκι, άλλο σε ένα κουρέλι και άλλο τελείως κάτω στο χώμα και τις λάσπες, κι όλα έτρεμαν από το κρύο.

»Βλέποντας αυτά εγώ, καθόμουν και χάζευα.  Εν τω μεταξύ ο πατέρας μου φεύγοντας νόμιζε πως εγώ τον ακολουθώ κι έτσι είχε αρκετά απομακρυνθεί. Σαν είδε πως δεν πήγαινα κοντά του, γύρισε και με βρήκε να παρατηρώ τους τάφους.

»Στην ερώτηση γιατί παρέμεινα εκεί, του διηγήθηκα αυτά τα παράξενα και περίεργα πράγματα που συνέβαιναν στους τάφους των Τούρκων.

»Ο πατέρας μου, ο οποίος δεν έβλεπε τίποτε απ’ αυτά που εγώ είδα, μου εξήγησε πως όταν πεθαίνει ο άνθρωπος, το σώμα θάβεται στη γη, αλλά η ψυχή πηγαίνει στο δίκαιο Κριτή να δώσει λόγο για τις πράξεις που έκαμε στη ζωή με το σώμα εδώ στη γη. Και ανάλογα με τα έργα του ο καθένας θα πληρωθεί. Γι’ αυτό τα σκυλιά που βλέπεις να κοιμούνται πάνω στους τάφους είναι οι ψυχές των Τούρκων που είναι άπιστοι  γιατί δεν πίστεψαν στη μόνη πραγματική και αληθινή θρησκεία των Χριστιανών, αλλά επειδή σ΄ αυτή την ψεύτικη θρησκεία που διδάχθηκαν μένουν πιστοί, όπως πιστά μένουν τα σκυλιά στα αφεντικά τους, έτσι και αυτών η ψυχή πήρε τη μορφή σκύλου. Και επειδή μερικοί απ’ αυτούς στη ζωή τους μπορεί να είχαν κάνει καλά έργα και κοινωφελείς πράξεις, ο Θεός σαν δίκαιος που είναι δίνει στη ψυχή τους μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία που θα γίνει η τέλεια κρίση και ανταπόδοση σε όλους τους ανθρώπους, δίνει και σ΄ αυτούς από τώρα μερική απόλαυση. Γι’ αυτό και βλέπεις άλλα σκυλιά να είναι πάνω σε χαλιά, άλλα σε απλό πανί και άλλα κάτω στη γη.

»Όταν άκουσα αυτά από τον πατέρα μου, γεννήθηκε μέσα μου η ιδέα πώς καιμε ποιο τρόπο θα σώσω την ψυχή μου. Έτσι μετά από τα πρώτα σχολικά γράμματα, σαν έγινα παλικάρι είκοσι χρόνων, έφυγα κρυφά από τους γονείς μου και πήγα για λίγο στα βράχια των Μετεώρων………»

Στα Άγια Μετέωρα ο Χαράλαμπος πήγε το 1854 σε ηλικία 18 ετών. Εκεί έμεινε τρία έτη.[3] Το 1857 αναχώρησε για το Άγιο Όρος όπου έγινε ρασοφόρος μοναχός το 1862 και έλαβε το όνομα Χαρίτων. Το 1865 αναχώρησε και πάλι για τους Αγίους Τόπους και το Σινά, όπου έγινε σταυροφόρος μοναχός. Στην αρχαία και ιστορική μονή του Σινά έμεινε πέντε έτη. Ασχολήθηκε με την καλλιγραφική αντιγραφή χειρόγραφων από τη σπουδαία βιβλιοθήκη της Μονής. Το διακόνημα αυτό φυσικά πλούτισε τις γνώσεις του φιλομαθούς πατρός Χαρίτωνος. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η φιλομάθειά του τον ανάδειξε συν τω χρόνω σε λόγιο. Στα σπουδαία μοναστικά κέντρα που ασκήθηκε (Άγια Μετέωρα, Σινά και Άγιον Όρος) οι βιβλιοθήκες είναι πλούσιες. Αντιγράφοντας και διαβάζοντας με επιμέλεια, αφομοίωσε πλήθος γνώσεως από τις χειρόγραφες πηγές τους και από άλλα σπάνια παλαίτυπα βιβλία. Σε εκατό ανέρχονται τα χειρόγραφα βιβλία που αντέγραψε ο ίδιος. Σε μερικά (λ.χ. στο Μέγα Γεροντικό και το Λαυσαϊκό)  όχι μόνον έκανε συμπληρωματικές παρεμβάσεις αλλά πρόσθεσε και προοιμιακά κείμενα δικά του, τα οποία καταδεικνύουν την λογιότητα και την εγγραματοσύνη του.

Το 1870 επέστρεψε και πάλι στο Άγιο Όρος. Εγκαταστάθηκε στη σκήτη του Αγίου Βασιλείου, στους πρόποδες του όρους Άθω, όπου έμεινε για δύο έτη. Το 1872 πήγε στο κελί του Αγίου Νείλου, κοντά στην Ιερά Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, όπου εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός. Χειροτονήθηκε επίσης ιερέας. Το διάστημα από 1873 μέχρι 1877 κοινοβίασε στην Ιερά Μονή  Κωνσταμονίτου. Εκεί έγινε πνευματικός. 

Σημαντική για την πνευματική του εξέλιξη είναι η περίοδος 1877 μέχρι 1880 που εντάχθηκε στη συνοδεία του περίφημου ασκητή και Άγιου Γέροντα Χατζηγεώργη. Έζησε ως υποτακτικός του στην Κερασιά της Μεγίστης Λαύρας.  Το 1880 ξαναγύρισε στη Σκήτη του Αγίου Βασιλείου, όπου έμεινε μέχρι το 1887. Τη διετία 1887-1889 ασκήθηκε στο Κελί του Αγίου Αρτεμίου κοντά στον Άγιο Νείλο. 

«… Η Γεροντία της Μεγίστης Λαύρας, συνεχίζει διηγούμενος ο παπα-Χαρίτων, με υποχρέωσε να έλθω εδώ στη Σπηλιά του αγίου Αθανασίου στη Βιγλα διότι ήταν μεγάλη ανάγκη να έχει το ησυχαστικό Κάθισμα και Προσκύνημα αυτό Πνευματικό, εφόσον είχε  κοιμηθεί εν Κυρίω ο προκάτοχός μου Πνευματικός κυρ-Νικηφόρος.

»Εδώ στη Σπηλιά πολύ σκληρά πολεμήθηκα από τον πολυμήχανο εχθρό του ανθρωπίνου γένους, τον Διάβολο. Όπως βλέπε κι εσείς παιδιά μου, έλεγε, κάθε μέρα εξακολουθεί να μας πειράζει και τώρα, ρίχνει βράχια στη Σπηλιά μπροστά για να μας σκοτώσει, αλλά επειδή δεν έχει εξουσία δεν έχει την άδεια από τον Θεό, δεν μπορεί να μας βλάψει.

»Γι΄ αυτό παιδιά μου μη φοβείσθε το Διάβολο διότι δεν μπορεί να σας πειράξει περισσότερο από την αντοχή και τη δύναμη που έχετε λάβει από το Θεό…»

Έτσι με συμβουλές και νουθεσίες στήριζε στην αρετή όχι μόνον τους υποτακτικούς του, αλλά και όλους όσοι τον επισκέπτονταν. Κι αυτός στη ζωή του εκεί στη Σπηλιά όσα χρόνια έμεινε ουδέποτε έφαγε λάδι ή αρτυμένο φαγητό μέχρις ότου παρέλαβε Κύριος ο Θεός την αγνή ψυχή του στη Βασιλεία των Ουρανών σε αρκετά μεγάλη ηλικία.

Στο Σπήλαιο του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη ο παπα-Χαρίτων ασκήθηκε 17 έτη, από το 1889 μέχρι το τέλος του βίου του το 1906. Εκεί κυρίως έδρασε και απέκτησε φήμη ως πνευματικός. Απέκτησε τετραμελή συνοδεία. Γνωστοί είναι ο παπα-Κοσμάς που τον διαδέχθηκε στη Σπηλιά, ο διακο-Δαμιανός, κατά σάρκα αδελφός αυτού (από την Τήνο), και ο μοναχός Αθανάσιος (από τη Δάφνη Καλαβρύτων). Στο Σπήλαιο συνέχισε παράλληλα και το προσφιλές έργο της αντιγραφής χειρογράφων. 

Στο σπήλαιο του αγίου Αθανασίου στο σεισμό του 1905 η συνοδεία του παπα-Χαρίτωνα διασώθηκε με τρόπο θαυμαστό. Οι πατέρες είχαν συνήθεια να εγείρονται  την έκτη ώρα του μεσονυκτίου και να διαβάζουν την ακολουθία τους. Τη νύχτα όμως του σεισμού ο Γέροντας παπα-Χαρίτων, φωτισμένος από το Θεό σηκώθηκε μισή ώρα νωρίτερα και εισήλθε στο σπήλαιο, όπου είναι ναός της Θεοτόκου. Τα οικήματα των ησυχαστών είναι έξω από το σπήλαιο στην κυριολεξία πάνω στο χείλος του γκρεμού. Έτσι ο Θεός οικονόμησε των σωτηρία της συνοδείας του παπα-Χαρίτωνα. Αφού λοιπόν οι πατέρες εισήλθαν στο Ναό και άρχισαν με κατάνυξη να κάνουν την ακολουθία τους, εκείνη ακριβώς την ώρα άρχισε να σείεται όλο το σπήλαιο. Ογκωδέστατοι λίθοι έπεσαν από μεγάλο ύψος με κρότο και φαινόταν ότι όλο το όρος είχε διαρρηγεί σαν από κρατήρα ηφαιστείου. Καπνοί, κονιορτοί και  δυνατή οσμή από την προστριβή των αλλεπάλληλων βράχων έδιναν την εντύπωση ότι το παν είχε χαθεί. Οι λίθοι παρέσυραν και τα οικήματα των μοναχών που ήσαν έξω από το σπήλαιο και τα γκρέμισαν στη θάλασσα που είναι σε 300 μέτρα βάθος σε μέρος πολύ κατωφερές και απόκρημνο. Όμως η Κυρία Θεοτόκος, εισάγοντας νωρίτερα τα τέκνα της στο ναό του σπηλαίου, σκέπασε αυτούς και τους διάσωσε αβλαβείς. Όταν ξημέρωσε, οι πατέρες ξεθάρρεψαν και βγήκαν από το σπήλαιο για να δουν την κατάσταση. Αμέσως ευχαρίστησαν την Παναγία για τη θαυμαστή διάσωσή τους. Οι πατέρες της Μεγίστης Λαύρας όταν συνήλθαν από το σεισμό, έστειλαν μερικούς  με ζώα και ιερέα για  παράσχουν βοήθεια στους πατέρες του σπηλαίου. Όταν έμαθαν τι έγινε, θαύμασαν και δόξασαν το Θεό.

Ο παπα-Χαρίτων κοιμήθηκε στις 14 Αυγούστου 1906.

Ο υποτακτικός του άφησε την παρακάτω ιδιόγραφη σημείωση:

«Το έτος 1906 Αυγούστου 14 ο μακάριος ούτος πνευματικός παπα-Χαρίτων Παπαγεωργόπουλος ανεπαύθη εν Κυρίω άγων το εβδομηκοστόν έτος της ηλικίας του. Ήτο σεβαστός εις την θεωρίαν και λίαν πεπαιδευμένος και έμπειρος της θείας Γραφής. Το γένειόν του ήτο κατάλευκον και μακρύ έως την οσφύν του και ενάρετος πολύ. Η δε πατρίς του ήτο το χωρίον Μεγάλο Μέρτσιον από τα Τρίκαλα της Θεσσαλίας. Ο θάνατος αυτού ελύπησεν πάντας του μοναχούς Αγιορείτας, διότι είχαν αυτόν πνευματικόν τους πατέρα.

«Θλίψις, χαρά και βάσανα ενταύθα τελευτώσιν,
μόνον δε τα καλά έργα εις τον αιώνα ζώσι.
Πλούτος, δόξα και αξιώματα προς τούτοις ματαιότης,
αγάπη δε υπομονή, ταπείνωση όντως μακαριότης».

Απεβίωσεν και ετάφη ούτος εν των Σπηλαίω του Αγίου Αθανασίου».

Μετά την κοίμησή του η συνοδεία του δεν μπόρεσε να μείνει για πολύ ακόμη στη Σπηλιά του Αγίου Αθανασίου. Οι πατέρες επιθυμούσαν τόπο περισσότερο ησυχαστικό και στη Σπηλιά πήγαινε πολύς κόσμος από τη Λαύρα, κατάσταση που ενοχλούσε αφάνταστα όλη τη συνοδεία. Αποφάσισαν λοιπόν να εγκατασταθούν στα Καυσοκαλύβια, όπου κτίσανε ναό επ΄ ονόματι του «Ακαθίστου Ύμνου».

Τα χαρίσματά του
Ο μακάριος παπα-Χαρίτων, το μυρίπνοο αυτό άνθος της ερήμου του Αγίου όρους, υπήρξε φωτισμένη και πολυτάλαντη προσωπικότητα.

Μέγας ησυχαστής και μύστης της νοεράς προσευχής. Οι συχνές μετακινήσεις του δεν οφείλονταν σε αστάθεια του χαρακτήρα του.  Ήσαν αποτέλεσμα της μεγάλης του επιθυμίας για εξασφάλιση περισσότερο ησυχαστικών όρων διαβίωσης, ασκήσεως και προσευχής. Κατά την ενάσκησή του σε τόσο σπουδαία μοναστικά κέντρα (Άγια Μετέωρα, Σινά, Άγιον Όρος)  εντρύφησε ως πνευματική μέλισσα στο ασκητικό νέκταρ των λουλουδιών των περιβολιών αυτών. Η μαθητεία του κοντά στον άγιο ησυχαστή του Άθωνα, τον Χατζηγιώργη (+1886) όχι μόνον πλούτισε τη ψυχή του με αρετές, αλλά κυρίως  τον προετοίμασε για το μεγάλο έργο της ποιμάνσεως ψυχών.

Υπήρξε άριστος και εμπειρότατος πνευματικός που κυριολεκτικά «άφησε εποχή» για το έργο αυτό. Βοήθησε, καθοδήγησε και ανάπαυσε πολυάριθμες ψυχές. Συχνά τον προσκαλούσαν να εξομολογήσει στις Ιερές Μονές Αγίου Παντελεήμονος (Ρωσικού), Κουτλουμουσίου, Κωνσταμονίτου κ.α.

Ήταν λόγιος και φιλομαθής, όπως σημειώθηκε. Σε εκατό ανέρχονται τα χειρόγραφα που ο ίδιος αντέγραψε. Εκτός από την αυτοβιογραφία του έγραψε το Γεροντικό του Αγίου Όρους, Σινά και Μετεώρων, το οποίο ευχής έργον θα ήταν να εκδοθεί κάποτε. Όλα τα βιβλία και τα χειρόγραφα του παπα-Χαρίτωνα φυλάσσονται στη βιβλιοθήκη του Κυριακού της Ιεράς Σκήτης των Καυσοκαλυβίων, στην οποία τα δώρισε ο τελευταίος από τους μαθητές του μοναχός Αθανάσιος. Στη βιβλιοθήκη του υπάρχουν και αρκετά βιβλία του Αγίου Νεκταρίου, από τα οποία δύο έχουν την ιδιόχειρη αφιέρωση του αγίου στον παπα-Χαρίτωνα.[12] Ήταν επίσης και σπουδαίος υμνογράφος. Ως άριστος γνώστης του εκκλησιαστικού τυπικού άφησε πλήθος τυπικές διατάξεις για μεγάλες εορτές. Ανθολόγησε ή συμπλήρωσε ο ίδιος πολλές Ακολουθίες και συνέθεσε άλλες απαρχής. Έτσι  συνέγραψε 12 Μηναία που βρίσκονται σε χειρόγραφα στην ίδια βιβλιοθήκη. Έγραψε και ένα άλλο ποιητικό έργο, το «Ταξίδι στους ουρανούς» με μεστά από πνευματικό περιεχόμενο τροπάρια. Περιέχουν συμβουλές, πνευματικά παραγγέλματα και εντολές.

Δείγμα του υμνογραφικού έργου του παπα-Χαρίτωνα αποτελούν τα παρακάτω τροπάρια από το «Ταξίδι στους ουρανούς».
Ήχος α΄ . Των ουρανίων ταγμάτων.

Την αγρυπνίαν αγάπα, νηστείαν δάκρυα,
ευχάς και ψαλμωδίας, και Γραφών την μελέτην,
γενού ταπεινόφρων και γαληνός, και τον τύφον απόρριπτε,
μη σε νικήση ο φθόνος και των παθών, ακρασία η ψυχόλεθρος.
Υπακοήν πάσαν έχε, τω προεστώτι σου,
αγάπην τε προς τούτον, και προς πάντας εξ ίσου,
τους αδελφούς γνησίαν ω μοναχέ, και μηδόλως αντίλεγε,
τοις επιτάγμασι τούτου ιν΄ εκ Θεού, μαρτυρίου λάβης στέφανον.
Μη επιλάθου του ψάλλειν, ώρας μεσώρια,
την πρώτην και την τρίτην, έκτην και την ενάτην,
τα τυπικά συνήθως, εσπερινόν και απόδειπνον όρθον τε,
και εν νυκτί και ημέρα την του Θεού, μνήμην έχε εν καρδία σου.
Όταν ακούσης σημάντρου, δράμε ως έλαφος,
εις τον ναόν Κυρίου, και προσεύχου και ψάλλε,
πρόσχες μη εξέλθης εκ του ναού, πριν απόλυσις γένηται,
και εν νυκτί και ημέρα της φοβεράς, του Χριστού δίκης μνημόνευε.
Αεί σαυτόν εκβιάζου, ίνα σωθής αδελφέ,
Παρασκευή Τετράδι και Δευτέρα επίσης,
έσθιε εφ΄ άπαξ άρτον ξηρόν, και το ύδωρ σου μέτριον,
πίνε Θεώ ολοψύχως ευχαριστών, και της θείας επιτεύξη τρυφής.
Εξομολόγησιν ποίει, των πονηρών λογισμών,
κακών απέχου πάντων, την μετάνοιαν πόθη,
δίωκε ταχέως το πονηρόν, της πορνείας ενθύμιον
και ταύτα πάντα φυλάξας ω μοναχέ, κατοικήσης εις Παράδεισον.
Χρημάτων όλων φροντίδα, ποίει μηδέποτε,
ούτε των εδεσμάτων ούτε των ιματίων,
πλην των αναγκαίων και ικανών, προς την σύστασιν σώματος,
έχε δε μέριμναν μόνην εν ση ψυχή, Παραδείσου της τερνότητος.
Ο ποιητής των απάντων, Χριστός ο Κύριος,
δια την σωτηρίαν, των ανθρώπων κατήλθεν,
εξ ύψους ουρανίου επί της γης, και γενόμενος άνθρωπος,
οδόν αρίστην υπέδειξεν τοις βροτοίς, σωτηρίας επιτεύξασθαι.

Θαυματουργική ενέργεια μετά την κοίμηση του παπα-Χαρίτωνα
«Λίγο μετά το θάνατο του Παπα-Χαρίτωνα, ένας αδελφός από τη συνοδεία του, ο Αθανάσιος, έπαθε δηλητηρίαση. Ο παπα-Κοσμάς, επειδή δε γνώριζε τι να κάνει, πήγε στον τάφο του πεθαμένου Γέροντά του και με δάκρυα στα μάτια έκανε τρεις μετάνοιες και είπε:

-«Γέροντα, ο Αθανάσιος αρρώστησε και πεθαίνει, πες μου σε παρακαλώ τι να κάνω;»

Τότε απότομα γέμισε ο τόπος από φως. Ήταν νύχτα και έφεξε ο τόπος. Αμέσως παρουσιάζεται μπροστά του η μορφή του Γέροντα και πνευματικού του Χαρίτωνα και τον ρώτησε:

-«Τι θέλεις; Τι συμβαίνει και κλαις και φωνάζεις; Δώστου ένα γαρύφαλλο να φάει και θα γίνει καλά. Δεν έχει τίποτε».

Ο παπα-Κοσμάς έτρεξε, πήρε δύο γαρύφαλλα, τα έδωσε στον ασθενή, ο οποίος έφαγε μόνο το ένα και έγινε αμέσως καλά. Πέρασαν όλοι οι πόνοι που τον ενοχλούσαν και κυριολεκτικά σφάδαζε.

Ο παπα-Κοσμάς τότε θυμήθηκε ότι ο Γέροντάς του ήταν προ πολλού πεθαμένος. Πώς λοιπόν παρουσιάσθηκε μπροστά του και συνομίλησε μαζί του; Τρέχει αμέσως στον τάφο και άρχισε από τη χαρά  και τη συγκίνηση να φωνάζει και να ευχαριστεί το Γέροντά του. Έμεινε δε εκεί όλη τη νύχτα προσευχόμενος και δοξάζων τον Θεό που είναι «θαυμαστός εν τοις αγίοις αυτού» (Ψαλμ. ΞΖ΄36)»[14]

Την ευχή του να έχουμε!