Γερο-Ευθύμιος ο παράξενος

Loading...


Δεν αποπειράθηκα να επισκεφθώ ποτέ –και, απ’ όσο γνωρίζω, δεν το κατόρθωσε κανείς- την καλύβα του «Αγίου Βαρλαάμ», γιατί ο Γερο Ευθύμιος δεν δεχόταν κανένα επισκέπτη. Να έσπαγες την πόρτα του με χτυπήματα, σημασία δεν θα έδινε. Παράξενος άνθρωπος. Πολλές φορές έκανε τον σαλό· και ήταν τόσο πειστικός, που πολλοί πίστευαν πως ήταν στ’ αλήθεια. Ερχόταν τα Σαββατοκύριακα και τις μεγάλες γιορτές στη Λαύρα για θεία μετάληψι, και έψαλλε μελωδικώτατα στις αγρυπνίες. Λέγανε πως κοσμικός, εκτός από καλός τραγουδιστής, ήτανε και άριστος μουσικός οργανοπαίχτης.

Στο μονοπάτι αν τον συναντούσες υπήρχε πιθανότης να πιάσης κουβέντα μαζί του. Έτσι όμως και τρύπωνε στην καλύβα του, καλλίτερα να τον θεωρούσες πεθαμένο. Στη Λαύρα και στα πανηγύρια έτρωγε του σκασμού, για να τον βδελύττωνται και να τον κατηγορούν ως κοιλιόδουλο. Ενώ εμείς, που τον γνωρίζαμε καλά, ξέραμε πως στο καλύβι του, εκτός από τσάι αγιορείτικο και παξιμάδι και ζάχαρη, που έπαιρνε απ’ τους τραπεζάρη και αρχοντάρη της Λαύρας, ως ανταμοιβή και ευλογία για το ψαλτικό του, δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο. 

Χιλιομπαλωμένα τα ρούχα του, γυαλιστερά απ’ τη λέρα το ράσο, το ζωστικό και το κουκούλι του. Φορούσε και μια σκούφια ξέβαφη στο κεφάλι του, πολλών δεκαετιών, που ίσως ήταν εκείνη που του φόρεσαν στην μοναχική κουρά του· και κάποια παπούτσια, που ήταν απορίας άξιο πως και δεν τούφευγαν απ’ τα πόδια.

Τον θαύμαζαν πολλοί για την αρετή του, την νηστεία του, τον αναχωρητισμό του, και αρκετοί επεδίωξαν να γίνουν υποτακτικοί του, δεν το κατώρθωσαν όμως. Το αποπειράθηκε κάποτε ανεπιτυχώς και ένας ευλαβής και οξυνούστατος θεολόγος (Αναγνώστου Τριαντάφυλλος του Κων/νου), αφιχθείς εξ Αθηνών, προτιθέμενος να ασκητέψη αυστηρά μαζί του στης Βίγλας την ερημιά και στης καλύβας του την άκρα ησυχία και ακτημοσύνη. Δεν άργησε όμως καθόλου να τα βρη σκούρα απ’ την πείνα και την ανέχεια και απ’ την αυστηρότητα του ΓεροΕυθύμιου, και αποχαιρέτισε τη Βίγλα για πάντα. (Αργότερα εκάρη μοναχός στην Διονυσίου [1971], μετενεγράφη στη Μεγίστη Λαύρα [1978], χειροτονήθηκε εκτός Αγίου Όρους και σήμερα διδάσκει και ιεροπρακτεί στην Αγγλία).

alt
 

Έτσι φλογερά και βίαια μπαίνουν στο Όρος μερικοί αρχάριοι, και προτού καν βιώσουν την φιλαδελφία και την υπακοή, προτού δεχθούν εν ταπεινώσει να διακονήσουν τον πλησίον και συνηθίσουν να ανάβουν κανένα καντήλι σε καθολικό και σφουγγαρίζουν τα μάρμαρά του, την έρημο πιάνουν και μεγάλων ερημιτών και ασκητών μαθηταί επιθυμούν να γίνουν. Δυσκολεύονται όμως να υποταχθούν, να δοκιμασθούν και να δοκιμάσουν, οπότε, βασιζόμενοι στις ικανότητές τους, στήνουν το δικό τους θέλημα και πολύ επικίνδυνα τα θεία και ιερά δια μιας επιθυμούν να κατακτήσουν και απολαύσουν. Ύστερα; Ύστερα, με τον πρώτο πειρασμό, που συνήθως υπαιτιότητί των προκύπτει, αποδυσπετούν και ασταμάτητοι γίνονται στις μετακινήσεις και στο αγιορείτικο περπάτημα –έχουν τον «ακάθιστο», λένε χαρακτηριστικά οι Γεροντάδες- και, αν έχης περιέργεια, κάνε υπομονή να ‘δης που θα καταλήξη η… σκούφια τους.

Οδοιπορούντα λοιπόν κάπου τον ΓεροΕυθύμιο τον πλησίασε ο εν λόγω θεολόγος και του είπε τον λογισμό του. Εκείνος τον αποπήρε, τον απώθησε, και του είπε πως δεν θέλει υποτακτικό και ούτε μπορεί κανείς να ζήση μαζί του· και πως, αφού είναι γραμματιζούμενος και τα χέρια του τρυφερά και «μπαμπακένια», μόνο σε κοινόβιο έπρεπε να πάη. Υπήρξαν όμως τόσα τα παρακάλια, τόση η πειθώ, τόσα τα κλάματα, που ο σκληρός ΓεροΕυθύμιος κάμφθηκε.

– Καλά, έλα να δοκιμάσης πρώτα και ύστερα βλέπουμε· του είπε.

alt

Περιχαρής για την συγκατάθεσι και επιτυχία ο υποψήφιος υποτακτικός τον ακολούθησε και στρώθηκε στην προσευχή, στην άσκησι, στην υπακοή. Τον ξέκανε όμως σε λίγες μέρες το σκληρό του Γέροντα πρόγραμμα· οι πολύωρες προσευχές και τα κομποσχοίνια, οι πολλές στρωτές μετάνοιες και οι ορθοστασίες, τα απ’ τα μεσάνυχτα εγερτήρια για τον όρθρο και η σχεδόν πλήρης ασιτία. Έτσι στην πρώτη μετάβασι και επαφή του με την Λαύρα και χωρίς την γνώσι και ευλογία του Γέροντα, τηλεφώνησε σε δικούς του, και σε λίγες μέρες κατέφθασαν ταχυδρομικώς και κατεπειγόντως αρκετά δέματα με φρυγανιές, όσπρια, ζυμαρικά, ρύζια και κονσέρβες. Τα κουβάλησε ο καλός δόκιμος στην καλύβα και άρχισε να τα τακτοποιεί.

Είδε όμως ο ΓεροΕυθύμιος το πρωτοφανές γι’ αυτόν θέαμα, το τόσο ασύμφωνο και προσβλητικό για την ιστορία της καλύβας του, και έλυσε την σιωπή του.

– Τι είναι αυτά; Ρώτησε.

– Μερικά απλά, φτωχικά και αναγκαία πράγματα, Γέροντα, για να έχουμε να τρώμε κάτι.

Απομακρύνθηκε αμέσως ο ΓεροΕυθύμιος, και σε δυο τρία λεπτά επέστρεψε κρατώντας ένα κομμάτι χαρτονιού, που αποξέσχισε απ’ τα αφιχθέντα κιβώτια, και που τώρα έγραφε επάνω του με κεφαλαία μεγάλα γράμματα: ΜΑΖΕΨΕ ΤΑ ΟΛΑ ΚΑΙ ΦΥΓΕ.

Ταράχθηκε σύγκορμος ο καλός μας υποτακτικός. Κατάλαβε το λάθος του, παρακάλεσε πολύ, έκλαψε –τσιμουδιά ο Γέροντας. Μετάνοιες και «ευλόγησον» και «θα τα εξαφανίσω» ο δόκιμος- άκρα σιωπή ο ΓέροΕυθύμιος. Κι αντί απαντήσεως, τούδειχνε αποφασιστικά, με τεταμένο το χέρι και τον δείχτη του συνέχεια, προς την ταμπέλα, ενώ ενατένιζε απ’ το παράθυρο της καλύβας του το άπειρο…

alt

Με έτρωγε η περιέργεια για το πώς είναι η καλύβα του, πως ζει και περνάει εκεί μέσα. Είναι καλό το εκκλησάκι του; Πως νάναι άραγε η Αγία Τράπεζά του; Αλλά δείλιαζα να τον αντικρύσω και δεν ήξερα αν κερδισμένος θα έβγαινα ή στεναχωρημένος από κανένα «μάθημά» του, από εκείνα που ήξερε αυτός μόνο να δίνη, επισκεπτόμενός τον έτσι απρόοπτα και απροειδοποίητα. Τελικώς, τράβα το δρόμο σου, έλεγα στον εαυτό μου, και άφησε τον ΓεροΕυθύμιο στον κόσμο του και στις τα υπερκόσμια αποβλέπουσες παραξενιές του.

Από το βιβλίο
Πόθος και Χάρις στον Άθωνα
του Επισκόπου Ροδοστόλου Χρυσοστόμου