Μοναχός Θεόφιλος Λαυριώτης (1885-18 Απριλίου 1975)

Loading...


Κατά κόσμον ονομαζόταν Θωμάς Καψής του Παναγιώτη και της Μαργαρώς

Ο εγνωσμένης αρετής αυτός Λαυριώτης Γέροντας γεννήθηκε στην Κανιάνη Λαμίας το 1885 και προσήλθε στη Μ. Λαύρα το 1910. Η σύνεσή του τον εκανε προϊστάμενο της μονής το 1945. Πρόθυμος πάντοτε διακονητής, αξιοθαύμαστος, φιλακόλουθος, με φωτισμένη σκέψη και μόνιμα αδιάφθορη συνείδηση.

Κατά τον επίσκοπο Ροδοστόλου Χρυσόστομο, «δεν βάστηξε για πολύ η ευθυνοτριβής ιδιότητά του ως προϊσταμένου. Σύντομα ανακάλυψε πως ησυχία κέλλας, νηφάλια ένθεη θεωρία και έμπονη προσπάθεια αδιαλείπτου νοεράς προσευχής για μυστικές χαριτώσεις δεν μπορούσαν να συμβιβαστούν και να συνυπάρξουν με διοικητικές ευθύνες, οικονομικές διαχειρίσεις, αντιμετωπίσεις αντιξοοτήτων, δημόσιες σχέσεις, ντυσίματα και στησίματα για υποδοχές, συντροφεύσεις και συζητήσεις με επισήμους και λοιπά και λοιπά. Πήρε την απόφαση και σε μια συνεδρία, αφού ευχαρίστησε για την τιμή τους Γεροντάδες, υπέβαλε την παραίτησή του, δικαιολόγησε την αδυναμία του να συνέχιση την προϊσταμενική υπηρεσία και περίδακρυς παρεκάλεσε να δείξουν κατανόηση και να την κάνουν αποδεκτή».

Από τότε έγινε πιο σιωπηλός. Κλείστηκε πιο πολύ στο κελλί του. Δόθηκε περισσότερο στην προσευχή. Δεν τον ενδιέφερε η αμφίεση και το παρουσιαστικό του. Αγωνιζόταν να διατηρεί γνήσιο ταπεινό φρόνημα. Τώρα η κύρια συναναστροφή του ήταν με τον εαυτό του και τους ασκητές της Βίγλας, των Καυσοκαλυβίων και των Καρουλίων. Τους αγαπούσε και τον αγαπούσαν, τους εκτιμούσε και τον εκτιμούσαν.

Με το πολυμεταχειρισμένο κομποσχοίνι του, το μπαλωμένο ζωστικό του, τον ξεθωριασμένο σκούφο του και με χαμηλωμένο συνήθως το βλέμμα του απόφευγε τις συνομιλίες. Τις νηστείες περνούσε ευχάριστα με τα πολύ απαραίτητα, νερό, παξιμάδι, ξερά σύκα. Έτρωγε μία φορά την ημέρα και μόνο τα Σαββατοκύριακα λάδι, όλο τον χρόνο. Το κελλί του ήταν εντελώς απέριττο. Φανέρωνε την απλότητα, τη λιτότητα, την ολιγάρκεια, την εγκράτεια, την πενία και την ταπείνωσή του. Λίγες εικόνες, ένα «τεμπελόξυλο» για να στηρίζεται στις άγρυπνες προσευχές του, τις πολύωρες, δυο τάβλες για κρεβάτι, δίχως στρώμα, μια κουβέρτα για στρώμα και σκέπασμα. Ένας ασκητής κρυμμένος πολυχρόνια μέσα στο μεγάλο και πρώτο μοναστήρι. Σε πολύ λίγους ήταν γνωστά τα πνευματικά παλαίσματα του πολύαθλου και γενναίου Γέροντος.

Στο Καθολικό πάντα τον έβλεπαν στις ιερές ακολουθίες όρθιο, σαν λαμπάδα αναμμένη, να έπιτηρεί έπακριβώς την αρχαία και απαράβατη τάξη της μονής του. Κοινωνούσε με κατάνυξη. Ακούραστος ως τα βαθιά του γεράματα συμμετείχε σε όλες τις μακρές, καθημερινές ακολουθίες, στις θείες Λειτουργίες του Καθολικού, των παρεκκλησίων, των εξωκκλησίων, των λιτανειών, παντού και πάντοτε πρώτος. Η προσευχή του θαυματουργούσε. Ήταν σεβαστός απ’ όλους, ευλαβέστατος.

Κατά τον Γέροντα Εφραίμ Λαυριώτη († 1999), είχε υποτακτικούς τον Κήρυκο, που όταν ήταν ν’ αποθάνει, ευωδίασε το στόμα του, και τον Ταράσιο, που ήταν ένας ζωντανός άγιος, με χαρακτήρα και τρόπο όσιο, υψηλός, ασκητικός, μακρυγένης. Είχαν λάβει από τον Γέροντά τους την προτροπή και μόνιμη διδαχή: «Ανήρ αγαθός εν ησυχία άγει, ανήρ δε αγαθός ησυχάζει διά παντός».

Στον Γέροντα Ανδρέα († 2004) έλεγε πως πάντοτε θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί και νηφάλιοι. «Η προσευχή με την υπακοή, πρέπει σαν αδελφές να είναι ενωμένες, όπως είναι οι φτερούγες στα πουλιά, για να μπορεί ο άνθρωπος να έχει πνευματική προκοπή και να πετάει με το νού του από τα γήινα στα ουράνια. Όταν μπαίνεις στην εκκλησία για να προσευχηθείς, θα πρέπει κάθε έννοια, κάθε φροντίδα και μέριμνα, που σε αποσπά και χωρίζει από την προσευχή, να την αφήνεις έξω από την πόρτα της εκκλησίας, αν θέλεις να δέχεται ο Θεός την προσευχή και την ψαλμωδία σου και να έχεις μισθό αιώνιο». Του έλεγε πως παλαιά ένας Γέροντας, ο Ηλιόδωρος, έβλεπε την Παναγία στην ένατη ωδή του Όρθρου και στ’ Απόδειπνα να θυμιάζει. Άλλος Γέροντας έβλεπε τη Θεοτόκο συνοδευόμενη από τους αγίους Ιωάννη τον Θεολόγο και Αθανάσιο τον Αθωνίτη να διακονεί στην τράπεζα της μονής…

Προσευχόμενος τελείωσε τον βίο του. Προείδε και προείπε το τέλος του. Ζήτησε να μεταλάβει των αχράντων Μυστηρίων. Ο ιερεύς του έδινε κουράγιο. Ο Γερο-Θεόφιλος του είπε: «Πάσχα θα κάνω στον ουρανό». Έτσι κι έγινε. Εκοιμήθη τα χαράματα της Μεγάλης Τετάρτης 18.4.1975. Είχε μοιράσει χρήματα για τα μνημόσυνά του και είχε δωρήσει τα λίγα υπάρχοντά του στους πατέρες της μονής.

Πηγές – Βιβλιογραφία

Ανδρέου Αγιορείτου μοναχού, Γεροντικό του Άγιου Όρους, τ. Α’, Αθήναι 1979, σσ. 206-209. Εφραίμ Λαυριώτου μοναχού, Αναμνήσεις Λαυρεωτών Γερόντων, Πρωτάτον 57/1996, σσ. 6-8. Ιωαννικίου Κοτσώνη αρχιμ., Αθωνικόν Γεροντικόν, Κουφάλια Θεσσαλονίκης 1999, σσ. 115, 126, 286, 316. Χρυσοστόμου Ροδοστόλου επισκόπου, Γράμματα και άρματα στον Άθωνα, Άγιον Όρος 2000, σσ. 115-122.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Β΄ 1956-1983. σελ. 891-894