Ταξίδι στο Άγιο Όρος (2ο μέρος)

Loading...


Γράφει ο Αιμίλιος Γάσπαρης
(Αγιορείτικα Στοιχεία από ένα ταξίδι στη δεκαετία 70-80)

Από τη Παντοκράτορος στη Ρωσική Σκήτη
Δεν υπήρχε το παραμικρό παρά το τέμπλο και τέσσερα εικονοστάσια. Τεράστιο το τέμπλο, πανύψηλο. Κρατούσε όλο το πλάτος της . Ξυλόγλυπτο, λιτό και ντυμένο στο χρυσάφι. Πλάκες χρυσού κάλυπταν το ξύλο και λάμπανε.

 Μοναδικό στόλισμα της εκκλησιάς το χρυσάφι στο τέμπλο και στα εικονοστάσια. Έλαμπε το χρυσάφι, μα και πάγωνε απόμακρο και άψυχο στον άδειο χώρο.

Πόσο αγκύλωνε την ψυχή το ατέλειωτο του εσωτερικού και πόσες σκέψεις γεννούσε ο τόσος πλούτος που στέκεται αγέρωχος τουλάχιστον την ώρα αυτή για τόσο λίγες ψυχές. Ο ναός κατά τον Μόδεστο έπρεπε να είναι Μητρόπολη σε μια μεγάλη πόλη. Τις απορίες μας έλυσε ο αμερικάνος καλόγερος.
Ο ναός άρχισε να χτίζεται στα 1913. Σ’ αυτό το σημείο είχε φτάσει το 1917, λίγο πριν τις μεγάλες αλλαγές στη Ρωσία. Τότε κόπηκε η επιχορηγία του τσάρου, που ήταν πλούσια, μετά τα γεγονότα της ρωσικής επανάστασης. Η πτώση του σήμανε και το τέλος. Το στέρεμα της πηγής των χρημάτων σήμανε και την παρακμή της σκήτης. Δε μπόρεσαν να συνεχίσουν στη φάση εκείνη. Ο μόχθος του ρωσικού λαού δεν μπορούσε να χρηματοδοτήσει το τέλειωμα της λαμπρής αυτής εκκλησίας εδώ στο Άγιο Όρος. Μετά βίας κρατιέται η ζωή του ανθρώπου εκεί. Νέοι Ρώσοι μοναχοί δεν έρχονται. Ερήμωσε και το σημάδι που ο χρόνος κρατά είναι μια αδιάκοπη ένδειξη της πορείας στον φθαρτό αυτό κόσμο. Είναι σημάδι νίκης του ανθρώπου και των έργων του ή σημάδι μιας ύλης που προσδιορίζεται και θα επανέλθει. Είναι μια αλλαγή και ένα σκηνικό χτυπημένο από τις συγκρουόμενες επιθυμίες. Είναι μια πορεία που δεν έχει τελειώσει και μια ένδειξη της αδιάκοπης πάλης.

Σαν ανάκτορα τα κελιά και τα παρεκκλήσια τριγύρω και τα κιόσκια πνιγμένα στο πράσινο και ο ναός στο μέσο στητός και πελώριος και οι έμψυχες πέτρες φυλάσσουν με προσοχή το κρυμμένο μέσα του ολόχρυσο τέμπλο και τα τέσσερα εικονοστάσια και τους τρούλους και τους άδειους τοίχους. Σοβάς άσπρος, σεντόνι άσπρο που η δουλεύτρα δεν θέλησε πια να κεντήσει, να δώσει τον αγώνα της στην πλούσια της αφέντρα. Που κουράστηκε σαν δούλα να υπακούει και ξετίναξε κάτι μίζερο και μετά γύρισε σε πανάρχαια τραγούδια για αλλαγές που δεν προσφέρουν την λύτρωση. Τώρα λάμπουν οι τρούλοι και οι στέγες και οι κήποι σαν ο ήλιος γέρνει. Τώρα στέκουν υπέροχα δείγματα ο ναός και το όλο κτιριακό συγκρότημα της σκήτης.

Η ώρα του δείπνου στο σημαίνει σαν γέρνει ο ήλιος. Την ώρα του λυκόφωτος, σαν λιγοστεύει το φως, στα πρώτα σκοτάδια. Ο αρχοντάρης μας κάλεσε στον ξενώνα και μας ετοίμασε το φαγητό. Πεταλίδες πιλάφι πρώτη φορά στη ζωή έφαγα. Πριν πέσει η νύκτα στο κιόσκι έξω, πάνω στα βράχια με τη θάλασσα μπροστά και τον ταρσανά στο μικρό λιμανάκι που μόλις χωρούσε μια βάρκα. Που το κλείνει ένας βράχος σαν μόλος, λες και είναι μια λίμνη. Λίγες βάρκες ένα γεφυράκι πάνω από τον ξεροπόταμο, τον στρωμένο με χοχλάδια και πιο πέρα το ακρογιάλι σπαρμένο με πέτρες ολάσπρες. Μικρός ο κόλπος, λίγο το κύμα. Ψηλός ο πύργος στον οποίο βγήκαμε πάνω. Ορίζοντα μέγας, Μονή Σταυρονικήτα, Σκήτη του Προφήτη Ηλία, Καλιάγρα, φαίνονταν όλα. Θάλασσα, δάση, περιβόλια. Τα χρώματα τώρα όλα γαληνεύουν και ενώνονται στη νύκτα που κατεβαίνει. Το πρώτο άστρο μας βρήκε στην καμάρα του ξενώνα καθισμένους, κάτω κόκκινο το καθολικό, πράσινα φύλλα να παίζουν με το φως και καμάρες, καμάρες, όλο καμπύλες παντού και μόνο. Ο πύργος μονάχα ευθύς και ψηλός. Γαλήνη, στην ακτή σπάει το ελάχιστο κύμα και στους βράχους. Το καντήλι φωτίζει τα δίλοβα παράθυρα της εκκλησίας. Πλακόστρωτα γυαλίζουν. Μέχρι την ώρα του ύπνου. Το πρωί μετά τον καφέ είδαμε το καθολικό με τις τοιχογραφίες του Θεοφάνη. Έτσι για να ξυπνήσουμε υπέροχη Κρητική Σχολή. Και μάλιστα μετά ένα πολύ πρωινό εγερτήριο. Τελευταίες εντυπώσεις από τη μοναστήρι του Παντοκράτορα. Στο οποίο λίγοι νέοι, ένας ή δυο και οι άλλοι μεγάλοι, γέροντες που στέκονται ίσια, που αργοπεθαίνουν και ετοιμάζονται κάτω από τη στέγη του Παντοκράτορα. Μπορεί και εκεί ο θάνατος να φέρει την αλλαγή, αυτό το κάτι το νέο. Για τη Μονή Σταυρονικήτα σύντομος ο δρόμος.

Ιερά Μονή Σταυρονικήτα και Ιβήρων
Το μικρότερο μοναστήρι στο Όρος είναι του Σταυρονικήτα. Γύρω από ένα πύργο δημιουργήθηκε. Πάνω σ’ ένα πλάτωμα του βράχου, κάμποσα μέτρα ψηλά από το κύμα φώλιασε το μοναστήρι. Στηρίχτηκε σε δυο τυφλές καμάρες και τα κελιά, τα παρεκκλήσια ήταν κρεμασμένα πάνω στο κύμα. Ο θόρυβος του κύματος άλλοτε σιγανός κι άλλοτε φοβερός συντρόφευε τους μοναχούς στις προσευχές τους.

Μικρό καθολικό, κολλητό με τον πύργο και παλιό και με τοιχογραφίες του Θεοφάνη, που τώρα καθαρίζονται και μια μικρή αυλή, με γραφικούς διαδρόμους και στοές και εξώστες και κιόσκια πάνω στο κύμα που κάτω αφρίζει χτυπώντας με δύναμη τα βράχια.
Ο πύργος κλεισμένος μέσα στο μοναστήρι, αυτό γύρω του δημιουργήθηκε. Η μονή είναι σήμερα κοινόβιο και οι περισσότεροι μοναχοί νέοι. Πολύ περιποιημένο κοινόβιο και η διαφορά με τα ιδιόρρυθμα είναι έντονη και μας κίνησε το ενδιαφέρον. Απόλυτη τάξη, περίσσια προσοχή, ακριβώς τα πάντα προσεγμένα. Κελιά φροντισμένα και πολλοί νέοι που ασχολούνταν με κάθε γωνιά και κάθε τομέα της μονής.

Οι κήποι έξω καλοδουλεμένοι. Κάθε μονή έχει υποτακτικούς για τα περιβόλια, άλλωστε ο χρόνος δεν επιτρέπει στους μοναχούς τέτοιες ασχολίες και τόσους περισπασμούς από την προσευχή και την προσήλωση στις εντολές της πίστης. Μας κέρασαν το παραδοσιακό λουκούμι και με ευγένεια μας έδειξαν τις πραγματικά σπουδαίες τοιχογραφίες του Θεοφάνη. Συζητήσαμε με τον αρχοντάρη που μας ξενάγησε και στο καθολικό και στην βιβλιοθήκη, που είναι σωστά ενημερωμένη στις σημερινές εκκλησιαστικές εκδόσεις. Κάθε μοναχός έχει το δικαίωμα να παίρνει και να διαβάζει βιβλία από αυτή και να τα επιστρέφει. Όλα ανήκαν σε όλους και τίποτα σε κανένα. Στα ιδιόρρυθμα μοναστήρια μπορούσε ο κάθε μοναχός να διατηρεί την προσωπική του περιουσία και να έχει κινητή δική του ιδιοκτησία, πράγμα αδιανόητο για τα κοινόβια. Σ’ αυτά όλα είναι κοινά, υπάρχει δίκαιος καταμερισμός ευθυνών και υπηρεσιών. Μια αντρική κοινότητα στηριγμένη πάνω σε αρχές και αρχηγός παραμένει ο ηγούμενος.

Επίσης σ’ αυτά είναι πιο φιλόξενοι και πιο προσιτού στους επισκέπτες. Σπουδαία είναι η εικόνα του Αγίου Νικολάου του Στρειδά, ένα ενδιαφέρον ψηφιδωτό, που βρέθηκε στη θάλασσα. Πριν φύγουμε για την μονή Ιβήρων είχαμε την ευκαιρία να τύχουμε ενός γεύματος με τους μοναχούς της Σταυρονικήτα. Μια ανεπανάληπτη εμπειρία. Ξεκίνησε με τον ήχο του τάλαντου που καλούσε τους αδελφούς και προσκυνητές για φαγητό στην Τράπεζα της μονής. Περάσαμε στον ευρύ χώρο που η σκεπή του θύμιζε καράβι, κυριαρχούσε το ξύλο στα ταβάνια, τα τραπέζια και τους πάγκους. Μια όμορφη, ζεστή αίθουσα. Φαινόταν καινούρια, θύμιζε μια κιβωτό. Ένας χώρος έξοχα διαμορφωμένος για να ασκεί γοητεία στους παρευρισκόμενους. Έχει τρία κλίτη και όμορφα στενόμακρα παράθυρα. Τα ταβάνια καλοδουλεμένο ξύλο και περίτεχνα λυχνάρια και όμορφα υποβλητικές εικόνες πλαισίωναν το χώρο.

Τα δοκάρια δυνατό ξύλο έδειχναν την πίστη στο αιώνιο. Σταθήκαμε στις θέσεις μας για ν’ αρχίσει η προσευχή. Όλοι μαζί οι αδελφοί ευχαριστήσαμε το θεό για το σημερινό μας γεύμα. Μετά καθίσαμε και την αρχή για το φαγητό την έδωσε ο ήχος ενός σήμαντρου που σήμαινε την αρχή του γεύματος και ταυτόχρονα ένας μοναχός από το αναλόγιο άρχισε να διαβάζει μια περικοπή σχετική με την ώρα αυτή συνέχεια όση ώρα οι άλλοι έτρωγαν. Αυτή η τάξη έχει μάλλον το σκοπό να αποφεύγεται η συζήτηση την ώρα του φαγητού μεταξύ των συνδαιτυμόνων, ώρα πειρασμού της σάρκας. Μια καθαρή στιγμή της ύλης και της σωματικής απόλαυσης για τους περισσότερους που συνήθως συνοδεύεται από φλυαρία, εδώ γίνεται μια ευκαιρία ακόμα για την επαφή με την πιο πνευματική διάσταση. Μονότονος ήχος μιας φωνής που εξιστορούσε κάτι που δεν καταλαβαίναμε ακριβώς, που δεν ακούγαμε στο σύνολό του και που καθόριζε τον χώρο και την ατμόσφαιρα. Βιαστικοί και σιωπηλοί τρώγαμε. Τι δεν είχε καμιά σημασία. Πάνω από όλους υπήρχε ο θείος λόγος. Μια παράξενη ιεροτελεστία που ακολουθούν τα κοινόβια μοναστήρια στο Όρος.
[Συνεχίζεται]