Το ύφος και το ήθος της αγιορείτικης ψαλτικής

Loading...


π. Ιάκωβος Αγιορείτης, Πρωτοψάλτης Πρωτάτου

Συνομιλώντας κάποτε με έναν γέροντα πού έχει πολλά χρόνια στο Άγιον Όρος (τα διπλάσια από τα δικά μου) μου ανέφερε πάνω στην ροή της συζήτησης: «Ὁ μακαρίτης ο π.Ε… αὐτό τό δοξαστικό το έλεγε πάντα από τον Ιάκωβο.» Επειδή όλοι εμείς πού ασχολούμαστε με την βυζαντινή μουσική ξέρουμε πόσο δύσκολο είναι να εκτελέσει κανείς τα μέλη του Ιακώβου του Πρωτοψάλτου (ακμή πέρ. 1760-†1800), έκπληκτος εγώ ρώτησα αν ο πατήρ αυτός ήξερε μουσικά. Ο γέροντας ένοιωσε λίγο αμήχανος, σαν να μην περίμενε την ερώτηση και αφού σιώπησε για μερικά δευτερόλεπτα απάντησε: «Τ’ Αγιορείτικα».

Δηλαδή ήθελε να πει ότι ήξερε λίγο πολύ αυτά τα μέλη πού συνηθίζονται να ψάλλοντα στο Άγιον Όρος. Και συνέχισε θέλοντας να διευκρινίσει περισσότερο τα λεγόμενά του αλλά και να δώσει μία απάντηση στην ουσία της ερωτήσεώς μου (δηλ. από που έμαθε και ήξερε να ψάλλει Ιάκωβο): «Ἔτσι μάθαιναν παλιά. Ὁ ἕνας μέ τόν ἄλλο».

Αυτή ἡ μικρή στιχομυθία παρουσιάζει συνοπτικά τον τρόπο εκμάθησης και καλλιέργειας της βυζαντινής μουσικής στο Άγιον Όρος πριν από μισό αιώνα και παλιότερα. Τότε πού η επαφή με τον έξω κόσμο ήταν ελάχιστη και για μερικούς μοναχούς σχεδόν ανύπαρκτη. Τότε που οι περισσότεροι μοναχοί έρχονταν στο Όρος σε πολύ μικρή ηλικία έτσι ώστε όχι μουσικές σπουδές δεν είχαν προλάβει να κάνουν, αλλά ούτε και τις στοιχειώδεις μαθητικές του Δημοτικού και πολύ περισσότερο του Γυμνασίου. Η προσέλευση των προσκυνητών ήταν πολύ μικρότερη τότε και η επαφή με ψάλτες και μουσικοδιδασκάλους από τον κόσμο μάλλον σπάνια. Εν πάσει περιπτώσει οι δύσκολες συνθήκες προσέλευσης δεν επέτρεπαν τον συγχρωτισμό και την αλληλοεπίδραση των δύο διαφορετικών μουσικών κόσμων.

Ερχόμενος το 1993 στο Άγιον Όρος για να μονάσω και μη έχοντας ιδιαίτερες εμπειρίες από παλιότερα προσκυνηματικά ταξίδια σε αυτό, μόλις που πρόλαβα κάποια γεροντάκια στην περιοχή του μοναστηριού μου με τα χαρακτηριστικά που περιέγραψα παραπάνω. Μεστές, γεμάτες φωνές, βροντώδεις αλλά συνάμα και γλυκύτατες. Η μουσική τους γνώση απόλυτα συγκεκριμένη. Αυτά που ήξεραν και που ειχαν συνηθίσει να ψάλλουν ίσως τα ψάλλανε καλύτερα απ’ όλους. Αυτά που έβλεπαν για πρώτη φορά ήταν αδύνατο και να τα ξεκινήσουν. Τα περιθώρια διόρθωσής τους σε πράγματα που έψαλλαν λάθος ήταν μηδαμινά.

Έτσι όπως το είχαν ακούσει έτσι θα το έλεγαν μέχρι τέλους της ζωής τους. Ήταν όμως η «ομορφιά» του καθολικού. Όλοι περίμεναν να ψάλλουν κάποιο μουσικό κομμάτι με την χαρακτηριστική χροιά της φωνής τους, για να δώσουν ένα άλλο κλίμα στο καθολικό. Αμέσως με το που άρχιζαν, τα βλέμματα των νεωτέρων ψαλτών συναντιούνταν, συνοδευόμενα και με τα ανάλογα μειδιάματα.

Συστηματική διδασκαλία δεν νομίζω ότι υπήρχε. Ίσως κάποια προκαταρτικά μαθήματα και στην συνέχεια μουσικοδιδασκαλείο ήταν το ίδιο το ψαλτήρι. Η συνεχής επανάληψη του μουσικού ρεπερτορίου βοηθούσε τους μαθητευόμενους να μάθουν τα μαθήματα. Λίγα μουσικά έβλεπαν στο βιβλίο, κάποιες άλλες θέσεις τις είχαν απομνημονεύσει και άμα έχαναν καμιά φορά το μέλος το ταίριαζαν στην πλησιέστερη μαρτυρία. Δικαίωμα στην συμμετοχή είχαν όλοι ακόμη και οι κακόφωνοι και οι πρακτικοί. Βλέπετε οι ακολουθίες είναι τόσο μεγάλες και πολλές που είναι αδύνατον να ψάλλουν συνέχεια οι καλοί ψάλτες γιατί σύντομα επέρχεται κόπωση.

Έτσι ένα μεγάλο ιεροψαλτικό μερίδιο στο Άγιον Όρος έχουν οι ψάλτες που λένε τα «δεύτερα» που πολλές φόρες είναι πρακτικοί, αλλά και ένα μεγάλο μέρος βέβαια ανήκει στους ηγουμένους και τους γεροντάδες οι οποίοι ψάλλουν τα λεγόμενα «γεροντικά.» Βλέπουμε δηλαδή ότι ένα μεγάλο μέρος της ακολουθίας και μάλιστα το ίδιο ψάλλετε από μη μουσικούς, οι οποίοι χωρίς να το καταλαβαίνουν συμβάλλουν με τον τρόπο τους στην μουσική αγιορείτικη έκφραση.

Όντας ακόμη νέος στο μοναστήρι, συνομιλούσα με έναν μεγαλύτερο αδελφό ο οποίος μου εξιστορούσε την περιπέτεια ενός γηραιότερου μοναχού σε ένα νοσοκομείο πού ήταν ιδιαίτερα απλούς. Μου έλεγε λοιπόν ότι κατά την διάρκεια της νοσηλείας του πλήθος κόσμου έρχονταν στο νοσοκομείο για να πάρουν την ευχή του και αυτός τους έλεγε κάποια πνευματικά λόγια. Εγώ αντέδρασα λέγοντας ότι αυτός ο πάτερ είναι βέβαια πολύ καλός και αγαθός αλλά και πολύ απλός στον χαρακτήρα. Τι θα μπορούσε να πει; Τότε εκείνος μου απάντησε πολύ σοφά πως οποιοσδήποτε μοναχός που έχει καθίσει κάμποσα χρόνια στο Άγιο Όρος όσο απλός στον χαρακτήρα και να είναι, όποια παιδεία και να έχει, σίγουρα έχει κάτι να πει.

Η καθημερινή ζωή στο μοναστήρι είναι ένα συνεχές πνευματικό σχολείο και είναι αδύνατο κάποιος που ζει μέσα σε αυτό να μην μάθει θέλοντας και μη κάποια βασικά πράγματα για να μεταδώσει και στους άλλους. Έχω την εντύπωση ότι κάπως έτσι γίνεται και με τα μουσικά.

Η συντριπτική πλειοψηφία των μοναχών πού έρχονται στο Άγιο Όρος, ακόμη και αν δεν υποστούν κάποια μουσική παιδεία μέσα στο μοναστήρι, είτε εξ ακοής, είτε επειδή η ανάγκη θα το επιβάλλει σίγουρα κάτι θα μάθουν να λένε. Οι περισσότεροι από αυτούς θα μπορέσουν κάποια στιγμή να πάρουν μια καθημερινή ένα χορό όπως λέμε στο Άγιο Όρος (να ψάλλουν δηλαδή δεξιά ή αριστερά) αλλά και πολλές φορές να ψάλλουν εξ ακοής μουσικά κομμάτια. Ο χρόνος που καλύπτουν αυτοί οι πρακτικοί ψάλτες στις ακολουθίες είναι πολύ μεγάλος και ιδιαίτερα τις καθημερινές. Θα τολμούσα να πω και καλό θα είναι να το λάβουμε όλοι μας πολύ σοβαρά υπόψη ότι το Αγιορείτικο ύφος στα σύντομα μέλη έχει διαμορφωθεί κυρίως από αυτούς.

Αλλά δεν θα ήταν σωστό να μην κάνουμε αναφορά πως επέδρασε και η πνευματική ζωή στην μουσική διαμόρφωση του Αγιορείτικου ύφους. Η μουσική όπως και κάθε άλλη τέχνη στο Άγιο Όρος είναι μια στρατευμένη τέχνη. Δεν είναι αυτοσκοπός. Χρησιμοποιείτε σαν ένα μέσο για την λατρεία. Και εάν αυτό το λένε και στον κόσμο πολλοί ψάλτες, οι Αγιορείτες δεν το λένε απλώς αλλά το εφαρμόζουν. Ένας Αγιορείτης ψάλτης δεν ξέρει ούτε πότε θα ψάλλει, ούτε αν θα ψάλλει. Περιμένει να πάρει εντολή από τον τυπικάρη προκειμένου να προσέλθει στο ψαλτήρι. Όταν προσέλθει κάποιος φιλοξενούμενος ψάλτης προς τιμήν του παραχωρεί την θέση του.

Τις περισσότερες φορές οι δυνατότητες επιλογής μουσικών μαθημάτων είναι περιορισμένες γιατί ο γέροντας δεν το επιτρέπει ή επειδή η μη δυνατότητα να λεχθούν από άλλους καινούργια μαθήματα τον περιορίζει γιατί μια ενδεχόμενη χασμωδία θα τιμωρηθεί από τον γέροντα με τον ανάλογο κανόνα. Δεν υπάρχει κάποιος που να έχει μόνιμα τα πρωτεία του δεξιού χορού. Όλα τα τυπικά του Αγίου Όρους προβλέπουν αμφοτέρωθεν εναλλαγή των χορών κατά την διάρκεια της χρονιάς. Ακόμη ο πρώτος ψάλτης πολλές φορές αναγκάζεται να υπομείνει αδυνατότερους μουσικά που ίσως δεν τον βοηθούν κατάλληλα προκειμένου να συμμετάσχουν και αυτοί.

Και φυσικά υπάρχει και το άγρυπνο μάτι των γεροντάκων που είναι έτοιμοι να κόψουν τα φτερά σε όποιον νομίσει ότι κάτι κάνει, χρησιμοποιώντας κατάλληλους κανόνες όπως αποχή από την ψαλμωδία για να επανέλθουν στην σώφρονα κατάσταση. Από όλα αυτά βλέπουμε ότι ο Αγιορείτης ψάλτης πέρα από τον μουσικό αγώνα έχει να κάνει και ένα πνευματικό αγώνα για να μπορέσει να ξεπεράσει όλα τα παραπάνω εμπόδια ώστε να χρησιμοποιεί την μουσική για την δόξα του Θεού και όχι για να επαίρεται. Νομίζω ότι δεν θα υπάρχει Αγιορείτης ψάλτης που να μην είπε στην ζωή του ειδικά σαν αρχάριος μακάρι να μην μάθαινε μουσικά. Βέβαια όπως λένε οι γεροντάδες αυτά είναι αρχαρίτικοι πειρασμοί που συμβαίνουν σε όλους. Ομολογώ πως και εγώ τα πρώτα χρόνια μεγάλη δυσκολία είχα αλλά με ενθάρρυνε ο Γέροντας λέγοντας μου πως έβλεπε ότι οι μοναχοί που ψάλλουν έχουν περισσότερη χάρη.

Έτσι όλοι μας με τα χρόνια συνειδητοποιούμε ποια είναι η πραγματική θέση μας μέσα στην Εκκλησιά και ξεπερνάμε όλα αυτά τα εμπόδια που πολύ όμως μας ωφελούν στην πνευματική μας ζωή και κυρίως να αποκτήσουμε περισσότερη ταπείνωση. Όλα αυτά όμως έχουν και την ανάλογη επίδραση στην μουσική εκτέλεση των μαθημάτων. Γι αυτό είπα και παραπάνω ότι είναι και οι πνευματικές συνθήκες που έχουν μερίδιο στην διαμόρφωση αυτού του αγιορείτικου ύφους.

Πολλές γενιές μεγάλωσαν μέσα σε τέτοιες συνθήκες. Βέβαια σε όλη την περιφέρεια του Αγίου Όρους υπήρχαν και υπάρχουν ακόμη πολλά τέτοια γεροντάκια. Ακόμη και οι επισημότεροι αγιορείτες ψάλτες γαλουχήθηκαν μουσικά με την ίδια τακτική. Αυτοί όλοι με την συνεχή συμμετοχή τους στις εκκλησιαστικές ακολουθίες αλλά και τον υπέρμετρο μουσικό τους ζήλο (η αλήθεια είναι ότι ο ψαλτικός ζήλος φτάνει μέχρι τα άκρα), και κάτω από τις συγκεκριμένες τοπικές, χρονικές αλλά κυρίως κατά την γνώμη μου πνευματικές συνθήκες του τόπου αυτού δημιούργησαν αυτό το περιβόητο και ξακουστό μουσικό Αγιορείτικο ύφος.

Όμως δεν θα ήταν σωστό να μην κάνουμε μια αναφορά και στο σήμερα. Το αγιορείτικο ύφος που αγάπησε ο κόσμος είναι αυτό που δημιουργήθηκε με τον τρόπο που περιέγραψα παραπάνω. Ομολογώ ότι δεν έχω πολλά χρόνια στο Άγιο Όρος και δυστυχώς δεν πρόλαβα να γνωρίσω πολλούς μεγάλους ψάλτες των τελευταίων δεκαετιών. Ερχόμενος όμως από τον κόσμο έχοντας μια αρκετά καλή μουσική παιδεία είχα την ευχέρεια να αντιλαμβάνομαι πιο γρήγορα πως λειτουργούσαν τα μουσικά πράγματα.

Η αλήθεια είναι ότι και τώρα αυτό που βλέπω σήμερα είναι κάτι διαφορετικό από αυτό που περιέγραψα παραπάνω. Οι συνθήκες είναι πιο διαφορετικές και είναι αναμενόμενο να έχουμε ένα μουσικό αποτέλεσμα διαφορετικό από το γνωστό αγιορείτικο ύφος που μάθαμε τόσα χρόνια. Αυτό βέβαια είναι φυσικό γιατί οι συνθήκες άλλαξαν. Αλλά αυτό για να αναλυθεί απαιτεί χώρο για ένα άλλο άρθρο. Προς το παρόν ας μείνουμε με την πνευματική αίσθηση που έχουμε από την μουσική του Αγίου Όρους που γνωρίσαμε και αγαπητή σε όλο τον κόσμο.



Ετικέτες