Το Γεροντικό του Αγίου Όρους (2)

Loading...


Ανδρέα μοναχού Θεοφιλόπουλου

Άφιξη στο Άγιον Όρος.

Ήταν Απρίλης τού 1933, όταν ξεκίνησα από το λιμάνι της Καλαμάτας, με το καράβι-ατμόπλοιο «Ναυκρατούσα», για το Άγιον Όρος, προκειμένου να ιδώ τον κατά τρία χρόνια μεγαλύτερό μου αδελφό Θεοφίλη, μοναδικό κατά σάρκα αδελφό.

Αφού περάσαμε με τρικυμία τον Κάβο-Μαλέα, φτάσαμε στο Γύθειο, όπου μείναμε λίγες ώρες να ξεφορτώσει το καράβι.
Σε τρία μερόνυχτα φτάσαμε στον Πειραιά. Εκεί μείναμε έξι ώρες. Για πρώτη φορά μπήκα στον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο κι επισκέφθηκα την Αθήνα ήμουν 16 προς τά 17 μου χρόνια. Η Αθήνα δεν μου άρεσε.
Γύρισα στον Πειραιά και το βραδάκι φύγαμε για τη Χαλκίδα. Εκεί περιμέναμε έξι ώρες να επιστρέψει η παλίρροια των υδάτων και να μας ανοίξουν τη γέφυρα για να περάσουμε. Άπ’ εκεί μπήκαμε υστέρα στον Παγασητικό κόλπο και φτάσαμε στον Βόλο, όπου μείναμε μισή μέρα.
Θυμάμαι, είχαν πιάσει πολλά ψάρια, είχε πλημμυρίσει η παραλία από λαχταριστές παλαμίδες. Πρώτη φορά έβλεπα τόσα πολλά ψάρια. Το πλήρωμα του πλοίου, καπεταναίοι και ναύτες, τις αγόραζαν και τις έκαναν ψητές ή τηγανητές και έπιναν άφθονο κρασί.

Καμινάδες, χαγιάτια, πύργοι, χωνεύουν τ ανώμαλα σχήματά τους μέσα σε μια αρμονία.
Ένας από τους βαθμοφόρους τού πληρώματος, αφού είδε πως ήμουνα απομονωμένος στην καμπίνα μου και δεν είχα καμιά συναναστροφή, ήρθε και μού είπε:
– Θέλεις, παιδί μου, να σου κάμω το τραπέζι, να φάμε ωραία φρέσκα ψάρια και να πιούμε γλυκό κρασί;
Οι δικοί μου συγγενείς, που με είχαν ξεπροβοδίσει στο λιμάνι της Καλαμάτας και μ’ έβαλαν στο πλοίο, μου είχαν δώσει τροφές και εφόδια για όλο το ταξίδι, για να μη βγαίνω στα διάφορα λιμάνια έξω από το πλοίο και χαθώ σαν άβγαλτο χωριατάκι, άλλα και ρητή εντολή να προσέχω. Και μέσα στο καράβι να μην επιτρέπω σε κανένα να μπει στην καμπίνα μου, γιατί με τα καράβια ταξιδεύει πολύς και διάφορος κόσμος καί υπάρχει μεγάλος κίνδυνος κακής συναναστροφής και γι’ αυτόν το λόγο δεν έλεγα σε κανέναν τον τόπο πού πήγαινα και το σκοπό πού ταξίδευα. Κι έτσι, δεν δέχθηκα την πρόσκληση του ναυτικού για να φάμε μαζί.

Όταν φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη, το καράβι ήταν τόσο… καινούργιο, πού έπρεπε να κάνει επισκευή στις μηχανές του και για το σκοπό αυτό μείναμε στη νύμφη του Θερμαϊκού δυο μέρες και δυο νύχτες.
Ο κόσμος που ταξίδευε, έβγαινε κι έμπαινε στο καράβι, εγώ είχα μείνει στην καμπίνα μου και δεν έλεγα να το κουνήσω ρούπι. Μελετούσα ένα βιβλίο και σκεπτόμουν πότε θα φτάσει το καράβι στη Δάφνη (το κεντρικό λιμάνι τού Αγίου Όρους), για να ιδώ τον αδελφό μου και τον ξάδερφο του πατέρα μου που ήταν κι αυτός μαζί με τον αδελφό μου, τον ιερομόναχο Ονούφριο Μουστάκη, ο οποίος βρίσκεται ακόμη εν ζωή και είναι τώρα πνευματικός εξομολόγος στον Άγιο Κωνσταντίνο του Πανάγιου Τάφου στα Ιεροσόλυμα. Τότε με πλησίασε πάλι ο ίδιος ναυτικός, Παναγιώτης τ’ όνομά του, και μου πρότεινε να βγούμε έξω στη Θεσσαλονίκη να ιδούμε την πόλη και να πιούμε κανένα ουζάκι. Εγώ βρήκα την ευκαιρία και τον ρώτησα πότε θα φύγουμε από τη Θεσσαλονίκη και πότε θα φθάσουμε στη Δάφνη του Αγίου Όρους. Αφού μου προσδιόρισε την ημέρα και την ώρα περίπου, βγήκα από το πλοίο και έγραψα τηλεγράφημα στον αδελφό μου, ότι το απόγευμα τής επόμενης ημέρας θα φτάναμε στη Δάφνη.

Η Θεσσαλονίκη μου άρεσε σαν πολιτεία, με τις πολλές και αρχαίες βυζαντινές εκκλησίες της, «Της του Θεού Σοφίας», της «Αχειροποιήτου», του «Αγίου Δημητρίου», της «Αγίας Αικατερίνης» και πολλές άλλες πανάρχαιες εκκλησίες, με τα Κάστρα της, τον Λευκό Πύργο και άλλα ιστορικά μνημεία, όπως είναι η Πύλη του Γαλερίου στην Καμάρα, τα μέγαρά του στον Ιππόδρομο κ.λπ.
Το ατμόπλοιό μας, σαραβαλάκι, μετά από το βασανιστικό ταξίδι, έκαμε εφτά μέρες για να φτάσει στο λιμάνι τής Δάφνης.
Στη Δάφνη με περίμενε ο Γέροντας του αδελφού μου Ιωακείμ μοναχός, που με υποδέχθηκε με πολλή χαρά. Αφήσαμε τα πράγματα στα καταστήματα τής Δάφνης και πήγαμε πεζοί στην πρωτεύουσα του Αγίου Όρους, τις Καρυές, για να τακτοποιήσουμε τα απαραίτητα διαπιστευτήρια.

Μετά από δυόμιση ώρες οδοιπορίας φτάσαμε στο σπίτι-κελλί του πνευματικού Γέροντα, όπου με περίμενε ο αδελφός μου. Ύστερα από τρία χρόνια που είχα να τον ιδώ, μου φάνηκε ψηλός, τυλιγμένος καθώς ήταν στα ράσα. Με τα λίγα του μαύρα γένεια, στα είκοσι ένα χρόνια τής ηλικίας του, είχε μορφή γλυκειά και τόσο ωραία, πού νόμισα πώς έβλεπα το πρόσωπο του Δεσπότη Χριστού, νόμισα πώς έβλεπα Άγγελο και όχι άνθρωπο, ήταν πολύ χαριτωμένος.
Παραμείναμε τρεις μέρες ώσπου να τακτοποιηθούν τα χαρτιά μου και να ξεκουραστώ από το πολυήμερο ταξίδι.

Ο Γέροντας του αδελφού μου, Ιωακείμ, ήταν ένας μοναχός μελαχρινός, σοβαρός, με όψη αγριωπή, αλλά γαλήνιος, χαρούμενος, μειλίχιος και γλυκύς στους τρόπους, γεμάτος καλοσύνη και τα λόγια του ήταν γεμάτα σοφία και διδαχή (μιλούσε συχνά με παραβολές), τόσο, πού σε συνέπαιρνε, σε εντυπωσίαζε και σε αιχμαλώτιζε η πνευματική ακτινοβολία τής ψυχής του (το κοσμικό του όνομα ήταν Ιωάννης Μπαλάσης και κατήγετο από τη Δάφνη των Καλαβρύτων).

Στο κελλί «Γέννησις τής Θεοτόκου», όπου μείναμε τρεις ημέρες, γνώρισα τον Γέροντα του π. Ιωακείμ, το μοναχό Ονούφριο, που επί πολλά χρόνια διετέλεσε Τυπικάρης και Διαβαστής στον πανάρχαιο Ναό τού Πρωτάτου. Ήταν γεμάτος καλοσύνη και είχε φωνή γλυ- κειά, στεντόρια και πολύ μελωδική, με ευκολία διακινούμενη στα ύψη και τα βάθη τής μουσικής κλίμακας. Γνώρισα επίσης καί τούς παραδελφούς, πνευματικούς αδελφούς δηλαδή, του πατρός Ιωακείμ, τον γέροντα Ανδρέα, τον γέροντα Διονύσιο καθώς και τον π. Κοσμά, όλοι γέροντες ασπρογένηδες, σεβάσμιοι στην όψη και καλοσυνάτοι στους τρόπους, οι όποιοι με δέχθηκαν με χαρά.
Την τρίτη μέρα, μαζί με τον γέροντα Ιωακείμ και τον αδελφό μου Θεοφίλη-Παντελεήμονα μοναχό, επιστρέψαμε στο λιμάνι της Δάφνης, για να πάμε στο κελλί που μένανε, το όποιο βρισκόταν στο ερημικότερο μέρος του Άθω, μπροστά στην Κορφή που βρίσκονται τα κελλιά τής Κερασιάς.

Στη Δάφνη δεν υπήρχε τακτική συγκοινωνία. Βρήκαμε ένα βαρκάρη, «Μπαρμπαγεωργάκη» τον λέγανε, που προθυμοποιήθηκε να μας πάει με τη βάρκα του μέχρι τη Νέα Σκήτη, με τη συμφωνία να του δώσουμε για ναύλα 25 δραχμές. Η θάλασσα, ευτυχώς, ήταν ήσυχη και με τα κουπιά σιγά-σιγά υστέρα από έξι ώρες φτάσαμε με τον Μπαρμπαγεωργάκη στη Νέα Σκήτη. Από τη θάλασσα παρατηρούσα τα βράχια, που μου φαίνονταν σαν να τάχε σκαλίσει θεϊκό χέρι, έβλεπα το θεόρατο βουνό του Άθωνα να υψώνεται απότομα από τη θάλασσα και να φθάνει μέχρι τον ουρανό. Έβλεπα τα τεράστια κτήρια των μοναστηριών πούναι κτισμένα πάνω στα βράχια και κοντά στη θάλασσα και με καταλάμβανε φόβος, σεβασμός και δέος. Αναλογιζόμουν πώς αυτά δεν μπορεί να τάφτιαξε ανθρώπινο χέρι μόνο, αλλά πώς θα πρέπει να έγιναν με θεϊκή δύναμη και βοήθεια. Έβλεπα τα διάφορα Καλυβάκια από τη Δάφνη ίσαμε τη Σιμωνόπετρα καί θαύμαζα πώς μένουν άνθρωποι εκεί στα μέρη εκείνα, τα έρημα και άνυδρα, που μοιάζουν πάνω στα βράχια σαν αετοφωλιές! Όταν όμως περνάγαμε κάτω από τη Σιμωνόπετρα, ο θαυμασμός μου κορυφώθηκε, σαν είδα αυτό το πελώριο μοναστήρι χτισμένο πάνω στον απότομο εκείνο βράχο να μοιάζει με φρούριο και πορθμείο μεταξύ ουρανού καί γης, για να μεταφέρει τις ψυχές από τη γη στον ουρανό, γιατί η κορυφή του μοναστηριού αυτού, κάτω από τη θάλασσα μου φάνηκε να φτάνει μέχρι τα σύννεφα, ένα πράγμα θαυμάσιο, υπέροχο αλλά και τρομακτικό.

Λίγο πιο πέρα αντικρίσαμε το Μοναστήρι του Αγίου Γρηγορίου, κτισμένο κι αυτό πάνω σε ριζιμιό βράχο, που τον θαλασσοδέρνουν μέρα-νύχτα τ’ αφρισμένα κύματα του Αιγαίου πελάγους. Μεγάλο, υποβλητικό και θαυμαστό κτήριο στην άκρη του γιαλού, σαν φάρος που προφυλάει από συντριμμό τα πλοία, έτσι και το μοναστήρι αυτό φυλάει τις ψυχές, να μη τις συντρίψει ο σατανάς με την ανθρωποκτόνο μανία του. Προχωρώντας σιγά-σιγά η βάρκα μας, παρουσιάζονταν τα τοπία που σχημάτιζαν τα παραλιακά βράχια, το ένα καλύτερο απ’ τ’ άλλο.

Μίση ώρα με τη βαρκούλα από του Γρηγορίου, βρεθήκαμε μπροστά σε άλλο μεγαθήριο Μοναστήρι, του Αγίου Διονυσίου. Θαρρείς κι είναι κι αυτό φυτρωμένο από τα βράχια, με την απότομη και πανύψηλη όψη που παρουσιάζει κάτω από τη θάλασσα, με τα ωραία κηπάκια του, σαν να είναι όλα ζωγραφιστά και ψεύτικα, σκαρφαλωμένα πάνω στα βράχια.
Μετά από το Μοναστήρι του Διονυσίου είδαμε στο βάθος, μακριά από τη θάλασσα, ίσαμε δυο χιλιόμετρα στα ριζιμιά των βράχων και κάτω από τις χιονοστιβάδες του Άθωνα, σαν διαμάντι θεόρατο, να αστραφτοκοπάει το μαρμαρόκτιστο Μοναστήρι του Αγίου Παύλου, με τους πολλούς και μεγάλους κήπους του, τις ελιές του και τις αμπελικές εκτάσεις σε μια ατέλειωτη πλαγιά.

Μεγάλο εργαστήρι της αρετής καί της αγιότητας∙ οί ψυχές που μπαίνουν μέσα χαλκεύονται και σφυροκοπούνται με τη σφύρα της υπακοής και τον άκμωνα της υπομονής, για να βγουν ολόλευκες και ολόχρυσες και να ανεβαίνουν, όσες άπ’ αυτές αξιώνονται να τελειώνουν το βίο τους εκεί, προς την κορυφή του Άθω και ευκολότερα απ’ εκεί στα Ουράνια.
Μακάριοι οι κατοικούντες εις τον οίκον του Κυρίου και τα Σκηνώματα Αυτού τα αγαπητά!

Σε λίγο αντικρίσαμε τη Νέα Σκήτη. Ήταν τόσο ωραία, που μου φάνηκε πώς μπήκαμε στον Παράδεισο, με τα ωραία ασκητικά καλύβια που είχε το καθένα την εκκλησία του, τις ελιές του, τα οπωροφόρα δέντρα, τα λουλούδια, τις πρασινάδες και φυσικές καλλονές. Πλησιάσαμε στην προβλήτα, δώσαμε στον Μπαρμπαγιωργάκη τα συμφωνηθέντα 25 φράγκα και κάτι παραπάνω, που μάς μετέφερε με τη βάρκα του από τη Δάφνη μέχρι τη Νέα Σκήτη. Σ’ όλο αυτό το διάστημα δεν έβγαλε μιλιά ο Μπαρμπαγιώργης από το στόμα του, φαίνεται πώς έλεγε την προσευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με». Τούτο το συμπέρανα, διότι καμιά φορά του ξέφευγε κι ακουγότανε η ευχή αυτή, που την έλεγε μέσα του.

Θαύμαζα την απλότητα του ανθρώπου αυτού, γιατί, όταν πήρε τα χρήματα, έβαλε μετάνοια στον Γέροντα κι αφού μας είπε χίλιες φορές ευχαριστώ, τον ακούσαμε να λέγει απομακρυνόμενος: «Δόξα σοι ο Θεός, δόξα σοι ο Θεός, δόξα σοι ο Θεός. Βρε Γιωργάκη, έβγαλες σήμερα μεροδούλι γενναίο, πήρες τριάντα δραχμές, τι άλλο θέλεις; Βρε Γιωργάκη, νάσαι ευχαριστημένος, θα φάνε τα παιδιά σου σήμερα πλούσια, δόξα σοι ο Θεός!». Τούτο μου έκανε εντύπωση μεγάλη! Τότε μείς πήραμε τα πράγματα, τους ντορβάδες μας στον ώμο και ανηφορίσαμε προς τη Σκήτη της Αγίας Άννης.
Με το ηλιοβασίλεμα είχαμε φτάσει σε μια ασκητική Καλύβη «ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου», που βρίσκεται στο ψηλότερο μέρος της Σκήτης αυτής.

Εκεί, ένας ασπρογένης Γέροντας, μια βιβλική μορφή, που άστραφτε το πρόσωπό του και ολόκληρος από χαρά και καθαρότητα, οι πέτρες λειτουργημένες σαν τα λείψανα των άγιων, πού ενώ θυμίζουν θάνατο, μυρίζουν Ανάσταση. Ο Γερο-Γαβριήλ, έμοιαζε με πατριάρχη και με άγγελο περισσότερο, παρά με άνθρωπο. Ο Γερο-Γαβριήλ ήταν αδελφικός φίλος τού Γέροντά μας Ιωακείμ και μας δέχτηκε με πολλή καλοσύνη. Σαν τον Πατριάρχη Αβραάμ, μας παρεκάλεσε να μείνουμε στη φτωχική, αλλά πλούσια σε φιλοξενία καλύβη του. Αλλά τι καλύβη; Δεν λες καλύτερα τριώροφη πολυκατοικία; Αλλά τα σπίτια στις Σκήτες, όσο μεγάλα κι αν είναι, τα λένε «Καλύβες».

Στην φιλόξενη αυτήν Καλύβη μείναμε το βράδυ εκείνο, όπου για πρώτη φορά ακόυσα πνευματικές συμβουλές και αφηγήσεις για προκοπές και προόδους άλλων μοναχών και πατέρων της Σκήτης της Αγιάννας.
Τήν άλλη μέρα ξεκινήσαμε την ανωφερική πορεία μας προς την κορυφή τού Άθωνα, όπου μετά από μιάμιση ώρα φτάσαμε στο ζυγό τού υψώματος, που βρίσκεται η κορυφή του Καρμήλιου Όρους. Στην τοποθεσία αυτή είναι και το σταυροδρόμι, γιατί συναντιώνται οι δρόμοι προς την κορυφή του Άθωνα προς τα επάνω αριστερά και προς τα κάτω πηγαίνει για την παλιά Σκήτη Άγιου Βασιλείου, και λίγο δεξιότερα πηγαίνει στα Κατουνάκια, στά Καρούλια και τη Μικρή Αγιάννα. Σ’ όλες αυτές τις τοποθεσίες είναι σκορπισμένα, μακριά το ένα από τ’ άλλο, τα ησυχαστήρια, οι καλύβες και οι σπηλιές των «έν ερημία» διαβιούντων ησυχαστών πνευματικών αδελφών.
Εμείς, στο σημείο αυτό, αφού προσκυνήσαμε ένα μεγάλο ξύλινο σταυρό, που έχουν τοποθετήσει εκεί οι πατέρες, κατηφορίσαμε σε επικλινές έδαφος, όπου βρίσκονται διασκορπισμένα εννιά Κελλιά με εκκλησίες και καλλιεργημένη περιοχή από κτήματα, κήπους, αμπέλια, ελιές και διάφορα οπωροφόρα δέντρα και στην άκρη κάπου χαμηλά είναι τρεις ησυχαστικές Καλύβες που μοιάζουν με σπηλιές.

Αυτή είναι, μου είπαν, ή «Κερασιά», ή όποια βρίσκεται μεταξύ φυσικών οχυρών, ανατολικά έχει την οροσειρά πού λέγεται «Σιδηρόκαστρο», βορειοδυτικά τήν κορυφή του Άθω και δυτικομεσημβρινά το όρος Κάρμηλος και τη θάλασσα, που παλαιότερα ήταν το επίνειο τής Κερασιάς. Η Κερασιά τότε (1933) αριθμούσε περί τούς πενήντα μοναχούς.
Στην περιφέρεια αυτή, πού «κυριαρχικώ δικαιώματι» ανήκει στη Μεγίστη Λαύρα, ζήσαμε με το γέροντά μου Ιωακείμ περισσότερα από 10 χρόνια και -μετά φύγαμε μαζί και πήγαμε στις Καρυές, κατά την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής.

Στην Κερασιά γνώρισα από κοντά όλες τις γύρω Σκήτες, από τη Νέα Σκήτη του Άγιου Παύλου μέχρι τη Μεγίστη Λαύρα, την περιοχή αυτή τού Αγίου Όρους που, κατά κοινή ομολογία όλων των επισκεπτόμενων και των διαβιούντων εις αυτήν, αποτελεί το πνευ- ματικότερο μέρος ολοκλήρου του Αγίου Όρους και σ’ αυτήν έχουν διαδραματιστεί τα σπουδαιότερα πνευματικά γεγονότα και ιερές αποκαλύψεις. Αν δε μεταφορικώς εξομοιώσουμε- το Άγιον Όρος με μια ολοκληρωμένη εκκλησία, τότε η περιοχή αυτή αποτελεί το πνευματικό ιερό της εκκλησίας αυτής τού Άθωνα.
Σ’ όλη αυτή την περιοχή γνώρισα σεβάσμιους και πνευματικούς πατέρες, πού μόνο την όψη τους να ’βλεπες σού προκαλούσαν το δέος και το σεβασμό και ’λεγες πότε να υποκλιθείς, να ασπασθείς το χέρι και να πάρεις την ευχή και την ευλογία τους.

Συνεχίζεται

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ. ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
ΠΡΩΤΗ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ: ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ
Η ηλεκτρονική επεξεργασία, σκανάρισμα και μορφοποίηση του κειμένου έγινε από τον Ν.Β



Ετικέτες