Πατέρας Επιφάνιος: Συνεχίζοντας μιας χιλιόχρονη αμπελουργική και οινική παράδοση στο Άγιο Όρος

Loading...


Ο Μυλοπόταμος, το μεγαλύτερο μετόχι της Ιεράς Μονής της Μεγίστης Λαύρας, βρίσκεται σε μια εντυπωσιακή τοποθεσία.

Η φωτογραφία που κοιτάζω αποτυπώνει τον πύργο και τον ναό, πάνω από μια απόκρημνη και άγρια ακτή.

Πίσω του αρχίζει ένας καταπράσινος λόφος με ήρεμη κλίση και πάνω, μακριά, ο προστάτης όγκος του Αγίου Όρους. Στον Μυλοπόταμο παραγόταν κρασί πριν από 1.000 χρόνια! Αυτή την παράδοση αποφάσισε να αναβιώσει, με μεγάλη φροντίδα και τεράστια προσπάθεια, ο πατέρας Επιφάνιος. Στη συζήτηση που ακολουθεί, μου μίλησε για τα βήματα, τις δυσκολίες, αλλά και τις χαρές της πορείας.

Πατέρα Επιφάνιε, από πού κατάγεστε;
Γεννήθηκα στη Νικήσιανη του νομού Καβάλας. Είναι ένα σχεδόν ορεινό χωριό, στους πρόποδες του Παγγαίου όρους, που έχει παράδοση στα καπνά, τα αμπέλια, τα σιτάρια… Πριν τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο καλλιεργούσαν και πολύ σουσάμι. Θυμάμαι πολύ καλά, πως η γιαγιά μου έλεγε ότι στο χωριό είχαν 18 μύλους που αλέθανε σουσάμι και κάνανε σουσαμέλαιο. Μέχρι τελευταία κάνανε σουσάμι. Τα αμπέλια τα καλλιεργούσαν στα χωράφια που θεωρούσαν πιο αδύναμα. Ο πατέρας μου είχε ένα αμπέλι, 5 στρέμματα, στο οποίο πηγαίναμε όταν ήμασταν μικροί και βοηθούσαμε, στο βλαστολόγημα, μαζεύαμε τις κληματσίδες όταν κλαδεύανε, στον τρύγο… Όπως δηλαδή κάνουν σε όλα τα χωριά της Μακεδονίας.

Πότε αποφασίσατε να γίνετε μοναχός;
Τέλειωσα το γυμνάσιο και το λύκειο στο χωριό και μετά πήγα στο Άγιο Όρος. Το 1973. Οι γονείς μου είχαν πολύ καλή σχέση με την εκκλησία. Ο πατέρας μου ήταν γνώστης της βυζαντινής μουσικής και έψελνε στην εκκλησία του χωριού μέχρι τα βαθιά του γεράματα, μέχρι 90 χρονών που πέθανε. Είχαν λοιπόν, σχέση και με τα γειτονικά μοναστήρια. Εκεί κοντά είναι ένα πολύ μεγάλο μοναστήρι, η Εικοσιφοίνισσα, αλλά υπάρχουν και μικρά μοναστήρια στην περιοχή. Κι αυτό επηρέασε, αν θέλεις, τη σκέψη μου, τη φιλοσοφία και τα όνειρά μου κι έφτασα στο σημείο να γίνω και εγώ μοναχός. Έφυγα για το Άγιο Όρος και πήγα στη Μονή Αγίου Παύλου, στην οποία έμεινα 17 χρόνια. Εκεί έμαθα βυζαντινή μουσική, έμαθα να ψέλνω. Συνέχισα να ασχολούμαι και με τα αμπέλια της μονής, όταν υπήρχαν δουλειές, στο κλάδεμα, στο μάζεμα των σταφυλιών. Πάντα, όταν είχαμε ελεύθερο χρόνο, βοηθούσαμε στα κτήματα. Οι ασχολίες μου όμως, βασικά, ήταν στην εκκλησία, όπου ήμουνα για μερικά χρόνια ψάλτης και επίσης, έκανα και 7 χρόνια στο μαγειρείο της μονής. Στην αρχή ως βοηθός και μετά ανέλαβα τη διεύθυνση της κουζίνας. Από εκεί και μετά, σιγά-σιγά, επειδή είχα ιδιαίτερο προσωπικό ενδιαφέρον για τα φαγητά, ήμουν και μερακλής, απέκτησα τη φήμη του καλού μάγειρα και με καλούσαν στα γειτονικά μοναστήρια, στα πανηγύρια, για να μαγειρεύω.

Μου είπατε πως μείνατε 17 χρόνια στη Μονή του Αγίου Παύλου. Μετά που πήγατε;
Το 1989 έφυγα από το μοναστήρι και πήγα στο όρος Σινά, στη Μονή της Αγίας Αικατερίνης, κοντά στα Ιεροσόλυμα. Εκεί έμεινα 6 μήνες. Δεν μου άρεσε όμως. Δεν υπήρχε ησυχία… Οι προσκυνητές έφταναν τα 50 λεωφορεία τη μέρα! Τότε! Τώρα είναι ακόμη περισσότεροι. Επέστρεψα στο Άγιο Όρος και το 1990, τον Μάρτιο, πήγα στη Μονή της Αγίας Λαύρας και ζήτησα να αγοράσω τον Μυλοπόταμο.

Τι σημαίνει το ότι αγοράσετε τον Μυλοπόταμο;
Το ιδιοκτησιακό καθεστώς στο Άγιο Όρος έχει μια ιδιομορφία. Εμείς, όταν παίρνουμε ένα κελί ή ένα μικρό μοναστήρι ή ένα κτήμα, δεν έχουμε τίτλο κυριότητας. Μας δίνουν τίτλο χρησικτησίας, που λέγεται ομόλογο κι έχουμε δικαίωμα να το χρησιμοποιούμε εφ’ όρου ζωής. Εάν θελήσουμε να το πουλήσουμε σε κάποιον δεύτερο, πρέπει να πάρουμε την άδεια του μοναστηριού. Και μπορεί το μοναστήρι να μας πει «δεν έχεις δικαίωμα να το πουλήσεις στον τάδε ή στον δείνα».

Μάλιστα. Και έτσι, εσείς αγοράσατε τον Μυλοπόταμο.
Ναι. Τον Μάρτιο του 1990 τελείωσε η συμφωνία και αρχές Μαΐου πήγα κι άρχισα να συντονίζω τις εργασίες, γιατί ήταν εντελώς εγκαταλειμμένος. Κανείς δεν έμενε εκεί.

Σε ποιο σημείο του Αγίου Όρους βρίσκεται ο Μυλοπόταμος;
Στα βορειοανατολικά της χερσονήσου. Βλέπει την Καβάλα, τη Θάσο, φαίνεται το Παγγαίο, η πατρίδα μου, η Σαμοθράκη, η Λήμνος και πολλές φορές, όταν είναι καθαρός ο ορίζοντας, βλέπουμε και την Ίμβρο. Είναι ένας πύργος του 973 μ.Χ. όπως γράφει στη διαθήκη του ο Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης. Εκτός από τον πύργο, υπάρχει το κτίριο της εκκλησίας και δίπλα μια αίθουσα υποδοχής, το αρχονταρίκι, όπως τις λέμε εμείς στο Άγιο Όρος. Στο υπόγειο είναι η κάβα όπου φυλάσσανε τα κρασιά και τα λάδια. Γιατί αυτό ήτανε το μετόχι της Αγίας Λαύρας και ο Άγιος Αθανάσιος το λέει ξεκάθαρα ότι «υπάρχει ένας τόπος που λέγεται Μυλοπόταμος, που απέχει 10 μίλια από τη Λαύρα… καθαρίσαμε την περιοχή από τις πέτρες και τα κλαδιά και φυτεύσαμε αμπελώνα και ελαιώνα για τις ανάγκες των μοναχών. Κτίσαμε πύργο και εκκλησία του Αγίου Ευσταθίου…». Αυτά τα γράφει στη χειρόγραφη διαθήκη του, η οποία γράφτηκε το 973 μ.Χ., δηλαδή περισσότερα από 1.000 χρόνια πριν. Και υπάρχει ακόμη.

Γιατί πήρατε αυτή την απόφαση, να εγκαταλείψετε το μοναστήρι και να ασχοληθείτε με το μετόχι;
Ήθελα να δοκιμάσω πως είναι η ζωή των μοναχών έξω από τα μοναστήρια. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν στο Άγιο Όρος περίπου 2.000 μοναχοί. Αυτοί που ζούνε στα εξαρτήματα, στις σκήτες και τα κελιά, είναι σχεδόν οι μισοί. Και οι μοναχοί που ζουν στα μοναστήρια δεν έχουν ένα επάγγελμα, ας το πούμε, βιοποριστικό. Ενώ όσοι ζουν στα εξαρτήματα έχουν την ανάγκη να δουλέψουν για να βγάζουν, όπως λέει και η προσευχή, το Πάτερ Υμών, «τον άρτο υμών τον επιούσιον». Αγιογραφούν, κάνουν δηλαδή εικόνες, κάνουν θυμίαμα, κομποσκοίνια, ξυλόγλυπτα, σταυρούς ή διάφορα άλλα χειροτεχνήματα και τα πουλάνε. Εγώ… επειδή μου άρεσε το αμπέλι, είχα αυτό το μεράκι, κι επειδή βρέθηκα στον Μυλοπόταμο που είχε τη χιλιόχρονη αμπελουργική ιστορία, ξεκίνησα να κάνω το κρασί του.

Πως ξεκίνησε η προσπάθεια;
Το 1992 -είχε πια έρθει μαζί μου, ως συνιδιοκτήτης και ο πατέρας Ιωακείμ- κάναμε μια μελέτη αναβίωσης του Μυλοποταμού, η οποία περιελάμβανε κτιριακή αναστύλωση, αναβίωση του αμπελώνα και του ελαιώνα, δημιουργία ενός οινοποιείου και ενός ελαιοτριβείου. Την υποβάλαμε στο ΚΕΔΑΚ (Κέντρο Διαφύλαξης Αγιορειτικής Κληρονομιάς), έναν κρατικό οργανισμό. Δυστυχώς, παρόλο που πήραμε προέγκριση από τις Βρυξέλες και η μελέτη χαρακτηρίστηκε πιλοτική, το σχέδιο ναυάγησε. Διότι είμαστε άνθρωποι και εμείς οι Έλληνες έχουμε την τάση, μεταξύ μας, να καταστρέφει ο ένας τον άλλο. Ανθρώπινο είναι αυτό…

Οπότε…
Οπότε ξεκίνησα μόνος μου, φυτεύοντας τα πρώτα αμπέλια, το 1993. Τα πρώτα φυτά μού τα έδωσε ο Γιάννης Μπουτάρης, να είναι καλά ο άνθρωπος, ενώ τις πρώτες συμβουλές για το πώς θα φύτευα και τις ποικιλίες που θα έβαζα, τις πήρα από τον Γιάννη Βογιατζή. Έτσι σιγά-σιγά ξεκινήσαμε. Στη αρχή φυτέψαμε 15 στρέμματα Merlot. Μετά από δυο χρόνια βάλαμε περίπου 14 στρέμματα Λημνιό και μετά Ροδίτη, Μοσχάτο Αλεξανδρείας και Cabernet. Σήμερα έχουμε, συνολικά 42 στρέμματα, όλα βιολογικής καλλιέργειας, πιστοποιημένα από τη ΔΗΩ. Το αμπέλι είναι δίπλα στο κύμα. Ο ήλιος βγαίνει από τη θάλασσα και οι αχτίνες πέφτουν κατευθείαν στα φυτά. Το έδαφος είναι επικλινές και η γειτονιά της θάλασσας δημιουργεί έναν συνεχή κύκλο κίνησης του θερμού και ψυχρού αέρα, ακόμη κι όταν έχουμε άπνοια. Αλλά γενικά, έχουμε πολλούς αέρηδες, σε βαθμό που, κατά μήκος του αμπελιού, από την πλευρά της θάλασσας, χρειάστηκε να φυτέψουμε καλάμια. Έναν φυσικό φράχτη, ύψους 2-3 μέτρων, διότι συνήθως τον Απρίλιο και τον Μάιο, όταν είναι νεαρά τα βλαστάρια, ο βοριάς μας κάνει καταστροφές.

Και πότε βγήκε το πρώτο κρασί;
Το 1996 βγάλαμε το πρώτο κρασί, το ερυθρό. Και το 1997 αρχίσαμε να χτίζουμε το οινοποιείο. Πήραμε την άδεια από το Χημείο του Κράτους, το οποίο βέβαια απαιτούσε πολλές άλλες παράλληλες άδειες, περιβαλλοντολογικές, από το τμήμα Βιομηχανίας, από την Πολεοδομία… ένα σωρό. Θυμάμαι, μου είχε κάνει εντύπωση. Επτά άδειες συγκεντρώσαμε και τις πήγαμε όλες στο Χημείο του Κράτους για να μας δώσει την άδεια εμφιάλωσης. Οι δυσκολίες ήταν πολλές. Τα προβλήματα, επίσης πολλά. Πρώτα απ’ όλα, τα πρώτα χρόνια, εμφιαλώναμε με το χέρι. Το 2000 πήραμε την πρώτη εμφιαλωτική γραμμή. Μπήκαμε σε ένα αναπτυξιακό πρόγραμμα και πήραμε επιδότηση που, Δόξα τω Θεώ, μας βοήθησε κι έτσι στάθηκε στα πόδια του το οινοποιείο. Σήμερα έχουμε 5 ετικέτες. Από αυτές, οι 3 είναι Αγιορείτικοι τοπικοί οίνοι, ένα λευκό και ένα ερυθρό, βιολογικής καλλιέργειας. Το λευκό από Μοσχάτο Αλεξανδρείας και Ροδίτη και το ερυθρό από τις τρεις ερυθρές ποικιλίες μας: Merlot, Λημνιό και Cabernet Sauvignon σε ποσοστό 80%, 5% και 5%. Και το καινούργιο μας ερυθρό, το Επιφανής, πιο βαθιάς παλαίωσης, με διαφορετική οινοποίηση, φιάλη και ετικέτα. Οι άλλες 2 ετικέτες είναι το Οινόμελι, 100% Μοσχάτο Αμβούργου και το γλυκό Νάμα από 50% Merlot κι άλλο τόσο Μοσχάτο Αλεξανδρείας. Αυτά, τα τελευταία, είναι επιτραπέζιοι οίνοι γιατί τα σταφύλια τα αγοράζουμε. Συνολικά παράγουμε γύρω στις 70.000 φιάλες τον χρόνο. Οινολόγος μας είναι, από την αρχή, ο Απόστολος Ματάμης. Επίσης, έχουμε ως σύμβουλο τον Θάνο Φακορέλη (βλ. οινολόγος που ζει στη Γαλλία) που έρχεται 3-4 φορές τον χρόνο και δοκιμάζει τα κρασιά.

Απ’ ότι γνωρίζω, δέχεστε επισκέπτες στον Μυλοπόταμο.
Οι προσκυνητές στο Άγιο Όρος είναι πάρα πολλοί, γύρω στις 300.000 κάθε χρόνο. Από τον Μυλοπόταμο περνάνε, για να προσκυνήσουν, αλλά και για να δουν το οινοποιείο, περίπου 10.000. Γιατί τώρα πλέον, που τα κρασιά μας υπάρχουν σε 2-3 μπακάλικα στο λιμάνι της Δάφνης και σε άλλα τόσα σημεία στην πρωτεύουσα στις Καρυές, αλλά και από διάφορα άρθρα, από την παρουσία μας στις εκθέσεις, το έχουν μάθει το κρασί κι όταν έρχονται στο Άγιο Όρος θέλουν να περάσουν κι από εκεί. Αυτό έχει τα καλά του, αλλά είναι και κόπος. Χρειάζεται ένας άνθρωπος που θα είναι εκεί, θα τους ανοίξει να δουν το οινοποιείο, να δοκιμάσουν τα κρασιά.

Υπάρχει και ξενώνας όπου μπορούν οι επισκέπτες να μείνουν;
Δεν μένουν όλοι αυτοί οι 10.000 που ανέφερα! Δεν μπορούμε να τους φιλοξενήσουμε. Ο ξενώνας μας, έχει όλα κι όλα 10 κρεβάτια. Φιλοξενούμε αρκετούς, συνήθως αυτούς που έχουν κλείσει από νωρίτερα, τους συνεργάτες, τους γνωστούς, αλλά το 98% των επισκεπτών μας είναι περαστικοί. Οι πιο πολλοί από αυτούς που έρχονται στο Άγιο Όρος μένουν στα μοναστήρια. Και τα μεγάλα μοναστήρια, η Μονή Ιβήρων, η Καρακάλου, η Λαύρα…είναι κοντά στον Μυλοπόταμο, Για να φύγει κανείς από τον Μυλοπόταμο και να πάει στη Λαύρα θέλει πέντε ώρες περπάτημα, μιάμιση ώρα για να πάει στην Καρακάλου, άλλο τόσο για να πάει Φιλοθέου, μισή ώρα για την Ιβήρων.

Όλα αυτά τα μοναστήρια, αλλά και τα υπόλοιπα στο Άγιο Όρος, έχουν αμπελώνες; Παράγουν κρασί, έστω και για τη δική τους χρήση;
Θα σου πω τι γίνεται. Στα μοναστήρια όλα, από τον καιρό της σύστασής τους, μιλάμε για τον 5ο, τον 6ο, τον 7ο μ.Χ. αιώνα, οι μοναχοί νηστεύουν όλο τον χρόνο. Περίπου 200 μέρες τον χρόνο τρώνε φαγητό χωρίς λάδι. Τις μέρες όμως, που τρώνε φαγητό με λάδι ή με ψάρι, απαραιτήτως έχουν κι ένα ποτήρι κρασί στο τραπέζι τους. Γι’ αυτό τον λόγο, αλλά και για τη συμμετοχή του κρασιού στη Θεία Κοινωνία, όλα τα μοναστήρια είχαν αμπέλια, πάντοτε. Και οι μοναχοί είχαν, και έχουν, μια σχέση με το αμπέλι και το κρασί. Δεν κάνουν βεβαίως, ποιοτικά κρασιά. Τώρα όμως, επειδή το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων έχει ανέβει, σαφώς και οι απαιτήσεις των καταναλωτών για το κρασί έχουν ανέβει. Έτσι είναι και στους μοναχούς. Εγώ θυμάμαι πριν από 35-40 χρόνια, όταν πήγα στο Άγιο Όρος, το κρασί που πίναμε είχε… προχωρήσει τουλάχιστον στο πρώτο στάδιο της οξίνισης. Τώρα, όλοι τα προσέχουν. Από τη Μονή Ιβήρων για παράδειγμα, ο πάτερ Ιωάννης έρχεται σε κάθε τρύγο και ρωτάει, πως αυτό, πως εκείνο, πως το κάνουμε… κι έφτασε στο σημείο να κάνει ένα πολύ καλό κόκκινο κρασί χύμα, που το πίνουν στο μοναστήρι ευχάριστα και λένε, Δόξα τω Θεώ! Ναι, είναι σημαντικό.

Υπάρχουν όμως και μονές που εμφιαλώνουν το κρασί τους, έτσι δεν είναι;
Ναι, αυτή τη στιγμή υπάρχουν 3 μονές, η Αγίου Παύλου, Βατοπαιδίου και Σίμωνος Πέτρας. Οι πρώτες δύο έχουν και άδεια εμφιάλωσης. Επίσης, η Μονή Διονυσίου, που έχει πολλά αμπέλια, πουλάει το κρασί, χύμα στον Πρωτόπαπα (βλ. οινοποιός) ο οποίος φτιάχνει τον Μοναστηριακό του οίνο. Και υπάρχει και ο μεγάλος αμπελώνας του Τσάνταλη, που ξεπερνά τα 1.000 στρέμματα, στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονος.

Αυτά τα κρασιά, των μοναστηριών που αναφέρατε, κυκλοφορούν στο εμπόριο;
Όχι. Η Μονή Σίμωνος Πέτρας κάνει 3.000-4.000 φιάλες, που πιο πολύ τις μοιράζουν. Η Βατοπαιδίου κάνει 8.000-10.000 φιάλες κι άλλες τόσες η Μονή Αγίου Παύλου. Μακροπρόθεσμα βεβαίως, μπορεί να φτάσουν στο σημείο να κάνουν πάρα πολλές. Και γιατί να μην κάνουν! Εγώ χαίρομαι.

Κλείνοντας, πείτε μου και για το βιβλίο σας, τη «Μαγειρική του Αγίου Όρους».
Όπως σου είπα, όταν ήμουν στη Μονή Αγίου Παύλου, το διακόνημά μου ήταν μάγειρας. Κι όταν λέμε διακόνημα στο Άγιο Όρος, εννοούμε την ενασχόληση, το επάγγελμα. Για 7 χρόνια μαγείρευα για 80 με 100 άτομα, μεσημέρι-βράδυ. Φαγητά, σαλάτες, γλυκά… πράματα και θάματα. Είχα μάθει να μαγειρεύω δίπλα σε παλιούς μαγείρους και επειδή μου άρεσε, ρωτούσα κι είχα αρχίσει να συγκεντρώνω συνταγές. Όχι από βιβλία… από δω κι από κει. Ρωτούσα έναν παλιό καλόγερο, πως το κάνεις εσύ το ψάρι με άσπρη σάλτσα, μετά ρωτούσα έναν άλλο. Και τα τελευταία 15 χρόνια, είχαν φτάσει οι φίλοι και οι γνωστοί να με πιέζουν για να καθήσω και να γράψω όλες αυτές τις συνταγές που έμαθα, σ’ ένα βιβλίο. Κι έτσι προέκυψε χωρίς βία, άγχος και δίχως κερδοσκοπικό σκοπό η «Μαγειρική του Αγίου Όρους». Και με τη βοήθεια του φίλου Γιώργου Πούπη, που ήρθε στον Μυλοπόταμο, κάθισε 10 μέρες, μαγειρέψαμε κι έβγαλε τις φωτογραφίες. Το οποίο βιβλίο αγαπήθηκε και έχει κυκλοφορήσει στα αγγλικά και τα ρωσικά για τους ξένους προσκυνητές στο Άγιο Όρος, που ειδικά οι Ρώσοι είναι πάρα πολλοί.



Ετικέτες