Αγιο Ορος, μοναχισμός και κόσμος

Loading...


(Συνέντευξη που παρεχώρησε ο Γρηγοριάτης ιερομόναχος π. Αρτέμιος)

Προλογίζοντας ο π. Αρτέμιος είπε τα εξής:

Δόξα τω Θεώ, χαίρομαι, αφ’ ενός διότι, παρά την έλλειψη χρόνου και την πίεση των υποχρεώσεών μου, ευρίσκομαι ανάμεσά σας και αφ’ έτερου διότι έχετε αυτά τα πνευματικά ενδιαφέροντα.

Αισθάνομαι βέβαια ότι δεν έχω δικαίωμα να παρέμβω στους προβληματισμούς της γενιάς σας, δεδομένου ότι τα πράγματα αλλάζουν κάθε χρόνο που περνάει, πιστεύω όμως ότι υπάρχουν κάποια κοινά ενδιαφέροντα, κι έτσι μπορούμε με τη χάρη του Θεού, τη δική μας πείρα και τη δική σας προσαρμοστικότητα να καταλήξουμε σε ένα κοινό πυρήνα. Βέβαια υπάρχουν κάποια πράγματα που είναι διαχρονικά, όπως είναι τα δόγματα, η πίστη, που δεν αλλάζουν. Κάποια όμως κάποτε διαμορφώνονται, όπως π.χ. κάποια θέματα ήθους, εθίμων, επιστήμης, τέχνης, και μερικές φορές προσαρμόζονται ανάλογα με τις απαιτήσεις κάποιας κοινωνίας. Παλαιότερα π.χ. στις συζητήσεις και στις ομιλίες αναφερόμασταν σε ποικίλα θέματα, προσωπικά, πολιτικοκοινωνικά, ψυχολογικά, προβλήματα πείνας και πολέμων, που τότε απασχολούσαν άμεσα τους νέους.

Σήμερα, πλην των άλλων, πρωταρχικά ζητήματα είναι τα ναρκωτικά, η ανεργία, οι εκτρώσεις, τα διαζύγια, η οικολογία κ. α. τα οποία και τότε βέβαια υπήρχαν, αλλά σε χαμηλότερο βαθμό. Αλλάζουν λοιπόν τα ενδιαφέροντα, αλλάζουν και τα θέματα των συζητήσεων. Γνωρίζετε ότι είμαι μοναχός στο Άγιον Όρος, αλλά εξομολογώντας από το 1992, παρακολουθώ τα προβλήματα των νέων, των νέων ζευγαριών και των μεγάλων, σκέπτομαι, προβληματίζομαι, διαμορφώνω άποψη κι εγώ. Άκουσα ότι έχετε κάποιες ερωτήσεις. Ευχαρίστως λοιπόν να σας απαντήσω.

Ερώτηση: Σας ευχαριστούμε που δεχθήκατε να μιλήσετε μαζί μας. Μιλήστε μας κατ’ αρχήν για σας· ποιά είναι η καταγωγή σας, οι σπουδές σας, πως αποφασίσατε να γίνετε μοναχός κι αν μετανιώσατε ποτέ γι’ αυτό. Ποιές ήταν οι σχέσεις σας με την Εκκλησία, όταν ήσασταν μικρός; Ποιά τα ενδιαφέροντά σας; Μουσική; Αθλητισμός; Ασχολείστε με τη μουσική; Τι μουσική ακούτε;

Απάντηση: Σπούδασα Χημεία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έζησα τα φοιτητικά μου χρόνια στην εποχή του Πολυτεχνείου και στη μεταχουντική περίοδο. Όπως η πλειονότητα των φοιτητών τότε, έτσι κι εγώ συμμετείχα στις συγκεντρώσεις και στις διαδηλώσεις, φώναζα συνθήματα, σήκωνα πανό. Λέγω και στους νέους και στους μεγάλους ότι η επανάσταση για τους νέους είναι απαραίτητη, αρκεί να είναι γόνιμη και όχι καταστροφική. Αν π.χ. ο γονέας καπνίζει η είναι αλκοολικός, αλλά το παιδί του αποφασίσει να μην καπνίζει ή να μην πίνει, τότε κάνει μια γόνιμη επανάσταση. Αν όμως οι γονείς του δεν παίρνουν ναρκωτικά, αλλά αυτός αποφασίσει να παίρνει, τότε κάνει μια καταστροφική επανάσταση, που εξελίσσεται και σε αυτοκαταστροφική. Επιλέγουμε λοιπόν τις καλές επαναστάσεις.
Κι εγώ λοιπόν στην εποχή μου έκανα τη δική μου επανάσταση. Βασικά ήμουν αναρχικός, όχι με την έννοια της καταστροφής, αλλά αντιεξουσιαστής. Δεν πίστευα σε κανένα κόμμα και αρνιόμουν κάθε μορφής εξουσία, καταπίεση και τυραννία από άνθρωπο σε άνθρωπο σε όλα τα επίπεδα, ακόμη και μέσα στην οικογένεια. Αποδεχόμουν, αποδέχομαι και τώρα, τις σχέσεις αγάπης. Πιστεύω ότι στον κόσμο υπάρχουν δύο ειδών σχέσεις: σχέσεις αγάπης, η (αποκλειστικά η) σχέσεις εξουσίας. Η σχέση αγάπης προϋποθέτει ισότητα, ενώ η σχέση εξουσίας ανισότητα. Συνεπής προς αυτό, προτίμησα τις σχέσεις αγάπης και ισότητας, όχι τις σχέσεις ανισότητας και εξουσίας. Γι’ αυτό πιστεύω ότι όταν κανείς αγωνίζεται για τα πολιτικά (χωρίς να το απορρίπτω, δεδομένου ότι κι εγώ έκανα πορείες στους δρόμους) ο αγώνας είναι για ν’ αλλάξουμε τύραννο, άνθρωπο δυνάστη στο κεφάλι μας.

Τότε κατάλαβα ότι η αληθινή επανάσταση γίνεται μέσα μας, η αλλαγή του εαυτού μας. Την εποχή εκείνη, το 1975, είχα επισκεφθεί το Άγιον Όρος και είχα γνωρίσει τον γέροντα Παίσιο. Τού είπα λοιπόν:

– Βλέπω νέους που για τις ιδέες τους θυσιάζονται, στέκουν άφοβα μπροστά στα τάνκς και δεν φοβούνται για την ζωή τους. Εγώ υποτίθεται πως είμαι ένας χριστιανός που ίσως είμαι δειλός. Θα έβαζα άραγε τα στήθη μου μπροστά στα τάνκς γι’ αυτό που πιστεύω; ή μήπως δεν κάνω τίποτα; Τότε ο γέροντας Παίσιος μου είπε:
Το να βάλεις τα στήθη σου μπροστά στα τάνκς είναι εύκολο! Τέτοια απάντηση με άφησε άναυδο. Κεραυνόπληκτος τον ρώτησα:

– Είναι τόσο εύκολο να θυσιάζει κανείς τη ζωή του έτσι;

Ναί, είπε, είναι εύκολο, γιατί αυτό δεν έχει μετάνοια!

Αργότερα κατάλαβα το νόημα της φράσεως «δεν έχει μετάνοια». Σημαίνει ότι ασχολείσαι διαρκώς με εξωτερικά προβλήματα, χωρίς να κάνεις επανάσταση εναντίον των παθών σου, για ν’ αλλάξεις το εαυτό σου. Είναι εύκολο να φωνάζεις: «Αλλάξτε εκείνο, αλλάξτε το άλλο», χωρίς όμως να αλλάζεις εσύ ο ίδιος στο παραμικρό. Ο Σαββόπουλος είπε κάποτε μία ωραία κουβέντα: «Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που αγωνίζονται να διώξουν το νέφος από την Αθήνα και δεν διώχνουν το νέφος που έχουν μέσα στην οικογένειά τους!». Κατανόησα λοιπόν ότι η επανάσταση ουσιαστικά ξεκινά από τον εαυτό σου και τον μικρό χώρο που ανήκεις, και ύστερα επεκτείνεται σε κάποιες κοινωνικές επαναστάσεις, αν χρειαστούν. Έτσι ξεκίνησα και ανακάλυψα και το Άγιον Όρος.

Αυτά που θα σας πω θα φανούν λίγο σουρεαλιστικά, αλλά είστε νέοι και θα τα καταλάβετε. Στη ζωή μου κυνηγούσα βασικά τρία πράγματα: Από τους γονείς μου έμαθα να είμαι παιδί, από τους φίλους μου να είμαι τρελός, από τους συμφοιτητές μου να είμαι γλεντζές. Όμως με την πάροδο του χρόνου κατάλαβα ότι αυτά έπρεπε οπωσδήποτε ν’ αλλάξουν σύμφωνα με τις απαιτήσεις του κοινωνικού κατεστημένου. Δηλαδή το «παιδί» έπρεπε να μεγαλώσει, να σοβαρευτεί, ο «τρελός» να φορέσει την γραβάτα του και να πάει στη δουλειά, και ο «γλεντζές» την «τσαγκαροδευτέρα» να ξαναξεκινήσει για το κυνήγι του χρήματος. Ήμουν τότε φοιτητής, έτρεχα κι εγώ σαν τον Βέγγο στους δρόμους. Κάποια στιγμή περνούσα από κάποια εκκλησία, άναβα ένα κεράκι, ηρεμούσα και έλεγα καθ’ εαυτόν: «Δεν υπάρχει άραγε τρόπος, λόγου χάριν, να κρατήσεις αυτό το παιδί, αυτόν τον τρελό, αυτόν τον γλεντζέ που έχεις μέσα σου, παρά θα πρέπει κάθε φορά να ακολουθείς τους ρυθμούς που σού επιβάλλει η κοινωνία;» Τότε άκουσα για το Άγιον Όρος, μια πολιτεία υπό την προστασία της Παναγίας, που είναι πολύ διαφορετική στη ζωή και στο ρυθμό που ζούμε στον κόσμο.

Όταν επισκέφθηκα αυτή την Αθωνική Πολιτεία, διαπίστωσα με έκπληξη ότι οι μοναχοί έχουν αυτά τα τρία χαρακτηριστικά που κι εγώ επεδίωκα στη ζωή μου: Είναι παιδιά, γιατί ποτέ δεν μεγάλωσαν, δεν νυμφεύτηκαν, δεν έκαναν παιδιά και, όπως λένε στο Άγιον Όρος, είναι «τα παιδιά της Παναγίας», τα οποία αφήνει η Παναγία στο «περιβόλι της», να μείνουν έξω, να παίξουν στην αυλή της, να ξενυχτήσουν, να ξαγρυπνήσουν, όπως θέλουν τα παιδιά. Είναι επίσης οι μοναχοί τρελοί, γιατί παραμένουν ασυμβίβαστοι με τη λογική του κόσμου. Θυμάμαι τον μακαρίτη τον Νίκο Πεντζίκη. Ήταν σουρεαλιστής συγγραφέας από την Θεσσαλονίκη, πολύ δυναμικός, εμβριθής και διεισδυτικός, αλλά και πιστός, που αγαπούσε πολύ το Άγιον Όρος και τους μοναχούς. Κάποτε που είχε έρθει εκεί, μου είπε με τη χαρακτηριστική ψιλή φωνή του:

– Εσείς οι μοναχοί είστε τρελοί!

– Γιατί είμαστε τρελοί;

– Διότι θέλετε να σωθείτε, και πάτε και χάνεστε. Άρα είστε τρελοί. Αφού θέλετε να σωθείτε, γιατί εξαφανίζεστε;
Οι μοναχοί επίσης είναι γλεντζέδες! Καθώς σας είπα, από τους συμφοιτητές μου έμαθα να είμαι γλεντζές! Είχαμε ωραία παρέα. Τότε δεν προτιμούσαμε να ακούμε δίσκους, ούτε συχνάζαμε σε συνήθεις κλειστούς χώρους διασκεδάσεως, εκτός από καμιά καλή ταβέρνα. Συνήθως παίρναμε τις κιθάρες και φεύγαμε στην εξοχή, στα δάση, στις παραλίες. Είχαμε ωραίο ρεπερτόριο» παίζαμε Χατζή, Ζαμπέτα, Βαμβακάρη, Παπαιωάννου, Τσιτσάνη κ. α. Θυμάμαι κάποτε, στο πρώτο έτος, πήγαμε εκδρομή μέσα στα χιόνια, στην Πεντέλη. Εκεί βρήκα μια κιθάρα κρεμασμένη στον τοίχο μιάς ταβέρνας, κι επειδή δεν είχα πέννα, έπαιζα κιθάρα με ένα νόμισμα, ένα δίφραγκο! Έτσι λοιπόν «σπούδασα» και το γλέντι, αλλά κι αυτό κάπου σταματούσε. Όταν όμως επισκέφτηκα το Άγιον Όρος, διαπίστωσα ότι οι ακολουθίες και το πρόγραμμα ήταν ένα συνεχές γλέντι, μια συνεχής διασκέδαση χωρίς σταμάτημα, μια αδιάλειπτη προσευχή και δοξολογία στον Θεό, ένα πανηγύρι, όπου δεν τραγουδούσα μόνος μου, δεν έψαλλα μόνον εγώ, αλλά και όλη η φύση γύρω μου. Τα πάντα, τα πουλιά, τα φυτά, τα δέντρα, το κύμα ήσαν ένας αέναος χορός! Οπότε είπα κι εγώ το γνωστό άσμα του Σαββόπουλου: «Ας κρατήσουν οι χοροί», και πήγα στο Άγιον Όρος.
Βέβαια μερικοί μπορεί να το εκλάβουν ως αδυναμία, να πούν: «Πήγες στο Άγιον Όρος, γιατί δεν μπορούσες να ζήσεις τις δυσκολίες και τους πειρασμούς του κόσμου». Τούς αφήνω να κρατάνε, να «μασουλάνε» αυτή την γνώμη. Εγώ πάντως κράτησα για λογαριασμό μου τα τρία Π, τις τρεις όμορφες Παρθένες: την Παράνοια, την Πανήγυρη και την Παιδικότητα. Έτσι λοιπόν εκεί δικαιώθηκαν όλα τα όνειρά μου, όλη αυτή η επαναστατικότητα.

Μα και σήμερα αισθάνομαι έφηβος, συγχρόνως κολακεύομαι που είμαι ανάμεσά σας, και πάλι νοιώθω επαναστάτης, παρ’ όλον ότι πήραν ν’ ασπρίζουν τα μαλλιά μου. Πέρασαν πάνω από είκοσι χρόνια στο μοναστήρι, για να συνειδητοποιήσω ότι δεν ήμουν πλέον φοιτητής. Έχω επίσης την εντύπωση, χωρίς να είμαι σίγουρος, ότι ο μοναχός μένει στην ηλικία που πηγαίνει εκεί για να μονάσει. Μπορεί να έχει φτάσει τα ογδόντα και να παραμένει στην ηλικία των δεκαοκτώ, των είκοσι τριών η των τριάντα ετών που έγινε δόκιμος, και να έχει ίσως την απλότητα, αλλά και τις αδυναμίες της ηλικίας εκείνης, την παιδικότητα π.χ. η τον πρώτο ενθουσιασμό. Θυμάμαι τον γέρο Εφραίμ τον Γρηγοριάτη, που είχε φτάσει εβδομήντα χρόνων και παραπάνω, και χαιρόταν, όταν του έκανες ένα δώρο, ένα γκαζάκι για παράδειγμα, όπως ένα παιδί στα γενέθλια του! Αυτά ήσαν λοιπόν τα κίνητρά μου.

Βέβαια δεν αγνοώ τις δυσκολίες και τις στενοχώριες που περνάτε εσείς στον κόσμο, ούτε παραβλέπω τα δικά σας προβλήματα. Αν είχα παιδιά, θα ήσαν στην ηλικία σας και θα είχαν τα ίδια προβλήματα με σας, που σήμερα είναι οξύτερα, όπως είναι οι εξετάσεις, ο διορισμός, οι σχέσεις των δύο φύλων κλπ. Διαπιστώνω όμως ότι κι εγώ τέλος πάντων δεν απέφυγα τα σημερινά προβλήματα, διότι όλα αυτά τα φορτώνομαι με την εξομολόγηση των νέων, εκεί που θα πρέπει να δώσω την κατάλληλη και σωστή συμβουλή. Παράλληλα συνειδητοποιώ ότι, όπως όλοι οι μοναχοί, είμαι ακόμη παιδί και γι’ αυτό δεν το έχω μετανιώσει.

Ερώτηση: Καί η Μουσική; Η σχέση σας με την Εκκλησία;

Απάντηση: Με την Εκκλησία μπορώ να πω ότι από μικρός είχα καλές σχέσεις, δεδομένου ότι η γιαγιά μου, μια πολύ πιστή γυναίκα, από τον κλάδο της μητέρας μου, γεννήθηκε στην Τήνο. Από το σόι του πατέρα μου, γεννημένου σε χωριό της Μεσσήνης και καταγομένου από τα μέρη της Δημητσάνας, είχα προγόνους ιερείς και αγωνιστές του 1821. Είχα λοιπόν βαθιές θρησκευτικές καταβολές. Όταν ήμουν 15-18 ετών είχα κι εγώ τους προβληματισμούς και τις αμφισβητήσεις μου. Με βοήθησε ο τότε Πνευματικός μου και κάποιοι άλλοι σοφοί άνθρωποι να προσανατολισθώ. Βέβαια όλα αυτά δεν τα δέχτηκα παθητικά, αλλά τα έψαξα και τα δούλεψα μέσα μου, όχι μόνον εγκεφαλικά, αλλά περισσότερο βιωματικά.

Ως προς την μουσική, από μικρός είχα ένα μεταλλόφωνο και αργότερα μία μελόντικα. Έτσι ξεκίνησα με τη μουσική. Όταν ετοιμαζόμουν για τις εξετάσεις, έμαθα απλή κιθάρα από ένα φίλο, κυρίως τα ακομπανιαμέντα. Σιγά-σιγά, έχοντας μουσικό αυτί, αντιλαμβανόμουν τα διαστήματα από το αίσθημα που μου δημιουργούσαν και έτσι μπορούσα να προσδιορίσω τις συγχορδίες.

Στο Πανεπιστήμιο πέρασα από όλες τις μουσικές επιρροές. Στην αρχή μου άρεσαν πολύ οι μελωδίες των σπαγγέτι γουέστερν, κυρίως τα κομμάτια του Ένιο Μορρικόνε. Σιγά-σιγά πέρασα στην κλασσική μουσική. Ασφαλώς προτιμούσα τη μουσική εκείνου του καιρού, το νέο κύμα, τα έντεχνα λαικά τραγούδια με τον Θεοδωράκη, τον Ζωγράφο, τον Χατζιδάκη, τον Ξαρχάκο, τον Μαρκόπουλο, από τα ελαφρά του Χατζιδάκη μέχρι τα ρεμπέτικα του Τσιτσάνη και του Βαμβακάρη, ειδικά της δεκαετίας του 1950. Στην εποχή μας από ξένη μουσική κυκλοφορούσε η ποπ. Αγαπημένα μου συγκροτήματα οι ΡοΙΙ και οι Olympians. Ακολούθησε το ροκ και ακούγονταν διάφορα συγκροτήματα, ελληνικά και ξένα. Ακούγαμε απ’ όλα. Θυμάμαι ότι από ένα πιτσιρικά που του έκανα φροντιστήριο, είχα ακούσει τους Queens και τους Jethro Tull. Περισσότερο όμως είχα προσανατολιστεί στην ελληνική μουσική.

Όταν πήγα στο Άγιον Όρος, κάποιοι φίλοι που έπαιζαν ελληνική τζαζ, όπως οι Mode Plagal, μου έφεραν κάποια κομμάτια σε cd, ελληνικά και ξένα. Δεν έπαιξα ποτέ τζαζ, αλλά μετά την Βυζαντινή Μουσική, την οποία θεωρώ αξεπέραστη, είναι η μουσική που μου αρέσει περισσότερο. Στη τζαζ ανήκουν και τα Negro Spiritual, τα λεγόμενα Gospel, με χριστιανικά μηνύματα των Αφροαμερικάνων, με την ασύλληπτη και αξέχαστη Mahalia Jackson, που τραγούδησε μόνο τραγούδια για τον Χριστό.

Σήμερα ακούω οτιδήποτε, ακόμη και hip hop. Ακούω Active Member, καθώς και Πυξ Λαξ. Από αυτούς που τραγουδούν νεώτερα έντεχνα προτιμώ τον Χατζηγιάννη, τον Βαρδή, τον Σωκράτη Μάλαμα και τη Μελίνα Κανά. Κάποιοι από αυτούς ήρθαν και στην εξομολόγηση. Πιστεύω ότι κάθε μουσική έχει κάτι να δώσει. Πριν δύο-τρία χρόνια σ’ αυτή την αίθουσα ανέπτυξα το θέμα «Τέχνη και πίστη», στο οποίο είπα ένα ρητό του Ωγκύστ Ρονταίν, ότι ο καλλιτέχνης είναι κατ’ εξοχήν θρησκευτικό άτομο, διότι δημιουργώντας κάτι, μιμείται το έργο του Δημιουργού, άρα πιστεύει στον Θεό. Ο άνθρωπος διψάει για τον Θεό και μέσα από την τέχνη αναζητεί το καλό και το ωραίο, τον χαμένο Παράδεισο και το μικρό παιδί που κρύβει μέσα του. Ψάχνει να ξαναβρεί την ομορφιά που είχε και την έχασε. Βέβαια στην προσπάθειά του να ανακαλύψει αυτήν, παρεμβαίνουν τα πάθη και οδηγείται σε επικίνδυνους δρόμους. Γενικώς χρειάζεται προσοχή, και κατά τον Μέγα Βασίλειο, σαν μέλισσα να επιλέγουμε κάθε τι καλό. Από την άλλη μεριά κάποιοι νομίζουν ότι είναι άθεοι, η αντίθετοι προς τον Χριστό, έχουν υπαρξιακές αναζητήσεις και γράφουν μουσική. Μολαταύτα, μέσα στην πικρή τραγικότητά τους, στο βάθος ζητάνε την ειρήνη της ψυχής τους που την έχασαν. Γι’ αυτό πιστεύω ότι τέτοια αναζήτηση είναι μάλλον φαινομενική, ενώ ο βαθύτερος πόθος τους βρίσκεται άλλου.

Ερώτηση: Τι προσφέρει ένας μοναχός στον κόσμο σήμερα;

Απάντηση: Η πρώτη προσφορά του μονάχου είναι η προσευχή. Ο Χριστός είπε ότι αν έχεις λίγη πίστη, μπορείς να μετακίνησης και βουνά ακόμη! Έτσι ο μοναχός μπορεί να βοηθήσει με την πίστη και την προσευχή του σε πολλές καταστάσεις. Θα σας αφηγηθώ ένα περιστατικό και ο καθένας μπορεί να το εκλάβει όπως θέλει: το 1975, όταν ζούσαν ο γέροντας Παίσιος, ο πατήρ Εφραίμ, ο πατήρ Πορφύριος, και ο πατήρ Ιάκωβος, όλοι αυτοί οι άγιοι άνθρωποι που γνωρίζουμε, ένας δαιμονισμένος φώναζε στην Θεσσαλονίκη: «Εμείς θα ξεκινούσαμε τον πόλεμο από την Κύπρο και θα τον κάναμε παγκόσμιο, αλλά δυστυχώς προσεύχονται οι αγιορείτες!» Τότε ήμουν ακόμη λαικός και αυτό μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Γι’ αυτό θεωρώ την προσευχή των μοναχών μεγάλη προσφορά.

Εκτός αυτού υπάρχει και η φιλοξενία για τους άνδρες επισκέπτες, όπως και οι γυναίκες μπορούν να φιλοξενηθούν μερικές ημέρες σε γυναικεία μοναστήρια. Υπάρχουν και τα Μετόχια του Αγίου Όρους, όπου γίνονται αγρυπνίες και μπορεί καθένας να μπεί κάπως στο κλίμα των αγρυπνιών του Αγίου Όρους. Πολλοί αγιορείτες βγαίνουν από τον Άθωνα, μεταφέρουν τις εμπειρίες τους, τελούν αγρυπνίες και εξομολογούν.

Το μοναστήρι μας έχει και ιεραποστολή με πέντε τουλάχιστον ιεραποστόλους στο Κονγκό. Μόλις προχθές ήρθε στο πατρικό μου ο πατήρ Κύριλλος, που είναι Αιγαλιώτης, και μας περιέγραψε τον αγώνα τους εκεί. Αυτό είναι μια σημαντική προσφορά, αλλά η μεγαλύτερη προσφορά είναι η προσευχή.

Ερώτηση: Μπορείτε να μας δώσετε περισσότερες λεπτομέρειες γι’ αυτή την ιεραποστολή;

Απάντηση: Την ιεραποστολή ενεργοποίησε με κέντρο το Kolweze του Κονγκό το 1975 ο ιερομόναχος του Μοναστηριού μας π. Κοσμάς Γρηγοριάτης, κατά κόσμον Ιωάννης Ασλανίδης, Πόντιος, από την Θεσσαλονίκη, επηρεασμένος τότε από τον νυν Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας κ. Αναστάσιο Γιαννουλάτο. Είχε προηγηθεί στην ίδια ιεραποστολή ο μακαριστός π. Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος. Είναι μία περιοχή μιάμιση περίπου φορά σαν την Ελλάδα με λασπόδρομους και πολύ δύσκολες συνθήκες. Ο π. Κοσμάς έφτιαξε τότε ένα κανάλι πάνω από τρία χιλιόμετρα, πότισε, μια περιοχή 10000 στρεμμάτων, φύτεψε καλαμπόκι και άλλα τοπικά δημητριακά, δημιούργησε φάρμες με κατσίκια, πρόβατα και αγελάδες, για να μπορεί να συντηρηθεί η κοινότητα που λιμοκτονούσε και τα παιδιά του σχολείου, και συγχρόνως ίδρυσε οικοτροφείο, Δημοτικό και Γυμνάσιο για αγόρια και κορίτσια. Κατασκεύασε ακόμη και φούρνο για τούβλα, προσπάθησε δηλαδή να αναπτύξει τις εντόπιες δυνατότητες. Σήμερα υπάρχουν εκεί πάνω από 100 ενορίες και 50000 πιστοί.

Ο π. Κοσμάς, ως Πόντιος, ήταν πολύ πεισματάρης, «αγύριστο κεφάλι», με την καλή βέβαια έννοια. Είχε πολύ θάρρος. Κάποτε που ο τότε Πατριάρχης Αλεξανδρείας Νικόλαος, έχοντας εσφαλμένες πληροφορίες, τον επέπληξε, ο π. Κοσμάς του απήντησε με τόση παρρησία, ώστε ο Πατριάρχης έκτοτε έγινε φίλος του. Ο π. Κοσμάς το 1989 σκοτώθηκε καθ’ οδόν στον τόπο της ιεραποστολής σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Πριν από το δυστύχημα αυτό, αλλά και μετά, υπήρξαν κάποια σημάδια. Δύο ημέρες πριν, σε σύναξη ιερέων, είχε διερωτηθεί: «Αν μας καλέσει τώρα ο Θεός, είμαστε έτοιμοι;».

Τρείς ώρες πριν συμβεί το δυστύχημα, ένας οδηγός πάνω στο ίδιο σημείο του δρόμου είδε έναν «ευρωπαίο κληρικό» να ανεβαίνει στον ουρανό. Το ανακοίνωσε έντρομος στο πλησίον χωριό και μετά το ατύχημα τον ανεγνώρισε στο νεκρό σώμα του ιερομόναχου Κοσμά. Το λείψανό του παρέμεινε στο ψυγείο 3-4 ημέρες, μέχρι να έρθει ο Μητροπολίτης Κεντρώας Αφρικής για την κηδεία. Παρά ταύτα, όπως μας είπε ο π. Κύριλλος, κατά την κηδεία -όπως τα σώματα των αγιορειτών μετά θάνατον- το σώμα του δεν είχε παγώσει και ακόμη έτρεχε αίμα! Επειδή είχε μεγαλώσει στην Σταυρούπολη της Θεσσαλονίκης, ένας δρόμος εκεί έχει ονομασθεί «οδός ιεραποστόλου Κοσμά». Τον διεδέχθη στην ιεραποστολή ο τότε ιερομόναχος του Μοναστηριού μας π. Μελέτιος, νυν επίσκοπος Kolweze. Αυτά για την ιεραποστολή.

Eρώτηση: Το Άγιον Όρος παράγει φιλανθρωπικό έργο;

Απάντηση: Όλα τα μοναστήρια επιτελούν φιλανθρωπικό έργο. Βοηθούν κάποιες άπορες η πολύτεκνες οικογένειες, ανθρώπους, συλλόγους και προσπάθειες που απαιτούν χρηματική βοήθεια. Το κυριότερο όμως φιλανθρωπικό έργο, σήμερα που εμείς ως Έλληνες σε γενικές γραμμές έχουμε τα προς το ζην και δεν πεινάμε, είναι η φιλοξενία των προσκυνητών. στο μοναστήρι μας π.χ. έχουμε κατά μέσον όρο καθημερινώς εξήντα προσκυνητές, στους οποίους προσφέρουμε δωρεάν φαγητό, ύπνο και φροντίζουμε να αναπαυτούν ψυχικά και σωματικά. Αυτό σημαίνει ότι, αν είμαστε ογδόντα μοναχοί, και είκοσι περίπου απουσιάζουν στα διάφορα Μετόχια και στην ιεραποστολή, οι υπόλοιποι τρέφουμε και φροντίζουμε καθημερινώς άλλο ένα μοναστήρι! Το Άγιον Όρος κάνει το έργο του και με το παραπάνω.

Ερώτηση: Μας είπατε ότι γνωρίσατε και μιλήσατε με τον γέροντα Παίσιο. Τι μπορείτε να μας πείτε γι’ αυτόν;

Απάντηση: Γνωρίζω αυτά που αναφέρονται στα βιβλία. Τα περισσότερα τα έζησα κι εγώ. Ήταν ένας ασκητής που κλείστηκε σ’ ένα κελί και με την προσευχή, τις συμβουλές, το παράδειγμα και τα έργα του βοήθησε χιλιάδες ανθρώπους σε όλον τον κόσμο. Τον επισκεπτόμουν δύο-τρεις φορές το χρόνο και με συμβούλευε. Ήταν διορατικός και κάποτε παραξενεύτηκα, διότι μου είπε κάποια πράγματα που μόνον εγώ μπορούσα να γνωρίζω. Μας στήριζε όλους με πολλή στοργή, χρησιμοποιούσε παραβολές, απλές εικόνες από τη φύση, όπως ο Χριστός, διέθετε χιούμορ, αλλά τα έλεγε και τσεκουράτα.

Κάποτε που τον επισκέφθηκα, μου είπε με εύσχημο και εύθυμο τρόπο:

– Ξέρεις, π. Αρτέμιε, έχεις εγωισμό! Όλοι οι άνθρωποι έχουμε εγωισμό, αλλά εσύ έχεις λίγο παραπάνω από το κανονικό. Όταν ήσουν λαικός, είχες ένα τουπέ, έκανες τον έξυπνο. Μετά έγινες μοναχός. Λιγόστεψε κάπως ο εγωισμός σου, αλλά ήταν πολύς για μοναχό. Ύστερα έγινες διάκος. Πάλι λιγόστεψε, αλλά ήταν πολύς για διάκο. Κατόπιν έγινες ιερέας και πνευματικός. Λιγόστεψε πάλι, αλλά και πάλι είναι πολύς για ιερέα. Είσαι πάντα παραπάνω από το κανονικό! Αυτό μου θυμίζει ένα ζευγάρι που μάλωνε. Λέει ο άντρας: «Είσαι εγωίστρια». Απαντά η γυναίκα: «Καί συ είσαι εγωιστής». Απαντά κι εκείνος: «Εγώ είμαι εγωιστής λίγο παραπάνω από το κανονικό, όσο χρειάζεται για να είμαι άντρας!», θέλω να πω ότι με ένα αστείο, σού έλεγε αυτό που σε αφορούσε.

Όταν είχα πρωτοπάει στο Όρος, με όλη την επαναστατικότητά μου, με παπούτσια ελβιέλα, με μπλουτζίν, με ροκιά, μαλλιά, γένια και όλα τα σχετικά, είπα στον γέρο-Παίσιο: «Στο Πανεπιστήμιο είμαστε κάποιοι χριστιανοί που ομολογούμε την πίστη μας. Όμως κάποιοι άθεοι μας απαντούν: «Τι μιλάτε για Χριστιανισμό και αγάπη; Δεν βλέπετε τους δεσποτάδες σας που τρώγονται για τους θρόνους;». Αυτό για μας που θέλουμε να τους πούμε κάτι, μας σκανδαλίζει, μας αποκαρδιώνει!». Τότε με κοίταξε με πλάγιο βλέμμα ο γέροντας και μου είπε: «Ο καλός ο χριστιανός ποτέ δεν σκανδαλίζεται. Ο καλός ο χριστιανός είναι σαν την μέλισσα που παίρνει από τα λουλούδια τη γύρη. Αυτός που σκανδαλίζεται είναι σαν την μύγα που πηγαίνει μόνο σε ακαθαρσίες!».

Από τότε διάλεξα ένα φερμουάρ για να κλείσω το στόμα μου και να μην κάνω δηλώσεις και κατακρίσεις. Είπα στον εαυτό μου: «Κάνε την επανάσταση στον εαυτό σου!». Αυτά παρεμπιπτόντως, για τα γνωστά θέματα που μας απασχολούν.

Ερώτηση: Τελευταία γίνεται πολύς θόρυβος και πολλοί έχουν σκανδαλιστεί με την περίπτωση της Μονής Βατοπεδίου. Τι μπορείτε να μας πείτε γι’ αυτό;
Απάντηση: Σίγουρα υπάρχουν κάποια γεγονότα που σκανδαλίζουν και η Ιερά Κοινότητα έκανε σχετική επίσημη δήλωση, μέσα στην οποία αναφέρονται τρία βασικά πράγματα: Αρχικά ζητάμε συγγνώμη γενικά, αν σκανδαλίσαμε και αν σκανδαλίζουμε τον πιστό κόσμο με τα λάθη, τις παρατυπίες και την εν γένει συμπεριφορά μας. Κατόπιν η ανακοίνωση προσθέτει ότι αν τυχόν έγιναν κάποιες παρανομίες, πρέπει να αναλάβει η δικαιοσύνη, και όσοι έχουν παρανομήσει, να δώσουν λόγο των πράξεών τους. Τέλος η ανακοίνωση τονίζει ότι όλη αυτή η μέσω τηλεοράσεως λασπολογία κατά του Αγίου Όρους, του μοναχισμού και της Εκκλησίας για λόγους ακροαματικότητας και δυσφημίσεως της πίστεως, είναι αδικαιολόγητη και άδικη.

Θα φέρω ένα παράδειγμα: Είναι παράδοξο να λέγει κάποιος ότι η Εκκλησία δεν έχει βοηθήσει τον κόσμο πουθενά. Δεν έγινε καθόλου λόγος π. χ. ότι το 1933 εδόθησαν από το Άγιον Όρος για την αποκατάσταση των προσφύγων χιλιάδες στρέμματα με ελάχιστο μίσθωμα, που ήταν περίπου δύο εκατομμύρια δραχμές, δηλαδή 50-100 χιλιάδες δρχ. το χρόνο για κάθε μοναστήρι. Αυτό έχει τελείως και σκοπίμως αποσιωπηθεί. Άρα υπάρχει προφανώς συγκεκριμένη αντιεκκλησιαστική προπαγάνδα με σκοπό να σκανδαλισθεί ο κόσμος και να σπάσει ο δεσμός του με την αγιορείτικη πραγματικότητα.

Έχω και στοιχεία προς τούτο. Το πρόβλημα το γνώριζα 4-5 μήνες πριν ξεσπάσει το σκάνδαλο, διότι εξομολογώ στην Ουρανούπολη και κάποιοι μου παραπονέθηκαν. Τούς είπα τότε να φτιάξουν επιτροπή και να πάνε στο δικό μας μοναστήρι, στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου και στην Ιερά Κοινότητα, για να διατυπώσουν διά ζώσης τα παράπονά τους. Διερωτώμαι λοιπόν με την δική μου απλή λογική: Αν η ελληνική κυβέρνηση ήθελε καλή τη πίστει να κάνει ανταλλαγές, γιατί δίνει στο Μοναστήρι τοποθεσίες κοντά σε κατοικημένες περιοχές, και όχι σε ερημικές; Αυτό σημαίνει ότι κάποιοι θέλουν να φέρουν τους μοναχούς σε σύγκρουση με τους κατοίκους και να επωφεληθούν της καταστάσεως. Παραπονούνται οι Ουρανοπολίτες, και με το δίκιο τους, λέγοντας: «Τώρα θα μας πάρουν τα κτήματά μας και οι πλατείες και οι δρόμοι μας δεν ανήκουν στον Δήμο, αλλά στο Άγιον Όρος!» Αυτό σημαίνει ότι ήταν προσχεδιασμένη η ρήξη των κατοίκων με το Άγιον Όρος. Ακόμη και η Μονή Βατοπεδίου λέγει ότι υπάρχει πλεκτάνη. Ίσως δεν έχουμε μάθει ακόμη την αλήθεια, ίσως και το Μοναστήρι και ο Καθηγούμενός του να σηκώνουν τώρα τον σταυρό τους και η αλήθεια να μαθευτεί αργότερα.

Πέραν αυτών όμως εσείς πρέπει να κοσκινίζετε αυτά που βλέπετε και να μην τα δέχεσθε όπως σας τα σερβίρουν, γιατί σήμερα όλα τείνουν προς τον έλεγχο της ανθρώπινης βουλήσεως. Ρωτάνε δημοσιογράφοι τους ισχυρούς, τους παγκόσμιους τραπεζίτες που έχουν την δύναμη (τους ξέρετε, δεν χρειάζεται περισσότερα): «Καλά, έχετε τόσα λεφτά, τόσο χρυσάφι, τι άλλο θέλετε στη ζωή;». Απαντούν: «Να κυριαρχήσουμε στους ανθρώπους, να τους κάνουμε σκλάβους μας!». Ο Χριστός όμως λέγει: «Όστις θέλει», που σημαίνει ότι επιθυμεί να υπάρχει ελεύθερη βούληση, ελευθερία, να μην υπάρχει καταναγκασμός, διότι μέσα στην αληθινή ελευθερία γεννιέται η αγάπη. Αγάπη χωρίς ελευθερία δεν υπάρχει. Στο βαθμό λοιπόν που επηρεαζόμαστε από την τηλεόραση, δείχνουμε πόσο ευάλωτοι είμαστε. Το πρόβλημα επομένως είναι σε εμάς. Σε αυτήν την περίπτωση ο καθένας μας κοσκινίζεται. Κοσκινίζεται η εμπιστοσύνη του στον Θεό και η αγάπη του στον πλησίον. Αν είσαι ολιγόπιστος, χάνεις την λίγη πίστη σου. Αν η πίστη σου είναι ισχυρή, δεν επηρεάζεσαι από τα γεγονότα.

Περιοδικό Η Αίθουσα, περιοδική έκδοση 3ου Γενικού Λυκείου Αιγαλέω, τεύχος 14, 2009



Ετικέτες