Αγιορείτικες αναμνήσεις

Loading...


– Ευλογείτε πατέρα Ησαΐα!
– Ω τον κ. καθηγητή! ελάτε, περάστε!

Έτσι λοιπόν αφού προσκυνήσαμε στο ταπεινό ναϊδριο, με τους τρείς Ρουμάνους που συνόδευα, και ψάλαμε “η Παρθένος σήμερον του Υπερούσιον Λόγον και η γη το σπήλαιον.. ” έμεινα με τον πατέρα Ησαΐα να θυμηθούμε την τελευταία ευλογία από τον γέροντα, αρχές Ιουνίου του 1993!

Τον προηγούμενο μήνα εκείνης της χρονιάς, διακονούσαμε στο ναό του Πρωτάτου μια μεγάλη αποστολή του Ομίλου Φίλων Αγίου Όρους με πρόεδρο τον Δημ. Μουρελάτο (ταξ.εα).

– Θέλω έναν αλαφρυό… ν’ ανέβει τη σκάλα!.
Φωνάζει ο εκκλησιάρχης του Ι. Ναού πατ. Βαρλαάμ. Ανέβηκα λοιπόν ο .. αλαφρυός για να λύνω ένα-ένα τα μέρη του μεγάλου κεντρικού πολυέλαιου, τα έδινα στον πρόεδρο κι από εκεί αλυσίδα, έφταναν στα συνεργεία γυαλισμού με μπράσο και φανέλες, για να επιστρέψουν πάλι με την ίδια σειρά στη θέση τους. Όταν ο πολυέλαιος ήταν καταγυάλιστος και αστραφτερός, ο κ. Μουρελάτος σήμανε… προσκλητήριο για άμεση αναχώρηση στον επόμενο σταθμό της αποστολής που ήταν το κονάκι του γέροντα Παϊσιου!

– Φεύγετε κιόλας;
Διαμαρτύρεται ο πατ. Βαρλαάμ.
– Κοντεύει η πανήγυρις του “Άξιον Εστίν” (11 Ιουνίου) και όλα τα μανουάλια και ο “χορός” είναι ακόμη αγυάλιστα!
– Πατέρα Βαρλαάμ (πήρα τον λόγο) αν δεν είναι πολύ αργά, σε δύο εβδομάδες, θα μπορούσαμε να οργανώσουμε μια μικρή ομάδα φοιτητών, γιατί αυτές τις μέρες έχουμε εξετάσεις, και να μας φιλοξενήσετε ώστε μια ολόκληρη μέρα να σας βοηθήσουμε σε ότι χρειάζεστε!
Να πάρεις και το γυιό μου τον Μιχάλη.
Παρεμβαίνει ο Αντ/δρος Δημ. Μακρίδης (αντιστρ/γος ε.α) και βλέποντας να σηκώνω με απορία τους ώμους, γιατί ο Μιχαλάκης είχε φήμη-ατίθασου νέου, συμπλήρωσε:
-Έ, εσάς κ. καθηγητά σας σέβεται και θα είναι υπάκουος…
Εκείνη την ώρα ο 19 χρονος Μιχάλης, που δεν τα είχε καταφέρει δύο χρόνια με τις πανελλήνιες να περάσει στη Σχολή Ευελπίδων, όνειρο της μητέρας του αλλά όχι και του ίδιου, βλέπω να πλησιάζει τον κ. Μουρελάτο… Υποκρινόμενος πως δεν τον είχα δει παραπονιέμαι:
– Κε Πρόεδρε, μόλις, υποσχέθηκα στον πατ. Βαρλαάμ να φέρω μια ομάδα φοιτητών σε δύο εβδομάδες, να βοηθήσουμε στα διακονήματα του Πρωτάτου για το “ Άξιον Εστί ”. Αλλά, (κλείνοντάς του με νόημα το μάτι) φοβάμαι ότι θα χάσω κανένα στο λαβύρινθο των μονοπατιών, έτσι που δεν έχουν ξανάρθει στο Όρος… Μήπως, στο ΔΣ της άλλης εβδομάδος να βάλετε θέμα για έναν εθελοντή ως οδηγό για βοήθεια;

Ο Μιχάλης, χτυπάει τότε ελαφρά με τον αγκώνα τον κ. Μουρελάτο, κι εκείνος, απευθυνόμενος σ’ εμένα:
– Να κ. Καθηγητά, πάρε τον Μιχαλάκη για να πάτε μετά και στα κονάκια του γέροντα Παϊσιου και του γέροντα Μάξιμου, και όπου αλλού θα έχει το πρόγραμμα σας!

Έτσι λοιπόν, με τον… “ατίθασο” Μιχαλάκη για οδηγό ετοιμάστηκε μια αποστολή από δέκα τελικά φοιτητές του τμήματος Λογιστικής, του Αλεξάνδρειου ΤΕΙ Θεσ/νίκης όπου δίδασκα, δύο συναδέρφους από άλλα τμήματα της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας που ζήτησαν να μας συνοδεύσουν και με την ταπεινότητα μου 14.
Καταχάρηκε βέβαια ο πατ. Βαρλαάμ, αν και δυσκολεύτηκε στο θέμα της φιλοξενίας τόσων προσκυνητών στο σπίτι του, ένα νοικοκυρεμένο διώροφο επάνω στη χαμηλή πλαγιά, δίπλα στο μονοπάτι που οδηγεί στη Μονή Κουτλουμουσίου, η Μονή που έχει ως εφέστια εικόνα αυτή της “Φοβεράς Προστασίας”.. Αν όμως περνούσε κανείς σήμερα, θα έβλεπε πως το μεγάλο πέτρινο τείχος που έχτισε στην πλαγιά με έξοδα του ο παλιός εκκλησιάρχης του Πρωτάτου, πατ. Βαρλαάμ, δεν κατάφερε να προστατέψει την πλαγιά από μια φοβερή κατολίσθηση (σαν αυτή των κοινωνικών αξιών…) και το όμορφο εκείνο σπιτάκι μοιάζει κάπως μετέωρο..(όπως και τα ιδανικά και τα όνειρα των παιδιών μας…).

Μόλις έγινε γνωστή η αποστολή που ετοιμάζαμε ήρθε μια φοιτήτρια διακριτικά στο γραφείο μου μ’ ένα μεγάλο δέμα.
– Έχουμε βιοτεχνία με φανέλες και σας έφερα πλάτες για τα μανουάλια και τα καντήλια που άκουσα πως θα πάτε με τα παιδιά, να γυαλίσετε στο Πρωτάτο του Αγίου Όρους!
Να είναι ευλογημένο εκείνο το ταπεινό κορίτσι με την οικογένειά του, που ούτε τα ονόματά τους δεν πρόλαβα να ρωτήσω, να τα δώσω να μνημονεύονται, στο πανηγύρι. Δεν ήθελε προφανώς να φανεί ότι το έκανε για καλύτερο βαθμό στην Φορολογική Λογιστική και την Ελεγκτική που δίδασκα, όπως δυστυχώς επιχειρούσε με κάθε μέσο.. μεγάλος αριθμός των συνήθως απόντων, για να εξασφαλίσει βαθμό με την μεσολάβηση “παραγόντων”.

Κι όταν τους έκλεινα την πόρτα ή το τηλέφωνο, σκαρφίζονταν αιφνιδίως αιτήματα δήθεν παραπονούμενων πως τους αφαιρούσα τις κόλλες στις εξετάσεις και δεν τους άφηνα να γράψουν (δηλ. να…. αντιγράψουν).
– Αυτοί θα μας κυβερνήσουν αύριο,.. επέμενε κάποτε ένας από αυτούς της “εξουσίας” – δεν πρέπει να τους βάλεις ένα άριστα;
-Μα ούτε ήρθαν ποτέ να γράψουν. Αντέτεινα δειλά, στο απότομο και υβριστικό ύφος εκείνου του τόσο απαιτητικού “παράγοντα”. Κι αυτοί που έχουν έρθει, από τα ονόματα που μου λέτε, άφησαν λευκή κόλλα. Πως θα πάρουν άριστα, όταν εσείς κόβετε άλλους, που προφανώς δεν σας ψηφίζουν, για μισή μονάδα μόνο;
Φυσικά όχι άριστα, ούτε τη βάση του πέντε δεν ήταν δυνατόν να βάλω έτσι, χωρίς να το αξίζουν ακόμη και μετά την… απειλή υπηρεσιακού “στελέχους” της Σχολής.
– Πέρασέ τους γιατί… θα σε δείρουνε πολύ άσχημα! (πέφτοντας έτσι συνεχώς σε… δυσμένεια και μανία καταδίωξης από τους… φύλακες του καθήκοντος!).

Κι όμως πόσες χιλιάδες δεν έχουν πάρει έτσι “πτυχίο”, με τέτοιες παρεμβάσεις σε ασυνείδητους “δημόσιους λειτουργούς” και στη συνέχεια κατέλαβαν δημόσιες θέσεις, με αποτέλεσμα να καταντήσουν τη χώρα περίγελο, ακόμη και εκείνων των ξένων που δημιούργησαν τις αιτίες για χρέη δισεκατομμυρίων!..
Ας επανέλθουμε όμως στην αποστολή μας. Φτάνοντας την πρώτη μέρα, Παρασκευή 10 Ιουνίου στις Καρυές, γύρω στις 13:00 κατευθυνθήκαμε με τα μικρά 12θέσια λεωφορειάκια -ταξί- στη Μεγίστη Λαύρα. Εντυπωσίασε η λεπτομερής ξενάγηση του πατ. Νικηφόρου στη μεγάλη βιβλιοθήκη της Μονής και το Σκευοφυλάκιο, όπως φυσικά και τα “πνευματικά” λόγια του Αρχοντάρη και εξομολόγου πατ. Βασιλείου, που και πέραν του μεσονυχτίου δέχεται στο μικρό παρεκκλήσιο της Υποδοχής όλους όσους νοιώθουν την ανάγκη της συγχωρητικής ευχής του πνευματικού πριν να κοινωνήσουν των “άχραντων”.

Την άλλη μέρα, μετά τον όρθρο, νωρίς-νωρίς επιστροφή στις Καρυές και άφιξη στο Πρωτάτο. Ο πατ. Βαρλαάμ περίμενε οργανωμένος. Μοιραστήκαμε σε μικρά “συνεργεία” ανά τρείς-τέσσερις. Άλλοι στο μπράσο, μετά το πρώτο καθάρισμα με σκούρες φανέλες και τέλος με τις άσπρες καθαρές φανέλες το γυάλισμα. Εδώ πρέπει να πούμε, ότι κατά μία ευλογημένη σύμπτωση, τους μεγάλους μπρούτζινους δικέφαλους αετούς του “χορού”, τους μετέφερε για να μονταριστούν ξανά ένας φοιτητής που το επόμενο εξάμηνο, κατά την πρώτη του άδεια από το Στρατό που πήγε για τη θητεία του μετά την αποφοίτησή του, τον χτύπησε με το μηχανάκι ένα φορτηγό και… πέταξε σαν αετός ο καλός μας Ισαάκ, αιωνία του η μνήμη!…
Το επόμενο πρωί, μετά τον όρθρο και τη Θ. Λειτουργία στο Πρωτάτο, παρουσία του Αγ. Πρώτου, μελών της Ιεράς Επιστασίας και Αντιπροσώπων των Ι. Μονών που έχουν κονάκια στις Καρυές, αφού προσκυνήσαμε πίσω από την Αγία Τράπεζα την εικόνα “Άξιον Εστίν” συμμετείχαμε στην “Τράπεζα” της παλαιάς Αθωνιάδος Ακαδημίας, ολοκληρώσαμε τα διακονήματα με τον πατέρα Βαρλαάμ και γραμμή στο μονοπάτι για τον γέροντα Παϊσιο!

– Μιχάλη! φωνάζω, λέω να πηγαίνεις μπροστά χωρίς βιασύνη, κι εγώ τελευταίος, μη ξεστρατίσει κανείς και τον γυρεύουμε στα βουνά! Αλλά μόλις φτάσετε στην Καλύβη, να μην αρχίσετε να χτυπάτε τα ηλεκτρονικά κουδούνια και σηκώσετε το Όρος στο πόδι.. να περιμένετε στο “κέρασμα” μέχρι να έρθουμε όλοι!
– Τι ηλεκτρονικά κ. Καθηγητά, παρατηρούν τα παιδιά έκπληκτα. Εσείς μας είπατε ότι θα επισκεφθούμε για ευλογία έναν από τους πιο απλοϊκούς ασκητές!
Να εξηγήσουμε ότι για “κουδούνι” ο γέροντας είχε κρεμάσει ένα σίδερο στην άκρη της αυλόπορτας. Το χτυπούσες μία φορά. Αν ήταν εκεί, σε λίγο άνοιγε το πορτάκι της χαμηλής καλύβας κι έβγαινε πάντα χαμογελαστός!
– Και πούσαι Μιχάλη!… μ’ ακούουους; (είχαν ήδη προχωρήσει στα μονοπάτια του δάσους). Αν δεις ότι αργούμε οι τελευταίοι και ο γέροντας δεν έχει ανοίξει, πάρτους έναν-έναν το.. καρδιογράφημα!
– Τι καρδιογράφημα δάσκαλε, καρδιολόγος είναι ο γέροντας Παϊσιος;..

Όσοι τον είχαν συναντήσει έστω και για λίγο, θ’ απαντήσουν αμέσως:
– Βέβαια-βέβαια, μόνο… καρδιολόγος; και καρδιογνώστης και καρδιοαναγνώστης και.. καρδιοπλάστης!
Αλλά το λεγόμενο “καρδιογράφημα” δεν ήταν παρά ένα μπλοκάκι πάνω σε μία πέτρα χαμηλά στο συρματόπλεγμα, όπου οι περαστικοί προσκυνητές έγραφαν τ’ όνομά τους. Μόνο το δικό τους βαφτιστικό όνομα, έχοντας στο μυαλό τον πόνο της καρδιάς τους και των προσώπων της οικογένειάς τους ή φίλων, ο γέροντας έλεγε πως το.. τηλεγράφημα ήταν πλήρες. Εκείνος, σαν καλός διαβιβαστής που ήταν στο Στρατό, θα φρόντιζε να φτάσει στον προορισμό του με πλήρη.. διάγνωση!

Όπως είχαν λοιπόν μαζευτεί σχεδόν όλοι έξω από τον αυλόγυρο για το… κέρασμα (που συνεχίζεται και σήμερα με φροντίδα των πατέρων Αρσενίου και Ησαΐα που αφήνουν ένα κουτί λουκούμια επάνω στον κομμένο κορμό δίπλα στο λάστιχο με το κρύο νερό), τη στιγμή που έπαιρνα τη στροφή στο πλαϊνό μονοπάτι φορτωμένος και ιδρωμένος, ανοίγει το πορτάκι της καλύβας και βγαίνει χαμογελαστός ήρεμος ο γέροντας!
– Τώρα λοιπόν που έφτασε και ο αρχηγός σας, για να δούμε ποιοι είστε εσείς έξω από την πόρτα μου!
Φυσικά κανείς δεν είχε προφτάσει να τον ενημερώσει για τον… αρχηγό. Τα διάβαζε μόνος του στην… “τηλεόραση” του καθένα μας. Να σημειωθεί ότι εκτός από τον λαλίστατο Μιχαλάκη, ήταν εκεί και οι δύο συνάδερφοι, με κουστούμι και γραβάτα, σε αντίθεση με την δική μου ορειβατική και λίγο… ταλαίπωρη αμφίεση!
– Γέροντα ευλογείτε!
– Ο Κύριος! Λοιπόν; πόσοι είστε;

Απόρησα για την ερώτηση, αφού ο γέροντας δέχονταν τον καθένα, ακόμη και αλλόθρησκους, αλλά και μεγάλες ομάδες, χωρίς καμιά απολύτως διατύπωση. Μόνο, δύο μόλις εβδομάδες πριν, με την αποστολή του Ομίλου Φίλων του Αγ. Όρους, θυμάμαι πως όπως μπαίναμε, κοντά 40 προσκυνητές, έδειξε ανάμεσά μας τρείς και είπε:
– Εσάς δεν σας θέλω! (απίστευτο για όσους τον είχαμε ήδη γνωρίσει το καλοσυνάτο και ανεκτικό ύφος του με όλους).
Τότε ο ξεναγός μας Ναθαναήλ Μπαϊρακταρίδης (Συντ/χης εα) είχε σπεύσει να ενημερώσει.
– Γέροντα μαζί μας είναι!

Κι εκείνος:
– Σας ζήτησα εγώ να μου φέρετε γιατρούς;
Γιατί πράγματι, οι τρεις εκείνοι που έδειξε ανάμεσά μας ήταν γιατροί. Κάποιοι από το Συμβούλιο γνωρίζαμε βέβαια το προχωρημένο της ασθένειας που βασάνιζε το σώμα του, όπως και την επιθυμία του να μην αρχίσει μακροχρόνιες θεραπείες. Έτσι λοιπόν, στην διαμαρτυρία του, έσπευσαν οι γιατροί να διευκρινίσουν ότι είχαν φτάσει μόνο ως απλοί προσκυνητές.
Απορώντας λοιπόν για την ερώτηση απάντησα:
– Με τη χάρη της Παναγίας 14. Και ο γέροντας, παίρνοντας πολύ αυστηρό ύφος (αν μπορεί κανείς να φαντασθεί τον γέροντα αυστηρό!).
– Δεκατέσσερις; Ρωτάει.
– Τι να τους κάμω τόσους… υποτακτικούς;

Και βλέποντας πως λίγο μας είχε τρομάξει, συνεχίζει:
– Λοιπόν, μου χρειάζονται μόνο επτά οι άλλοι να… φύγετε!
Τότε, πετάγεται ο νεώτερος ίσως των φοιτητών, ο Δημητράκης και λέει ζωηρά προς τον γέροντα:
– Δύο μέρες ανεβαίνουμε τα βουνά για ευλογία και τώρα να φύγουμε; εγώ δεν φεύγω!
Ακριβώς τότε ο γέροντας, καθώς άνοιγε τη στενή συρμάτινη αυλόπορτα:
– Ώστε δεν θέλετε να φύγετε; καλά είστε όλοι παιδιά του ευλογημένου λαού του Θεού· περάστε!

Αλλά ο Δημητράκης, σα να μονολογούσε:
– Σιγά τον ευλογημένο Λαό!
Τον κοίταξα με φρίκη! τι κουβέντα ήταν εκείνη; τι εντύπωση θα δίναμε για την αποστολή μας; Του έκανα νόημα να σωπάσει. Αλλά ο Δημητράκης απτόητος:
– Τι κύριε; 2000 χρόνια όλοι οι λαοί είναι εναντίον μας! ευλογία είναι αυτό; (!!)
Στο μεταξύ είχαμε περάσει στην μικρή αυλή και καθόμασταν στα όρθια κούτσουρα στη σκιά, που σχημάτιζαν κύκλο κάτω από τα κλαδιά, όπως οι πρόσκοποι. Σ’ ένα από αυτά, σχεδόν απέναντι από τον Δημητράκη, κάθισε και ο ίδιος ο γέροντας, ενώ τον ρωτούσε με ήρεμο ύφος:

– Αγαπάς τον πατέρα σου;
– Και βέβαια τον αγαπώ. Απάντησε αυτός.
– Και δεν σ’ έχει μαλώσει ποτέ;
Αντί τον Δημητράκη απάντησε ο φίλος του Μάριος, που καθόταν δίπλα του:
– Έχει φάει αυτό το σβέρκο! και χτυπάει μαλακά τον φίλο του στο σβέρκο..

Ο γέροντας δείχνει να διαμαρτύρεται:
– Ποιος σε ρώτησε εσένα; αφού λέει πως τον αγαπάει τον πατέρα του.
Και στρεφόμενος στον Δημητράκη, ξαναρωτάει:
– Λοιπόν; αγαπάς τον πατέρα σου;
– Σας είπα τον αγαπάω.
Απάντησε εκείνος.
– Ναι αλλά; και δείχνει την παλάμη να ανεβοκατεβαίνει πλάγια (το ξύλο δηλαδή του πατέρα).

Αλλά πάλι παρεμβαίνει ο Μάριος:
– Αλλοίμονο να μάθει ο πατέρας του ότι είναι στο Άγιο Όρος για προσκύνημα, που ούτε έξω από εκκλησία δεν τον αφήνει να κάνει το σταυρό του!..
– Καλό συνήγορο βλέπω πως έχεις!
Συνέχισε ο αγαθός γέροντας χαμογελώντας… και ξαναρωτάει για Τρίτη φορά:
– Θα μας πεις; αγαπάς τον πατέρα σου;
– Ε, βέβαια σας είπα!
– Ακόμη κι αν σου μιλήσει τόσο αυστηρά, ώστε να μη θέλεις να επιστρέψεις..εις τον οίκον του πατρός;
– Ε! πατέρας μου είναι!

Τότε ο γέροντας, που προφανώς μια τέτοια απάντηση περίμενε από τον Δημητράκη, δείχνοντας με τον δείκτη της δεξιάς προς τον ουρανό:
– Και αυτός; Πατέρας μας δεν είναι; πώς να μας μαλώσει για να μας συνεφέρει, όταν τα βήματά μας οδηγούν στον γκρεμό; πώς να μας προστατεύσει όταν η ελευθερία του μυαλού που μας έδωσε πάει να μας αφανίσει; Μας αγαπάει λοιπόν ο πατέρας μας ο επουράνιος και σαν άτομα ελεύθερα αλλά και σαν λαό! Πόσες φορές δεν φωνάζει αργά το βράδυ ο πατέρας ο φυσικός προς την μητέρα των παιδιών του.. Μεσάνυχτα της λέει και ο γυιός σου ή η κόρη σου (και.. δικά του παιδιά δεν είναι;) ακόμα να μαζευτεί στο σπίτι!. Πάει μία η ώρα.. θα τη σκοτώσω.. συνεχίζει.. και σένα μαζί που δεν μαζεύεις τα παιδιά σου.. Γίνεται δύο η ώρα.. κι ο ίδιος αυτός αγριεμένος πατέρας αρχίζει ν’ ανησυχεί!
– Μην έπαθε τίποτα το παιδί;
– Παναγία μου! αναστενάζει και η μάνα.
Ξαπλώνουν με το μάτι στην πόρτα.. το αυτί στην κλειδωνιά.. Μόλις ακούσουν το παιδί τους πως γύρισε, κάνουν το σταυρό τους.. Σ’ ευχαριστώ Παναγιά μου!.. (Αλλά, θα τα πούμε αύριο!.)

Νικόλαος Γιαννούλης Βερβεριδης – τ. Επ. Καθηγητής Α.Τ.Ε.Ι.Θ.



Ετικέτες