Σαν σήμερα εκοιμήθη το 2009 ο γέρων Ιωσήφ-Μνημόσυνο προεξάρχοντος του μητρ. Γλυφάδας

Loading...


Πέντε χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από την κοίμηση του Γέροντος Ιωσήφ του Βατοπαιδινού και χθες το απόγευμα τελέστηκε σε κλίμα συγκίνησης προεξάρχοντος του Μητροπολίτη Γλυφάδας Παύλου μνημόσυνο υπερ αναπαύσεως της ψυχής του κεκοιμημένου...Σήμερα 1η Ιουλίου αυτήν την ώρα βρίσκεται σε εξέλιξη Θεία Λειτουργία η οποία θα καταλήξει σε επιμνημόσυνη δέηση στον τάφο του Γέροντα…

Πέραν του Μητροπολίτη Γλυφάδας παρόντες και συμπροσευχόμενοι ο Επίσκοπος Αμαθούντος κ. Νικόλαος –πνευματικός εγγονός του Γέροντα Ιωσήφ-, ο Ηγούμενος της Ι. Μονής Καρακάλλου Αρχιμ. Φιλόθεος, ο Ηγούμενος της Ι. Μονής Σίμωνος Πέτρας Αρχιμ. Ελισσαίος, ο Πρωτοσύγκελος της Ι. Μητρόπολης Λεμεσού Αρχιμ. Ισαάκ, ο Ηγούμενος της Ι. Μονής Βατοπαιδίου Αρχιμ. Εφραίμ, μοναχοί και πλήθος πιστών.

 

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΣ
( 1.7.1921 – 1.7.2009 )

Γεννήθηκε στην Δρούσια, ένα μικρό χωριό της επαρχίας Πάφου της νήσου των Αγίων, την 1η Ιουλίου 1921. Η μητέρα του Ευγενία γέννησε όταν ήταν εφτά μηνών το μικρό παιδί της στο μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων της Γιόλου, την ημέρα της εορτής των Αγίων. Η μητέρα του νόμισε ότι το παιδί ήταν νεκρό, και όμως έζησε. Το βρέφος έλαβε κατά την βάπτιση το όνομα Σωκράτης.
Ο μικρός Σωκράτης μεγάλωσε κοντά στους αγρότες γονείς του ζώντας από μικρός την σκληρή ζωή. Μόλις κατόρθωσε να τελειώσει την τετάρτη τάξη του Δημοτικού, γιατί ήταν απαραίτητος στις αγροτικές εργασίες. Μέχρι τα δεκαπέντε του χρόνια παρέμενε στο χωριό του.
Το 1936 μετά από θεϊκή κλήση προσήλθε στην Ιερά Μονή Σταυροβουνίου με τις ευχές των γονέων του. Εκεί εκάρη ρασοφόρος μοναχός με το όνομα Σωφρόνιος. Παρέμεινε 10 χρόνια στην Μονή και με την παρότρυνση και ευλογία του Γέροντος Κυπριανού, πνευματικού της Μονής, εγκαταβίωσε στο Άγιον Όρος μετά από μία σύντομη επίσκεψη στους Αγίους Τόπους.
Αρχές του 1947 βρίσκεται στην Σκήτη της Αγίας Αννης σε κάποιους συμπατριώτες του που μόναζαν εκεί, ενώ το καλοκαίρι του ίδιου έτους γνωρίζεται με τον μακάριο Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή. Ο μοναχός Σωφρόνιος κατάλαβε την πνευματικότητα και την αγιότητα του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού και τον παρακάλεσε να γίνει υποτακτικός του. Ο μακάριος Γέροντας στην αρχή αρνήθηκε, αλλά μετά από «πληροφορία» που έλαβε, τον δέχθηκε στην συνοδεία του.
Εκεί στην καλύβη του Τιμίου Προδρόμου της Μικρής Αγίας Αννης εκάρη μεγαλόσχημος λαμβάνοντας το όνομα Ιωσήφ το Σάββατο του Λαζάρου (11/24 Απριλίου) του 1948. Το 1951 η συνοδεία μεταφέρθηκε στα ησυχαστικά κελλιά της Νέας Σκήτης κοντά στον Πύργο. Ο μακάριος Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής κοιμήθηκε οσιακώς την ημέρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου το 1959. Ο αείμνηστος Γέροντας Ιωσήφ ικανοποίησε τον βαθύτατο πόθο της ψυχής του κοντά στον μεγάλο Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή.

Ο Γέροντας Ιωσήφ συνασκήθηκε με τον π. Θεοφύλακτο στο κελλί των Αγίων Αναργύρων της Νέας Σκήτης από το 1951 ως το 1959. Κατόπιν μεταφέρθηκε στο ερημικό τμήμα της Νέας Σκήτης όπου οικοδόμησε με τα χέρια του μια ξηροκαλύβα όπου ασκήθηκε άλλα οκτώ χρόνια και το 1967 μετοίκισε στην κοντική καλύβη του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, από την οποία είχε αναχωρήσει ο παραδελφός του Γέροντας Εφραίμ (μετέπειτα ηγούμενος Ι. Μ. Φιλοθέου) με την συνοδεία του για να μείνουν στο κελλί του Αγίου Αρτεμίου στην Προβάτα.

Μετά από πρόσκληση του Οικουμενικού Πατριάρχη κυρού Δημητρίου και προτροπή των πατέρων της Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου ο Γέροντας Ιωσήφ έφυγε από την Νέα Σκήτη τον Μάϊο του 1975 και ανέλαβε την πνευματική πατρότητα της Μονής, στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1977.
Στην συνέχεια μετέβη στην Κύπρο μετά από συμβουλή του μακαρίου Γέροντος Παϊσίου και εγκαταβίωσε στην Ιερά Μονή Τιμίου Σταυρού Μίνθης. Την 25η Μαρτίου του 1978 ενεθρονίσθη ηγούμενος. Εδώ συγκαταριθμήθηκαν στην συνοδεία του ο νυν μητροπολίτης Λεμεσού κ. Αθανάσιος και ο Καθηγούμενος της Μονής Βατοπαιδίου Γέροντας Εφραίμ.

Στις 26 Οκτωβρίου του 1981 επιστρέφει στο Άγιον Όρος μαζί με την συνοδεία του και παραμένει στο Σιμωνοπετρίτικο κελλί του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Καψάλα μέχρι τις 23 Απριλίου 1982, που μεταβαίνει και πάλι στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου. Τον Αύγουστο του 1983 εγκαταβιώνει ξανά στην καλύβη του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Νέα Σκήτη. Εκεί αυξάνεται η συνοδεία του και στις 23 Απριλίου του 1987 κατόπιν προσκλήσεως των Γερόντων της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου έρχεται στην Μονή με ένα μέρος της συνοδείας του. Τον Οκτώβριο του 1989 το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποφάσισε να μεταβεί όλη η συνοδεία στην Μονή για να παραλάβει την διοίκησή της. Στις 16/29 Απριλίου του 1990 γίνεται η κοινοβιοποίηση της Μονής και η εκλογή και ενθρόνιση του πρώτου ηγουμένου του Κοινοβίου, αρχιμανδρίτου Εφραίμ. Ο Γέροντας Ιωσήφ ήταν και παρέμεινε ο πνευματικός πατέρας της Μονής Βατοπαιδίου μέχρι και την κοίμησή του, που συνέβη την 1 Ιουλίου 2009.
Ο Γέροντας Ιωσήφ συνέχισε την πνευματική εργασία που παρέλαβε από τον Γέροντά του, έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του ως ησυχαστής. Επεδίωκε την αφάνεια. Δεν ζήτησε ανθρωπίνους επαίνους και δόξες. Δεχόταν με ταπείνωση, ανεξικακία και χωρίς γογγυσμό την περιφρόνηση, την καταφρόνηση, την εξουθένωση, τις κατηγορίες, τις συκοφαντίες. Είχε «σπλάχνα οικτιρμών» και η καρδιά του χωρούσε και συγ-χωρούσε όλους, διότι είχε χωρέσει μέσα του τον Χριστό.

Στα δεκαέξι βιβλία του, που μας άφησε ως πνευματική κληρονομιά, καταγράφει και ερμηνεύει θέματα «πράξεως και θεωρίας». Προσπαθεί να οδηγήσει μοναχούς και λαϊκούς προς τον Χριστό και τους εμπνέει στον «καλόν αγώνα». Ιδιαίτερα τόνιζε το άπειρο πέλαγος της φιλανθρωπίας και φιλευσπλαγχνίας του Θεού, ο οποίος δέχεται τον μετανοούντα και επιστρέφοντα αμαρτωλό. Φανερώνει τους κινδύνους της πλάνης του βασικού και αιωνίου εχθρού του ανθρώπου, του διαβόλου, ιδιαίτερα δε κτυπά την αποθάρρυνση που στις ημέρες μας χρησιμοποιείται από αυτόν. Μιλούσε δε με πόθο για τις επαγγελίες του Θεού, για την υιοθεσία και τον θεανθρωπισμό που αρχίζουν οι «βεβαιόπιστοι» να γεύονται μέν από την παρούσα ζωή, αλλά το πλήρωμά τους θα τους δοθεί στα έσχατα.
Αυτά τα επουράνια αγαθά, τα οποία όπως λέει ο απόστολος Παύλος, «οφθαλμός ουκ είδε και ούς ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, ά ητοίμασεν ο Θεός τοίς αγαπώσιν αυτόν» (Α΄ Κορ. 2,9) απολαμβάνει τώρα ο μακάριος Γέροντας.

 

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ – ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
Ερωτ.: Γέροντα, τί γνώμη έχετε για τις τεχνικές πού χρησιμοποιούνται από τους μοναχούς για την συγκέντρωσι του νού; Ποιά σχέσι έχουν με τον αγιασμό του ανθρώπου;

Απ.: Το θέμα δεν είναι σύγχρονο. Υπήρχε και επί της εποχής του Άγιου Γρηγορίου του Παλαμά, θέλοντας να κτυπήσουν οι κακοήθεις εχθροί το θέμα της ησυχίας και εσωστρέφειας πού ο Αθωνας τότε επλουτούσε απομόνωσαν μερικές κινήσεις της πρακτικής μας ζωής και έλεγαν κοροϊδευτικά ότι είμεθα «Ομφαλοσκόποι» και άλλα πολλά πού αναφέρονται στον βίο του Αγίου.

Και ο Άγιος ανέσυρε το ανάστημά του και είπε: «Ναί, μεταχειρίζονται οι νηπτικοί Πατέρες διάφορους πρακτικούς τρόπους πού συντελούν στο να έχωμε περισσότερη ευχέρεια στην συγκράτησι του νού, αλλά αυτούς δεν τους δογματίζομε». Εις αυτούς τους τρόπους ή τις τεχνικές, όπως είπατε, δεν στεκόμεθα. Εκείνο το οποίο μάς απασχολεί, είναι η ακριβής τήρησι των Εντολών του Θεού, η ολοκληρωτική προς Αυτόν αγάπη μας, καθώς και προς τον πλησίο μας, μέσω των οποίων δεχόμεθα την επίσκεψι της Χάριτος. Σήμερα ακούομε παντού να γίνεται λόγος περί νοεράς προσευχής και Εσωστρέφειας μέσα στον κόσμο και πολλά άλλα συναφή.

Αν και εμάς τους μοναχούς μας απασχολούν αυτοί οι τρόποι, εν τούτοις δεν δίνομε εις αυτούς κανένα κέντρο βάρους. Το κέντρο βάρους είναι η ακρίβεια της συνειδήσεώς μας στο να φυλάξωμε το θέλημα του Θεού, να τηρήσωμε πάσας τάς εντολάς Του και μέσω αυτού του τρόπου να δεχθούμε την επίδρασι της Χάριτος. Δεν αποβλέπαμε στους τρόπους πού χρησιμοποιούμε για συγκράτησι του νού, διότι η εργασία μας δεν είναι μαγική, ούτως ώστε με εξωτερικά σχήματα να προσδοκώμε την έλευσι της Χάριτος. Έχοντες υιικές σχέσεις με τον Πατέρα Θεό, αποδεικνύαμε την προς Αυτόν στροφή μας με την απόλυτη πίστι και αγάπη και άρα αφοσίωσι.

Και έτσι ευρίσκομε ανταπόκρισι. «Εν ω μέτρω» μετρούμε, αντιμετρείται σε μάς. Καθώς αγαπούμε τον Θεό και εξ ολοκλήρου επεκτεινόμενα προς Αυτόν, τηρούντες το θέλημά Του κατά την δική του ρήσι – «ο μή αγαπών με, ου τηρεί τους λόγους μου» – έρχεται προς ημάς. Και η κοινωνία γίνεται οργανική, και η συνάντησι προσωπική. Ακόμη και αν η τήρησι του θελήματος θα στοιχίση και αυτή μας την ζωή προθυμότατα το κάνομε. Και τότε γίνεται το «ενοικήσω εν αυτοίς και εμπεριπατήσω, και έσομαι αυτών Θεός και αυτοί έσονταί μοι λαός».

Αυτό τον τρόπο διασάφισε ο Μέγας Φωστήρ της Εκκλησίας, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όταν εθόλωσαν τα νερά οι δυτικοί ορθολογισταί, για να εύρουν πρόφασι να κατηγορήσουν τους ορθοδόξους.

Και πάντοτε είναι επίκαιρα αυτά, ιδίως στον σημερινό κυκεώνα της αρνήσεως των πάντων και του περιεκτικού ορθολογισμού. Και είμεθα έτοιμοι να δώσωμε λόγο «παντί τώ αιτούντι, περί της εν ημίν ελπίδος». Αυτή είναι η στροφή μας. Αγαπούμε τον Θεό, στον οποίο απολύτως πιστεύομε και αφιερώναμε ολόκληρο το είναι μας. Όλη η θέλησι, η πρόθεσι, η ενέργειά μας επεκτείνεται στην τήρησι των αγίων Του εντολών.

Και δεν το κάνομε αυτό, διότι προσδοκούμε να μάς χαρίση δωρεάς. Όχι! Πιστεύομε στον Θεό διότι μόνο εις Αυτόν αξίζει να πιστεύωμε. Τον αγαπούμε, διότι είναι η απόλυτη αυτοαγάπη διότι πλέον εξ ολοκλήρου ανήκομε εις Αυτόν. Για μάς είναι διπλούς Κύριος και Δεσπότης, διότι και εκ του μηδενός μάς εδημιούργησε και μετά την πτώσι μας ανέπλασε και ανακατεσκεύασε διά της προσωπικής Του θυσίας. «Και ουκέτι πλέον, εσμέν εαυτοίς» αλλά «τώ υπέρ ημών αποθανόντι και αναστάντι» κατά τον Παύλο. Και όπως ο Ίδιος ομολογεί «όστις τηρεί τάς εντολάς μου αγαπηθήσεται υπό του Πατρός μου και εγώ και ο Πατήρ μου ελευσόμεθα και μονήν παρ ούτω ποιήσομεν». Αυτός είναι ο τρόπος πού μάς οδηγεί στον αγιασμό.

 

Καθαρισμός της καρδίας

Το κέντρο της ζωής μας είναι η απασχόλησί μας με τον πνευματικό νόμο. Αυτός είναι και ο λόγος πού αρνηθήκαμε τον κόσμο και εγκαταλείψαμε τον οικογενειακό βίο, ο οποίος δεν είναι αμαρτωλός. Τον εγκαταλείψαμε, επειδή θελήσαμε να εκφράσωμε με ένα ιδιαίτερο τρόπο την αγάπη μας προς τον Θεό, τηρούντες έτσι με ακρίβεια την πρώτη εντολή. Κληθέντες από τον Θεό, ακολουθήσαμε την φωνή Του για να εφαρμόσωμε αυτή την εντολή. Και για να εύρωμε τον κατάλληλο χρόνο, τον απερίσπαστο μάλλον, εβγήκαμε έξω από την κοινωνία και αρνηθήκαμε τους οικογενείς μας, ασχολούμενοι λεπτομερώς με την εσωστρέφεια, ελέγχοντες τα νοήματα των πραγμάτων. Και αυτό τον τρόπο, να ημπορέσωμε να νικήσωμε όχι μόνο την πρακτική μορφή της αμαρτίας, αλλά να την αφανίσωμε από την γέννησί της. Όχι μόνο να μην αμαρτάνωμε πρακτικά, αλλά ούτε κατά διάνοια να έχωμε συνεργασία με το κακό. Και με αυτό τον τρόπο φθάναμε στον μακαρισμό του Κυρίου: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Ο Ιησούς μάς ανέφερε ότι: «Τα έξωθεν εισερχόμενα ου κοινούσι τον άνθρωπο», δηλαδή δεν τον μολύνουν.

Εκείνα πού εξέρχονται από μέσα τον κάνουν ακάθαρτο. «Εκ γάρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι». (Ματθ. 15,18). Αυτά είναι τα περισσεύματα της ακαθάρτου καρδίας τα οποία κινούμενα από μέσα προς το έξω, δημιουργούν το σώμα της περιεκτικής κακοηθείας. Και τότε καταρακώνεται η ελευθερία της προσωπικότητας του ανθρώπου, και από ευγενής και «κατ εικόνα και ομοίωσιν» πλασμένος πού είναι, γίνεται πονηρός και διεφθαρμένος. Επειδή μετέχομε και εμείς αυτής της αρρωστημένης καταστάσεως, εξήλθαμε από τον κόσμο ακριβώς γι αυτό τον λόγο. Κόσμο όταν λέμε δεν εννοούμε τους ανθρώπους. Κόσμος είναι το σύστημα του παλαιού ανθρώπου, πού κατά τον Παύλο είναι τα πάθη και οι επιθυμίες. Και κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, η «επιθυμία των οφθαλμών και η αλαζονεία του βίου», η αφροσύνη και γενικά η ματαιοφροσύνη. Ευρισκόμενοι τώρα εδώ, προσέχαμε ακριβώς στο να γίνωμε «καθαροί τη καρδία», γιατί μονό έτσι θα ίδωμε τον Θεό, όσο επιτρέπεται βέβαια στην ανθρώπινη φύσι να έχη εμπειρία της οράσεως του Θεού. Το θέμα της παλιγγενεσίας δεν είναι η μεταφορά των ανθρώπων εις ένα ευδαιμονισμό. Αυτά τα παραδέχονται οι ξένες ομολογίες: Ο άνθρωπος μετά την παρουσία του Θεού Λόγου, δεν μεταφέρεται εις ένα ευδαιμονισμό, ούτε επανέρχεται από μία εξορία σε μια καλύτερη ζωή. Αυτά δεν είναι της Εκκλησίας μας γεννήματα, αλλά πεπλανημένες ιδέες.

Η κένωσι του Θεού Λόγου, μετέφερε στην ανθρώπινη φύσι την θέωσι. Έτσι ο άνθρωπος μεταφέρεται διά της Χάριτος – εάν αρχίσει από εδώ να πειθαρχή στο Θείο θέλημα- υποστατικά στην ένωσί του με τον Θεό. Όπως μετέχει το θετό παιδί στην περιουσία, στο όνομα και στην προσωπικότητα του πατέρα του, ενώ δεν είναι φυσικό παιδί, έτσι και εμείς. Αν και δεν γεννηθήκαμε τρόπον τινά, από τον Θεό, με την υιοθεσία όμως απεκτήσαμε την ίδια θέσι, πού έχει ένα φυσικό παιδί. Αυτό για μάς λέγεται θεανθρωπισμός.

Αυτό μάς έφερε στη γή ο Θεός Λόγος. Όπως είπε ο ίδιος: «Εγώ πάτερ, εν αυτοίς και σύ εν εμοί» και «τήν δόξαν ην δέδωκάς μοι δέδωκα αυτοίς», και άλλου «Θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν», και πάλι «υμείς φίλοι μου έστε, εάν ποιήτε όσα εγώ εντέλλομαι υμίν ουκέτι υμάς λέγω δούλους». Και όταν του εζήτησαν να τους μάθη να προσεύχονται, κατ ευθείαν τους είπε: «Πάτερ, ημών ο εν τοίς ουρανοίς». Για να επιτευχθή όμως αυτό και να εισέλθωμε στους κόλπους της υιοθεσίας, πρέπει να προσέξωμε, όχι μόνο να μην αμαρτάνωμε, αλλά να κτυπήσωμε την ρίζα της αμαρτωλότητος, ώστε και μέσα στην διάνοιά μας να μην έχη θέσι. Όταν καθαρίση η καρδιά από τις ενέργειες των παθών, πού είναι ο παλαιός άνθρωπος, έρχεται τότε το Άγιο Πνεύμα και κατοικεί. Προσέξετε πώς ο Ιησούς μας το αναφέρει. «Εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ Αυτώ ποιήσομεν». Κοιτάξετε τί λέει, «μονήν»· δεν λέει ότι θα έλθωμε να σάς επισκεφθούμε, όπως κάνομε εμείς μια επίσκεψι, αλλά λέει ότι θα κάνωμε διαμονή. Αυτός είναι ο Θεανθρωπισμός.

Η απαλλαγή μας όμως από την αμαρτία δεν γίνεται αυτομάτως αλλά σταδιακά, όπως γίνεται η σωματική αύξησι. Με την εμμονή μας, σιγά-σιγά επιτελείται διά της Χάριτος μυστηριωδώς η κάθαρσι της καρδιάς. Καθαρίζη πρώτα ο νους και φωτίζεται, και έτσι συλλαμβάνει καλά τα νοήματα και δεν πλανάται. Μετά την σωστή χρήσι των νοημάτων και την τήρησι της ακριβείας των εντολών, καθαρίζεται και η καρδιά. Τότε εισέρχεται η Θεία Χάρις μόνιμα και κάνει τον άνθρωπο αληθινά θεοφόρο. Και ο άνθρωπος αυτός ενώ είναι ζωντανός, μεταφέρθη «εκ του θανάτου εις την ζωή». Αυτό είναι ο αγιασμός. Τότε εις αυτόν δεν λειτουργούν οι φυσικοί νόμοι. Κοινωνεί μόνιμα με την θεία Χάρι και εισέρχεται στο υπέρ φύσι, ούτως ώστε να έχη το διορατικό ή το προφητικό χάρισμα. Δεν φοβάται τις ασθένειες, τους κινδύνους, διότι μεταφερόμενος στη θέσι της υιοθεσίας τον σκεπάζει η θεία Χάρις· και όταν κάποτε θα φύγη από τον κόσμο αυτό, θα κερδίση τις άξιες των επαγγελιών, πού μάς υπεσχέθη ο Χριστός μας.

Και αυτές τις ημέρες, αν είστε λίγο προσεκτικοί, θα αισθανθήτε περισσότερο την επίδρασι της Χάριτος, διότι όπως έλεγε ο αείμνηστος Γέροντάς μας, ο Χριστός χαρίζει πλουσιότερα τα δώρα Του στις μεγάλες εορτές, σαν μία ιδιαίτερη ευλογία. Αλλά υπάρχει λόγος στο να μην είμεθα και να μην γίνωμε προσεκτικοί; Αφού αυτό είναι το κέντρο του στόχου μας! Πώς να μην γίνωμε ευλαβείς, ζηλωταί, προσεκτικοί, πραγματικοί λάτρεις του Χριστού μας, ο οποίος πιστεύομε ότι μάς εκάλεσε αφού μάς προώρισε και μάς εδικαίωσε και απομένει μόνο η ελεημοσύνη Του να μάς δοξάση στην εσχάτη εκείνη ώρα, όταν θα φύγωμε από τον κόσμο αυτό;

Και να τώρα θα εισέλθωμε στα «ταμεία» μας, και αποκλείομε την θύρα μας και προσευχόμεθα και εξομολογούμεθα και προσπίπτομε στον Χριστό μας και με όλη την ψυχή και την καρδία και διάνοια και θέλησι και πρόθεσι και δράσι αποδίδαμε τάς ευχάς μας ενώπιόν Του, πού έχει υποσχεθεί στους αμαρτωλούς. Με πραότητα, με ταπείνωσι και καλοσύνη να προσπίπτετε με τον τρόπο αυτό. Είναι ο μυστικότερος τρόπος της μεταβολής του χαρακτήρος, πού προκαλεί τις πνευματικές εξάρσεις και αλλοιώσεις: «Αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου». Αλλοίωσι πού μεταβάλλει τον πήλινο άνθρωπο, τον αμαρτωλό, τον περικείμενο τους δερμάτινους χιτώνας. Τον μεταβάλλει σε πνευματικό όν, πού το περιτριγυρίζουν και επιθυμούν οι Αγγελοι να παρακύψουν. Βλέπουν τις καλές αυτές διάνοιες, πού προσπαθούν να ξεπεράσουν τον νόμο της βαρύτητας και να μεταφερθούν στο υπερουράνιο θυσιαστήριο, εκεί όπου «πρόδρομος υπέρ ημών εισήλθεν Χριστός, εις τα Άγια αιωνίαν λύτρωσιν ευράμενος» (Εβρ. 9,12).

Όσα δεν αφορούν τον ουρανό, ξεχάστε τα. Εκεί είναι το πολίτευμά μας. Εκεί μάς αναμένει ο Ιησούς μας. «Εάν πορευθώ και ετοιμάσω υμίν τόπον, πάλιν έρχομαι και παραλήψομαι υμάς προς εμαυτόν,ίνα οπού ειμί εγώ και υμείς ήτε». Ποιά καρδιά, αισθανόμενη αυτά τα ρήματα, δεν θα ραγίση, ακόμη και αν είναι από γρανίτη κατασκευασμένη; Η ανερμήνευτος παναγάπη Του δεν ετελείωσε με την θεία Του κένωσι και την παραμονή Του μαζί μας στην γή αυτή, όπου ενεδύθη την ιδική μας ταπείνωσι και πτωχεία. Αλλά και στους πατρώους κόλπους αναπαυόμενος «εν πάση τη δόξη Αυτού», πάλι μάς ενθυμείται και «ουκ εάσει ημάς ορφανούς πώποτε, αλλά, μεθ ημών εστί πάσας τάς ημέρας».

Όλοι πρόθυμοι τώρα ξεκινείστε με άμιλλα πνευματική, να φιλοδοξήτε να πέραση ο ένας τον άλλο. Και αυτό ακριβώς είναι το αξιέπαινο. «Αύτη η γενεά ζητούντων τον Κύριον».

ΕΡΩΤΗΣΗ – ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Ερ.: Γέροντα, πρέπει να προσευχώμαστε για όποιον μάς ζητά ή για τους αδελφούς της συνοδείας μας, πού λείπουν έξω στον κόσμο;

Απ.: Για τα μέλη της συνοδείας μας έχομε χρέος να προσευχόμαστε, διότι ανήκομε όλοι στο ίδιο σώμα. Όταν δε ευρίσκεται κανείς έξω από το περιβάλλο του, δεν ημπορεί να έχη την ίδια προσοχή και αίσθησι Χάριτος και κατάστασι πού έχει όταν είναι στην φωλιά του. Εις αυτές τις περιστάσεις, πού ευρίσκεται κάποιος έξω από την μάνδρα, δεν ξέρομε τί ημπορεί ο διάβολος να επινόηση εις βάρος του, διότι είμεθα άνθρωποι και ποιός έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του; Με μια στροφή του νου προς τον Χριστό μας, να επικαλήσθε την θεία βοήθεια, την θεία Χάρι για την επιτυχία του σκοπού για τον οποίο εξήλθε ο αδελφός· και με μία μικρή προσευχή, να γίνεται αφορμή να σκεπάζεται οποιοσδήποτε απουσιάζη από τη συνοδεία, διότι ευρίσκεται σε ανοικτό μέτωπο και δεν γνωρίζομε από πού θα δεχθή την κρούσι.

Για τους άλλους τώρα σύμφωνα με την Πατερική παράδοσι, οι νέοι, οι αρχάριοι, δεν ωφελούνται όταν εύχονται για άλλα πρόσωπα, διότι είναι και αυτή μια πρόφασι από τα δεξιά για να δημιουργή σκορπισμό.

Φυσικά όπως και άλλοτε σάς ερμήνευσα, δεν φιλοδοξούμε να ευχόμεθα για τον καθένα, όχι διότι μισούμε τον πλησίο μας, μή γένοιτο, αλλά γνωρίζοντες ότι είμεθα αδύνατοι και δεν έχομε παρρησία είμεθα λίγο συνεσταλμένοι και ο Θεός βλέποντας το ταπεινό φρόνημα, ότι δηλαδή απέχομε γι αυτό τον σκοπό, συμπληρώνει η αγαθότης Του την πρόθεσι της καρδίας και την πρόθεσι της αγάπης πού αισθανόμεθα απέναντι του καθενός. 



Ετικέτες