Ευλογημένη άμπελος

Loading...


1Στις ανατολικές ακτές του Αθω, ο πατερας Επιφάνιος αναβίωσε έναν πανάρχαιο αμπελώνα. Βρεθήκαμε εκεί την ημέρα που ο ιερέας εγκαινίαζε την περίοδο του κλαδέματος, ζητώντας από τους πατέρες να μας μυήσουν στα επτασφράγιστα μυστικά της αγιορείτικης οινοποιίας-οινοποσίας.

Ακούμε συνέχεια για τα περίφημα κρασιά της Βουργουνδίας και αγνοούμε ότι στον τόπο μας, στη Χαλκιδική, σώζεται η αρχαιότερη αμπελο-οινική παράδοση της Ευρώπης. 

Δεν φταίμε εμείς. Οι Αγιορείτες δεν ήταν ποτέ καλοί στο μάρκετινγκ. Τους εμπόδιζε το ράσο, το σχήμα τους. Θεωρούν υπερηφάνεια να βγουν και να διαλαλήσουν ότι τα κρασιά τους είναι εξαίσια. Και ας έχουν σπάσει κάθε ρεκόρ, φυτεύοντας αμπέλια εδώ και 11 συνεχόμενους αιώνες! Βλέπετε, ο σκοπός των Αγιορειτών αμπελοκαλλιεργητών ήταν άλλος. Το κρασί τους προοριζόταν για τα δισκοπότηρα της Θείας Κοινωνίας τους, για τις πανηγύρεις των μοναστηριών τους, αλλά και για τις κατ’ ιδίαν κρασοκατανύξεις τους.

«Ηρθαμε στον Μυλοπόταμο, το 1990», λέει ο πατέρας Επιφάνιος. «Αναλάβαμε ένα ερείπιο, χωρίς κεφάλαια και χωρίς να γνωρίζουμε κάποιο προσοδοφόρο εργόχειρο. Υστερα ήταν και η μακραίωνη παράδοση της περιοχής. Χίλια χρόνια αμπελοκαλλιέργειας αδύνατον να μας άφηνε ασυγκίνητους», προσθέτει και μας δείχνει με δέος ένα αντίγραφο από τη χειρόγραφή διαθήκη του οσίου Αθανάσιου του Αθωνίτη στην οποία ο κτήτορας της Ι.Μ. Μεγίστης Λαύρας εν έτει 972 μ.Χ. σημείωνε: «Εστι δε και άλλον τοπίον κρημνώδες και υλώδες, Μυλοπόταμος καλούμενον […] όπερ εκκαθάραντες της υποκείμενης ύλης, αμπελώνα κατεφυτεύσαμεν».

«Πρόλαβα γεροντάδες που θυμόντουσαν ακμαίο τον αμπελώνα μέχρι το 1945», συνεχίζει ο πατέρας Επιφάνιος. «Αργότερα αγρίεψε, εισέβαλε μέσα το δάσος. Από αυτά τα χώματα, βγάλαμε ξανά σταφύλι και κρασί, το 1996. Την επόμενη χρονιά, αρχίσαμε να χτίζουμε το οινοποιείο».

Αναλογιζόμαστε την αύρα αυτών των κλημάτων, το φενγκ σούι τους, το άσπιλο κι αμόλυντο περιβάλλον τους κι ότι πριν από την έναρξη της εκάστοτε καλλιεργητικής φροντίδας, ραντίζονται με αγιασμό. Βέβαια, ισχύουν και οι αντικειμενικές συνθήκες που κάνουν τόσο ξεχωριστό τον βιολογικό αμπελώνα του Μυλοποτάμου. «Τα χώμτά του, γεμάτα από ψήγματα πυριτικών ορυκτών και σχιστόλιθων, στραγγίζουν αμέσως», επισημαίνει ο π. Επιφάνιος.

Τακτικός επισκέπτης στον Μυλοπόταμο είναι ο γέροντας Ιερόθεος, που ζει στις Καρυές. Τόσο στην όψη όσο και στο πνεύμα, μοιάζει με σοφιστή αρχαίου αθηναϊκού συμποσίου. Κάποτε μάλιστα ενέπνευσε την Αρλέτα να γράψει στο τραγούδι: «Μπαρ το Ναυάγιο» τον στίχο «Βρέθηκα να τα πίνω με έναν άγιο». Τον συναντήσαμε έξω από τον πύργο, στο κιόσκι. Απολάμβανε τη θέα προς τη θάλασσα, συντροφιά με ένα ποτήρι ερυθρό ξηρό του 2009. «Ηταν καλή χρονιά, να την προτιμάς όταν αγοράζεις κρασιά του εμπορίου», μας συμβούλεψε κι αδράξαμε την ευκαιρία να τον ρωτήσουμε τι σημαίνει άμπελος για τους μοναχούς. «Αμπελος αληθινή είναι η Θεοτόκος, η βλαστήσασα τον καρπό της ζωής», απάντησε. Μα εννοούσαμε την άλλη άμπελο, την υλική, με τα σταφύλια και τις κληματόβεργες.

«Η φυσική άμπελος για μας τους καλόγερους είναι η μητέρα της ευφροσύνης», πρόσθεσε και συνέχισε: «Κάποτε ένας τυφλός, ένας χωλός κι ένας ρακένδυτος βρέθηκαν σε πανηγύρι. Αφού ήπιαν αρκετό κρασί, υψώνει ο τυφλός το ποτήρι και λέει: Ελάτε να ξαναπιούμε απ’ το κρασάκι αυτό που ‘ναι διάφανο σαν κεχριμπάρι. Ακούγοντάς τον ο χωλός είπε: Να σου δώσω μια, που περνάς για λευκό το υπέροχο αυτό μπρούσκο, και πήγε να τον κλωτσήσει, μα παραπάτησε. Βλέποντάς τους, ο φτωχός αναφώνησε: σπάστε τα όλα φίλοι μου, θα τα πλερώσω εγώ! Ενας καλόγερος που είδε το συμβάν αναρωτήθηκε: ~υτό δεν είναι κρασί, είναι θαύμα! Τυφλοί αναβλέπουσι, χωλοί περιπατούσι και πτωχοί γίνονται πλούσιοι».

Γελάσαμε, τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας και ζητήσαμε από τον ιερέα να «ερμηνεύσει» την παραβολή του εν Χριστώ αδελφού του. «Το κρασί, άμα είναι καλό», είπε ο γέροντας του Μυλοπόταμου, «βοηθά να βλέπουμε με άλλο μάτι τις δυσκολίες της ζωής. Μας κάνει αισιόδοξους. Στην αυστηρή καλογερική δίαιτα, από την οποία λείπουν τα παχιά φαγητά, είναι ένα απαραίτητο συμπλήρωμα και ένα πρώτης τάξεως καρδιοτονωτικό. Δρα ως αντίδοτο κατά των θλίψεων του μοναχικού βίου και μαλακώνει τον χαρακτήρα, κάνοντάς τον πιο ανεκτικό προς τους άλλους. Κι όποτε πίνουμε λίγο παραπάνω, μας ταπεινώνει. Μας υπενθυμίζει πως δεν είμαστε άγιοι».

Συμφωνώντας, ο πατήρ Ιερόθεος, θυμήθηκε ένα ευτράπελο που συνέβη χρόνια πριν στη Μονή Παντοκράτορος: «Ενα μεσημέρι, ο μακαρίτης ο παπα-Βασίλης είχε πιει εκτάκτως μερικά ποτηράκια και το απόγευμα που ήταν εφημέριος, ήρθε στον εσπερινό ολίγον σουρωμένος. Παρότι τέλεσε επιτυχώς την απόλυση της Ενάτης Ωρας στη λιτή, ξέχασε να βγάλει το πετραχήλι και να το κρεμάσει στον παραστάτη. Μπήκε λοιπόν μέσα στον κυρίως ναό, φόρεσε και δεύτερο πετραχήλι, μπήκε στο ιερό φόρεσε και τρίτο και βγήκε από την ωραία πύλη να θυμιάσει με τρία πετραχήλια…».

Τελικά τι έγινε, τον ρωτήσαμε. «Δημιουργήθηκε ένα ξεκαρδιστικό σούσουρο μεταξύ των πατέρων για τον βακχικό ζήλο με τον οποίο ο ιερουργός εξέφραζε το τριαδικό δόγμα».

Ακούσαμε κι άλλες ιστορίες από τους Μυλοποταμινούς πατέρες για παλαιούς καλόγερους που κατανάλωναν εν ασκήσει πολλούς ασκούς: Σαν τον γερο-Νέστορα τον ψαρά, που αν έκανε κανείς το λάθος να του προσφέρει ένα ποτήρι νερό, αναρωτιόταν «καλά, για βόδι με πέρασες;».

ΚΕΙΜΕΝΟ-ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΞΕΠΑΠΑΔΑΚΟΣ

alt
alt
alt
alt