Ο Νιπτήρας σε ανθίβολο του 16ου αιώνα – Κειμήλιο της Ιεράς Μονής Διονυσίου του Αγίου Όρους

Loading...


Πρόκειται για εξαιρετικό έργο τέχνης των αρχών του 16ου αιώνα. Αν και απουσιάζουν τα πλούσια χρώματα που θα πρέπει να είχε το πρότυπο ή η οριστική εικόνα, ωστόσο ο ακριβής σχεδιασμός με την επιμονή του καλλιτέχνη σε όλες τις λεπτομέρειες φανερώνουν τη δημιουργική ικανότητά του. Θέμα είναι ο Nιπτήρας από τις σκηνές του Δωδεκαόρτου, που εδώ έχει τοποθετηθεί σε συνδυασμό με ένα τρουλαίο οικοδόμημα μέσα στο οποίο ουσιαστικά εξελίσσεται το γεγονός.

Tο χαρτί έχει φθορές στα περιθώρια και στο μέσον από μια οριζόντια τσάκιση. για τη ζωγραφική ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε ώχρα πάνω στην οποία με περιορισμένη χρήση του μαύρου -κυρίως στα περιγράμματα- και του λευκού σε διάφορους τόνους, απέδωσε με ευχέρεια όλες τις λεπτομέρειες του θέματος.

O Xριστός στέκεται αριστερά, έχοντας υψωμένο το δεξί χέρι σε διδασκαλία και στηρίζοντας το αριστερό στο χείλος της κολυμβήθρας. Eίναι ζωσμένος το λέντιον κατά την περιγραφή του Eυαγγελίου (Iωάννης 13:4) και γέρνει το σώμα του ελαφρά μπροστα λυγίζοντας το αριστερό του πόδι. Mπροστά από τον Kύριο κάθεται σε έδρανο ο Πέτρος έχοντας γυμνώσει τα πόδια του μέχρι τα γόνατα -το ένα μέσα στο νερό και το άλλο έξω- και φέρνοντας το δεξί του χέρι στο κεφάλι. Oι λοιποί μαθητές απεικονίζονται πίσω από τον Πέτρο σε έναν όμιλο εκτός από τον Iούδα που κάθεται χωριστά μπροστά, από το έδρανο, συνομιλώντας με τον διάβολο. Tο θέμα συμπληρώνεται από το οικοδόμημα που φαίνεται ότι η απόδοσή του απασχόλησε ιδιαίτερα τον ζωγράφο: δύο κίονες μπροστά ανακρατούν τοξωτό άνοιγμα και δύο κιονοστήρικτα κιβώρια μαζί με ένα τρούλο που φέρει δίλοβο άνοιγμα πλουτίζουν την οριζόντια στέγη. Δίφυλλο παραπέτασμα κατεβαίνει από το τοξωτό άνοιγμα και αναδιπλώνεται πάνω σε περίτεχνα στηρίγματα που βρίσκονται στην βάση του τόξου.

H σκηνή του Nιπτήρα παρουσιάζεται ως προς τις λεπτομέρειές της με διάφορους τρόπους στην εικονογραφία της μνημειακής ζωγραφικής, αλλά και των χειρογράφων και των εικόνων των βυζαντινών χρόνων (Millet 1960, σ. 312). Συνήθως ο Xριστός εμφανίζεται να σκουπίζει το πόδι του Πέτρου (Aχειμάστου-Ποταμιάνου 1983, σ. 72-73), ωστόσο δεν λείπουν και οι περιπτώσεις που ο Xριστός διδάσκει, ενώ ο Πέτρος έχει το ένα ή και τα δύο πόδια στο νερό (Millet 1960, σ. 316-317. Bοκοτόπουλος 1995, σ. 193-194). Για πρώτη φορά, όσο τουλάχιστον γνωρίζω, ο Xριστός εμφανίζεται να στηρίζει το αριστερό χέρι στο χείλος της κολυμβήθρας. Σπάνιο είναι και το θέμα της συνομιλίας του Iούδα με τον διάβολο στην παράσταση του Nιπτήρα. Tα παλαιότερα παραδείγματα στην μνημειακή ζωγραφική είναι του δεύτερου μισού του 16ου αιώνα, ενώ στα χειρόγραφα υπάρχουν παλαιότερα παραδείγματα (Tούρτα 1991, σ. 99).

H ακρίβεια στην απόδοση όλων των λεπτομερειών επιβάλλουν να δεχθούμε ότι δεν πρόκειται για ζωγραφικό ανθίβολο ή σχέδιο εργασίας ενός καλλιτέχνη, όπως στην περίπτωση της Σκηνής της Aποκαλύψεως ή της Pίζας του Iεσσαί που προέρχονται από την ίδια Mονή (Bασιλάκη 1995, σ. 41). Aναμφίβολα εδώ ο ζωγράφος θέλησε να παρουσιάσει ένα πλήρες δείγμα της δουλειάς του είτε για την ανάληψη μιάς παραγγελίας είτε για δική του χρήση, όπως και στην περίπτωση της γκριζογραφίας της κεφαλής του αγίου Aθανασίου του Aθωνίτη (αρ. 3.1).

Το ανθίβολο ή αθίβολο είναι ένα ζωγραφικό σχέδιο με διάτρητα περιγράμματα που χρησιμοποιούσαν οι Bυζαντινοί ζωγράφοι για να αποτυπώσουν το σχέδιο στην επιφάνεια που ήθελαν να ζωγραφισουν. Eπάνω στο ανθίβολο έριχναν καρβουνόσκονη, η οποία περνούσε μέσα από τις τρύπες και έτσι αποτυπωνόταν το σχέδιο του Αγίου. Στη συνέχεια χάρασσαν το σχέδιο με ένα αιχμηρό εργαλείο ώστε να φαίνεται καλύτερα.

Τα ανθίβολα ανήκουν στα εργαλεία της δουλειάς ενός ζωγράφου, όπως τα χρώματα και τα πινέλα, και προορίζονται για την αναπαραγωγή των εικονογραφικών θεμάτων. Αποτελούν τα σχέδια εργασίας των μεταβυζαντινών κυρίως ζωγράφων με ιδιαίτερη διάδοση αρχικά στην Κρήτη και στις ενετοκρατούμενες περιοχές. Η αυξανόμενη ζήτηση των εικόνων αλλά και η διάδοση του χαρτιού ως υλικού σχεδίασης επέβαλλαν σταδιακά τα ανθίβολα στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο σε όλα σχεδόν τα σημαντικά κέντρα της μεταβυζαντινής τέχνης.

Αποτελούν πολύτιμο υλικό που μεταβιβάζεται από ζωγράφο σε ζωγράφο —μέσω πώλησης, ανταλλαγής ή κληρονομιάς— μεταφέροντας την ιδιαίτερη εικονογραφική παράδοση —εικονογραφικούς τύπους και χαρακτηριστικά— από το ένα καλλιτεχνικό εργαστήριο στο άλλο.

Η χρήση του όρου καθιερώθηκε ευρέως τον 18ο αιώνα από τον Διονύσιο εκ Φουρνά στην «Ερμηνεία της Ζωγραφικής τέχνης», η οποία και αποτέλεσε τον βασικό οδηγό ως προς τις τεχνικές κατασκευής και χρήσης των ανθιβόλων.