Οι ακατάλυτοι δεσμοί Θεσσαλονίκης Αγίου Όρους

Loading...


Από τα μέσα του 9ου αιώνα, όταν ο άγιος Ευθύμιος ο Νέος αναχώρησε από τη Θεσσαλονίκη για να μονάσει στον Άθω, στη χερσόνησο που έμελλε στους επόμενους αιώνες να γίνει το νέο μεγάλο κέντρο του χριστιανικού μοναχισμού, δεν έπαψε ποτέ ο εναγκαλισμός του Αγίου Όρους και της πόλης του αγίου Δημητρίου να είναι θερμότατος.

Στο πέρασμα των αιώνων η βυζαντινή μητρόπολη του Θερμαϊκού τροφοδοτούσε με λεγεώνες ασκητικών μορφών την Αθωνική Πολιτεία, ενώ τα περιουσιακά στοιχεία (μετόχια) που τα μοναστήρια διατηρούσαν στη Θεσσαλονίκη τούς εξασφάλιζαν την ομαλή λειτουργία.

Με την απελευθέρωση, το φθινόπωρο του 1912, και καθ’ όλη τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων και του Α΄ Παγκοσμίου, οι δεσμοί μεταξύ Αγίου Όρους και Θεσσαλονίκης αποκτούν και μία πιο έντονη εθνική απόχρωση, καθώς το μεγαλύτερο τμήμα της Μακεδονίας και της Θράκης περνούν στην ελληνική επικράτεια και το κέντρο των πολιτικών αποφάσεων τώρα μετατίθεται στην Θεσσαλονίκη (Κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης) και στην Αθήνα. Η Ιερά Κοινότητα διατηρεί στη Θεσσαλονίκη Επίτροπο, ο οποίος παίζει σημαντικό ρόλο σε όλη αυτή την ρευστή περίοδο των διαπραγματεύσεων μεταξύ συμμάχων και εμπολέμων, ενώ το ζήτημα του μελλοντικού καθεστώτος του Αγίου Όρους παραμένει σε εκκρεμότητα ως το 1923, οπότε τακτοποιείται οριστικά με την Συνθήκη της Λωζάνης.

Από τα ραβάσια (καθημερινές έγγραφες αναφορές) που στέλνουν οι αντιπρόσωποι στις μονές τους για ενημέρωση των προϊσταμένων, παρακολουθούμε τις διαρκείς προσπάθειες των Αγιορειτών να παρεμβαίνουν με αποστολές Ιεροκοινοτικών επιτροπών στα πολιτικά και διπλωματικά κέντρα των αποφάσεων, ενώ παράλληλα ενημερώνονται για τα τεκταινόμενα στις ειρηνευτικές συνδιασκέψεις που βρίσκονται σε εξέλιξη. Ραβάσιο του Συνεσίου Παντοκρατορινού περιλαμβάνει τηλεγράφημα που ο Επίτροπος του Αγίου Όρους στη Θεσσαλονίκη Κοσμάς στέλνει στην Ιερά Κοινότητα στις 28 Απριλίου 1913: «Ζήτημα Αγίου Όρους διευθετηθήσεται εν Πρεσβευτική Συνδιασκέψει Λονδίνου. Από Ευρωπαϊκής απόψεως ησυχείται. Πλείονα προσεχώς. Κοσμάς».

Αλλά μετά από ένα δίμηνο διαβάζοντας άλλο ραβάσιο καταλαβαίνουμε ότι δεν χωρούσε εφησυχασμός: «Τη σημερινή Συνάξει ανεγνώσθησαν γράμματα Διαμαρτυρίας προς τας Δυνάμεις από μέρους των πληρεξουσίων Αντιπροσώπων των Ι. Μονών και αύριον σταλήσηται εις Θεσσαλονίκην εις τον Κοσμάν, ίνα γίνη Γαλ(λ)ιστί και σταλή εις την Ευρώπην, καθώς και Επιστολή προς τον Παναγιώτατον Οικουμενικόν Πατριάρχην» (20 Ιουνίου 1913, ραβάσιον Χρυσοστόμου Παντοκρατορινού).

Οι Αγιορείτες παρακολουθούν άγρυπνα τις πολιτικές εξελίξεις μέσω του Τύπου, καθώς τα μοναστήρια και η Ιερά Κοινότητα γράφονται συνδρομητές σε εφημερίδες κυρίως της Θεσσαλονίκης. «Ο Κύριος Βελίδης (σ.σ. ο Κωνσταντίνος ή ο αδελφός του Γεώργιος;), συντάκτης της (εφημερίδος) Μακεδονίας, ευρίσκεται εισέτι ενταύθα (σ.σ. στις Καρυές), όστις θα αρχίση να στέλλη το φύλλον διά την Μονήν, παρεκάλεσε και εμέ ιδιαιτέρως και τον είπον ότι η Μονή πιστεύω να το δεχθή, και ευαρεστηθήτε να αποστέλλετε την συνδρομήν…». (7 Ιανουαρίου 1913, ραβάσιον Συνεσίου Παντοκρατορινού).

Οι εφημερίδες δεν είναι η μόνη πηγή ενημέρωσης. Φυλλομετρώντας τα ραβάσια των αντιπροσώπων διαπιστώνουμε μία πυκνή ροή ειδήσεων που φτάνουν είτε με επιστολές διά θαλάσσης είτε με τηλεγραφήματα, είτε ακόμη και από πληροφορίες προσκυνητών. Η παράθεση των ειδήσεων στα ραβάσια γίνεται με τρόπο συνήθως αποστασιοποιημένο, με σχόλια εύστοχα και μετρημένα, σαν διπλωματικές αναφορές, κάποτε όμως ένα έκτακτο γεγονός προκαλεί συγκίνηση που ξεχειλίζει από τις γραμμές του χειρογράφου: «Τραύμα καίριον και κεραυνοβόλον καλύπτει σήμερον τας καρδίας παντός ανά πάσαν την εφήλιον (sic) Ελληνισμού. Φρικτή όντως και απαίσιος αγγελία μετέδοσε την στιγμήν ταύτην ότι ο Γεώργιος Βασιλεύς των Ελλήνων (σ.σ. Γεώργιος Α΄) εδολοφονήθη εν Θεσσαλονίκη και, το απαισιώτερον, ότι ο Δολοφόνος τυγχάνει Έλλην εξ Αθηνών.

Σήμερον καθ’ όλην την ημέραν κρούει πένθιμος ο κώδων, οι δε Αξιωματικοί και ο στρατός ενταύθα ορκίζονται επ’ ονόματι του ανακηρυχθέντος εις Βασιλέα Κωνσταντίνον, συνεπεία διαταγής του στραταρχείου. Έτεραι λεπτομέρειαι κατόπιν, την στιγμήν ταύτην καλείται σύναξις διά τα περαιτέρω. Εγνώσθη ότι ο δολοφόνος ονομάζεται Αλέξανδρος Σχοινάς» (6 Μαρτίου 1913, ραβάσιον Συνεσίου Παντοκρατορινού).

Μέσα από τις χειρόγραφες σελίδες ραβασίων, επιστολών, πρακτικών συνεδριάσεων παρελαύνουν ονόματα δημόσιων μορφών που συνέδεσαν την καριέρα και το έργο τους με τη Θεσσαλονίκη και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της νεώτερης μυθολογίας της πόλης και της Ελλάδας. Οι συχνές εξ απορρήτων επαφές και διαβουλεύσεις μεταξύ των Αγιορειτών και ανθρώπων, όπως ο Λάμπρος Κορομηλάς, ο Κωνσταντίνος Ρακτιβάν, ο Αλέξανδρος Ζάννας ή ο Παύλος Κουντουριώτης τεκμηριώνονται πληθωρικά μέσα από τα αρχεία των αγιορείτικων μοναστηριών και της Ιεράς Κοινότητος, φανερώνοντας τον βαθμό και την ποιότητα των ακατάλυτων δεσμών που συνδέουν το Άγιον Όρος με την Θεσσαλονίκη.

Και είναι δεσμοί που παραμένουν και σήμερα άφθοροι κι αναλλοίωτοι, ισχυροποιημένοι μάλιστα στις μέρες μας από την νέα γεωπολιτική πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί με τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην βαλκανική γειτονιά μας, ξαναφέρνοντας το δίπολο Θεσσαλονίκη – Άγιον Όρος στο προσκήνιο της Ιστορίας της νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης.



Ετικέτες