Ιερά Μονή Διονυσίου

Loading...


Το μοναστήρι αυτό είναι κτισμένο σε ένα στενό και απόκρημνο βράχο, 80 μέτρα πάνω από τη θάλασσα, στη νοτιοδυτική πλευρά της χερσονήσου μεταξύ των μονών Γρηγορίου και Αγίου Παύλου.

Σε παλαιά έγγραφα αναφέρεται και με άλλα ονόματα, όπως «Νέα Πέτρα», «Μονή του Μεγάλου Κομνηνού», «του κυρ Διονυσίου», και τιμάται στο Γενέσιο του Τιμίου Προδρόμου (24 Ιουνίου).

Η ίδρυση του μοναστηριού, που χρονολογείται στο β’ μισό του 14ου αιώνα (1370-1374), οφείλεται στον όσιο Διονύσιο, που καταγόταν από την Κορυσό της Καστοριάς και ξεκίνησε το μεγάλο έργο με τα δικά του πενιχρά μέσα έχοντας στην αρχή τη συμπαράσταση μόνο των μαθητών του. Για την αποπεράτωσή του όμως βοήθησε ουσιαστικά ο Τραπεζούντιος αυτοκράτορας Αλέξιος Γ’ Κομνηνός, προσφέροντας στον Διονύσιο, που τον επισκέφτηκε στην Τραπεζούντα, ως πρώτη δόση ένα μεγάλο χρηματικό ποσό και κατόπιν εγκρίνοντας μια ετήσια χορηγία για να μη σταματήσουν οι εργασίες της ανεγέρσεως. Στον αυτοκράτορα, εξάλλου, μεσολάβησε για τον ίδιο σκοπό και ο μητροπολίτης Τραπεζούντας Θεοδόσιος, που ήταν αδελφός του παραπάνω οσίου και άλλοτε ηγούμενος της αγιορειτικής μονής του Φιλοθέου. Ο Αλέξιος, έπειτα από το ξεχωριστό αυτό ενδιαφέρον που έδειξε για το νεοσύστατο μοναστήρι, δικαιολογημένα ζήτησε να ονομαστεί «Μονή του Μεγάλου Κομνηνού».

Τη βασιλική χορηγία του Αλεξίου επανέλαβαν κατόπιν και οι άλλοι βυζαντινοί αυτοκράτορες, οι Παλαιολόγοι, ενώ μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως (1453) ευεργέτησαν το μοναστήρι πολλοί ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας.

Το έτος 1535 το μοναστήρι κάηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος του και σε λίγο ο ηγεμόνας της Μολδαβίας Ιωάννης Πέτρος ανοικοδόμησε με δικά του έξοδα την ανατολική πλευρά του από το μαγειρείο μέχρι την αποθήκη με τα κρασιά. Επίσης ο Αλέξανδρος μαζί με τη σύζυγο του Ρωξάνδρα έκτισε από τα θεμέλιά της την εξαώροφη πτέρυγα που βλέπει προς τη θάλασσα με τους πολλούς εξώστες, και εξαγόρασε και απέδωσε στο μοναστήρι τα μετόχια του.

Το καθολικό του μοναστηριού υψώνεται στο μέσο περίπου της στενής αυλής. Αφιερωμένο στη μνήμη του Γενεσίου του Προδρόμου, ανοικοδομήθηκε και τοιχογραφήθηκε στα χρόνια 1537 – 1547 με έξοδα του βοεβόδα Πέτρου, όπως δηλώνει η σχετική επιγραφή πάνω από την είσοδο του κυρίως ναού. Πεντάτρουλλος και μολυβοσκέπαστος εξωτερικά ο ναός, εμφανίζεται στο εσωτερικό του πολύ σκοτεινός εξαιτίας των πολλών κτιρίων που τον περιβάλλουν.

Οι αξιόλογες τοιχογραφίες του καθολικού έγιναν στα 1546 από τον ζωγράφο Τζώρτζη, που θεωρείται ένας από τους κύριους εκπροσώπους της Κρητικής σχολής. Αυτός μιμείται τον Θεοφάνη, αλλά και διαφέρει κάπως στην απόδοση της πτυχολογίας των ενδυμάτων, καθώς και στη μεγαλύτερη σχηματικότητα και ασκητική αυστηρότητα που χαρακτηρίζουν τις μορφές του, ενώ, ως προς τη διάταξη των θεμάτων, ακολουθεί το εικονογραφικό πρόγραμμα που παρατηρείται και στους άλλους ναούς.

Εκτός από τον κεντρικό ναό του το μοναστήρι αριθμεί και πολλά άλλα παρεκκλήσια μέσα στον περίβολο και έξω από αυτόν. Το σπουδαιότερο είναι της Παναγίας του Ακάθιστου, που βρίσκεται αριστερά της λιτής, μέσα στο καθολικό, με τοιχογραφίες του ζωγράφου Μακαρίου (1615) που, δυστυχώς, επιζωγραφήθηκαν το 1890 από τον Μιχαήλ Καισαρέα, όπως δείχνει επιγραφή στο υπέρθυρο. Μέσα στο παρεκκλήσι αυτό σώζεται αρχαιότατη εικόνα της Παναγίας πάνω σε κηρομαστίχα, που είναι γνωστή ως εικόνα των Χαιρετισμών της Θεοτόκου και, σύμφωνα με την παράδοση, είναι εκείνη που κρατούσε στα χέρια του ο πατριάρχης Σέργιος ή κάποιος άλλος επίσκοπος, όταν περιερχόταν τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως ενθαρρύνοντας στρατό και λαό κατά την πολιορκία της από τους Αβάρους και Σλάβους (626). Τα υπόλοιπα παρεκκλήσια μέσα στο μοναστήρι είναι: του Αγίου Νήφωνα, του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Γεωργίου (1609), των Αγίων Αναργύρων, των Αρχαγγέλων με τοιχογραφίες του τέλους του 16ου αιώνα από τους μοναχούς Δανιήλ και Μερκούριο, του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου (1608 και ο νάρθηκας 1615) και του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου (1782).

Στο ίδιο μοναστήρι υπάγονται ακόμη 7 κελλιά στις Καρυές, από τα οποία του αγίου Στεφάνου χρησιμεύει για αντιπροσωπείο.

Νοτιοδυτικά του καθολικού βρίσκεται ενσωματωμένη στη μια πτέρυγα του μοναστηριού η κοινή τράπεζα, που αποδίδεται και αυτή στον βοεβόδα Πέτρο. Οι τοιχογραφίες της με έντονη την επίδραση της Κρητικής σχολής, ιδιαίτερα στις παραστάσεις της νότιας πλευράς, εκτελέστηκαν από τους ζωγράφους Δανιήλ και Μερκούριο (1603). Παριστάνονται ολόσωμοι άγιοι και μαρτύρια αγίων, η Πτώση του Εωσφόρου, η σύναξη των Ασωμάτων, η σκάλα που φτάνει μέχρι τον ουρανό (Ουρανοδρόμος κλίμαξ), σκηνές από τα θαύματα του Χριστού και τη ζωή του Προδρόμου, από τον παράδεισο κτλ.

Κοντά στην τράπεζα υψώνεται και το τριώροφο κωδωνοστάσιο, πάνω στο οποίο βρίσκεται το παλαιό ρολόι του μοναστηριού.

Η αυλή του μοναστηριού, σχεδόν ανύπαρκτη, περιορίζεται μόνο σε τρεις μικρούς διαδρόμους. Για το λόγο αυτό λείπει από εδώ η φιάλη του αγιασμού.

Στο πλούσιο θολοσκέπαστο σκευοφυλάκιο φυλάσσονται πολλά και αξιόλογα κειμήλια που ανήκουν σε διάφορες εποχές. Τα κυριότερα είναι: μια πλάκα από ελεφαντοστό με ανάγλυφη παράσταση της Σταυρώσεως (10ος αι.), ο σταυρός της Ελένης Παλαιολογίνας, ένας επιτάφιος του 16ου αιώνα, χρυσοκέντητα ιερά άμφια και υφάσματα, πολλά εκκλησιαστικά σκεύη, εγκόλπια, σταυροί, αρτοφόρια, Ευαγγέλια με πολυτελή επένδυση, καθώς και πολλά παλαιά έγγραφα, όπως χρυσόβουλλα, σιγίλλια, προσηλωτικά γράμματα και ιεροσφράγιστα.

Σε μια ιδιαίτερη κρύπτη στο Ιερό Βήμα του καθολικού σώζονται τα οστά του αγίου Νήφωνα, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, μέσα σε αργυρεπίχρυση ναόσχημη λειψανοθήκη, δώρο του βοεβόδα Νεάγκου (1515). Σ’ ένα συρτάρι τέλος, στον ίδιο αυτό χώρο, είναι τοποθετημένες και άλλες λειψανοθήκες με 150 περίπου τεμάχια από άγια λείψανα και Τίμιο Ξύλο.

Πλουσιότατη και πολύ καλά οργανωμένη είναι και η βιβλιοθήκη του μοναστηριού.

Στεγάζεται μέσα σε ωραία και ασφαλή αίθουσα πάνω στη νέα πτέρυγα, που ανοικοδομήθηκε τελευταία, και περιέχει 1.100 περίπου χειρόγραφα, περγαμηνά, βομβύκινα και χάρτινα και 27 περγαμηνά ειλητάρια. Τα περισσότερα από αυτά περιέχουν θεολογικά και εκκλησιαστικά ή λειτουργικά έργα, ενώ ένα μεγάλο ποσοστό τους είναι εικονογραφημένα με πολύ ενδιαφέρουσες μικρογραφίες και πλούσια επίτιτλα και αρχικά γράμματα ξεχωρίζουν οι κώδ. 2, 13, 14, 61, 65, 587 και 588. Κυρίως το χειρόγραφο 587, Ευαγγέλιο του 11ου αιώνα, που θεωρείται από τα καλύτερα στο είδος του, κοσμείται με 80 περίπου μικρογραφίες που σώζονται όλες σε άριστη κατάσταση. Επίσης εικονογραφημένο είναι και το χειρόγραφο αριθ. 33, Τετραευάγγελο του 13ου αιώνα, που εκτός από τις μικρογραφίες του διατηρεί ένα σπάνιο ξυλόγλυπτο κάλυμμα στο α’ εξώφυλλο του με πλήθος από παραστάσεις και πολύ λεπτή τέχνη.

Εκτός από το τμήμα των χειρογράφων η βιβλιοθήκη διαθέτει και πολλά έντυπα βιβλία, πάνω από 15.000, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται πολύτιμα αρχέτυπα και παλαίτυπα, καθώς και σπάνιες εκδόσεις της Αγίας Γραφής, κλασικών και εκκλησιαστικών συγγραφέων και διάφορα λεξικά του 16ου αιώνα.

Το «αγριωπό μοναστήρι» του Διονυσίου στο Γ’ Τυπικό του Αγίου Όρους (1394) κατέχει τη δέκατη ένατη σειρά ανάμεσα στα 25 τότε μοναστήρια. Από το έτος όμως 1574 και μέχρι σήμερα ανέβηκε στην πέμπτη θέση και έτσι δικαιούται και αυτό την πρωτεπιστασία στην Ιερά Κοινότητα κάθε πέμπτο χρόνο. Τον 16ο αιώνα οικονομικοί λόγοι το έκαμαν ιδιόρρυθμο μέχρι το 1616, καθώς και στα μέσα του 18ου αιώνα. Τελικά επικράτησε οριστικά πια από το 1805 το κοινοβιακό σύστημα ζωής, για το οποίο εκδόθηκε και σχετικό σιγίλλιο από τον πατριάρχη Καλλίνικο Ε’. Τη στιγμή αυτή αριθμεί 60 περίπου συνολικά μοναχούς μέσα και έξω από το μοναστήρι.